Με τις πυρκαγιές να μαίνονται, με τους τουρίστες να εγκαταλείπουν μαζικά τη Ρόδο, με τις τρομακτικές εκρήξεις πυρομαχικών στη Νέα Αγχιαλο, με τα χρέη στα ύψη, με την ακρίβεια στη στρατόσφαιρα κοκ.
Αναρωτιέται κανείς πόσες καταστροφές και πόση ανικανότητα μπορεί να αντέξει ακόμη η Ελλάδα – εξοργίζεται δε με τη στάση της κυβέρνησης, η οποία θεωρεί συνεχώς υπεύθυνους ξένους παράγοντες όπως την πανδημία, τον πόλεμο η την κλιματική αλλαγή και ποτέ τον εαυτό της.
Για οποιονδήποτε παρακολουθεί αντικειμενικά τα γεγονότα, πρόκειται δυστυχώς για τη χειρότερη κυβέρνηση που είχε ποτέ η Ελλάδα – ταυτόχρονα για την καλύτερη στη χειραγώγηση, στην επικοινωνία και στο marketing
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Σε ποια δημοσιονομική σταθερότητα τώρα αναφέρθηκε ο υπουργός της κυβέρνησης που δεν ξέρει τίποτα άλλο, από το να παράγει τεράστια ελλείμματα και χρέη;
Σε ποια υπεύθυνη και αξιόπιστη δημοσιονομική πολιτική;
Δεν τεκμηριώνουν λοιπόν όλα αυτά πως η προηγούμενη κυβέρνηση άφησε καμένη γη, εκτός από καμένα δάση και μία κατακαμένη Αττική;
Δεν είναι εντελώς ανοχύρωτη η οικονομία μας, απέναντι σε μία νέα διεθνή κρίση που ασφαλώς θα ξεσπάσει κάποια στιγμή;
Κοινοβουλευτική Εργασία
Είναι ασφαλώς τραγωδία το ξεκίνημα της νέας κυβέρνησης – με μέτρα στήριξης των Ελλήνων που υπολείπονται κατά πολύ των προεκλογικών δεσμεύσεων.
Κατά τους δικούς της υπολογισμούς, στα 4,4 δις € συνολικά για την επόμενη τετραετία – όταν από την υπερφορολόγηση των Πολιτών, μέσω της διατήρησης των ίδιων φορολογικών συντελεστών στις αυξημένες τιμές, εισέπραξε πάνω από 5 δις € επί πλέον, μόνο το 2022.
Είναι απαράδεκτο, όταν οι Πολίτες υφίστανται μία τριπλή ληστεία, λόγω του πληθωρισμού – από τη μείωση της αγοραστικής αξίας των εισοδημάτων τους, από τους υπερβολικούς φόρους και από τη «δήμευση» των αποταμιεύσεων τους εκ μέρους των τραπεζών, με κριτήριο τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια καταθέσεων.
Ακόμη πιο απαράδεκτο με την ακρίβεια, ειδικά στα τρόφιμα, να είναι εκτός ελέγχου – πάνω από 25% σε σχέση με το 2021.
Καταλαβαίνει αλήθεια η κυβέρνηση τι σημαίνει αυτό για τους συνταξιούχους και για τους φτωχότερους;
Για όλους αυτούς που καταναλώνουν ένα μεγάλο ποσοστό των εισοδημάτων τους σε είδη πρώτης ανάγκης;
Τι να περιμένει βέβαια κανείς από μία κυβέρνηση που αντί να παράγει πλούτο, παράγει μόνο ελλείμματα και χρέη;
Που προσπαθεί και αυτή με τη σειρά της να τα καλύψει με την υπερφορολόγηση, μοιράζοντας ένα μικρό μόνο μέρος της φορολογικής ληστείας;
Όσον αφορά την επιδοματική πολιτική, δεν συμφωνήσαμε ποτέ και δεν συμφωνούμε – αξιοπρεπείς και σωστά αμειβόμενες θέσεις εργασίας χρειάζονται οι Πολίτες, όχι τη συνήθη ψηφοθηρική ελεημοσύνη.
Αξίζει δε να αναφερθούμε εδώ στην Επιστολή της Πανελλαδικής Ομοσπονδίας Ενώσεων Στρατιωτικών – στην οποία αναφέρονται τα εξής:
«Παρουσιάζονται ως αύξηση χρήματα που είναι δικά μας, δεδουλευμένα μας, που έπρεπε να μας έχουν καταβληθεί και δεν συμβαίνει, που μας έχουν περικοπεί. Δεν είναι αυξήσεις.
Τη στιγμή που παρατείνεται η χορήγηση διαφόρων οικονομικών ενισχύσεων με εισοδηματικά κριτήρια όπως το market pass (από τα οποία όμως μεγάλο μέρος των στρατιωτικών αποκλείεται) και άρα αναγνωρίζεται ότι υπάρχει οικονομική δυσπραγία, αντί να αναληφθούν τα σωστά μέτρα ενίσχυσης των εισοδημάτων, για μια ακόμα φορά θεσμοθετείται κάτι που ούτε καν ως φιλοδώρημα δεν ευσταθεί».
Αυτό όμως έγινε, συμπληρώνουμε εμείς, και με τα αναδρομικά των αντισυνταγματικών μειώσεων των συντάξεων – τα οποία ακόμη δεν έχουν καταβληθεί, ενώ η Τρόικα στις αξιολογήσεις της προσπαθεί να τα περιορίσει.
Σε όλα αυτά βέβαια θα αναφερθούμε αναλυτικά στις συζητήσεις επί των άρθρων – λέγοντας μόνο εδώ προκαταβολικά ότι, οι όποιες προτεινόμενες παροχές και αυξήσεις, δεν ανταποκρίνονται στη γενικότερη ακρίβεια της εποχής.
Η μεγάλη απορία μας πάντως είναι η εξής: αφού η αύξηση των μισθών των ΔΥ δρομολογείται από την 1.1.2024, για ποιο λόγο νομοθετείται τώρα βιαστικά και όχι με τον προϋπολογισμό του 2024;
Έτσι ώστε να υπάρχουν τότε πρόσφατα στοιχεία για τον πληθωρισμό και την υπεραπόδοση των φόρων;
Επιγραμματικά τώρα στις προγραμματικές δηλώσεις που δεν είχαμε τη δυνατότητα τότε να σχολιάσουμε, θα ξεκινήσουμε από μία φράση του υπουργού – σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι, παρέλαβε καμένη γη.
Εδώ πρόκειται για ένα ξεκάθαρο ψέμα επειδή, τουλάχιστον στην οικονομία, προφανώς παρέλαβε καμένη γη – αφού όλοι οι οικονομικοί δείκτες της χώρας μας είναι στο βαθύ κόκκινο, χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση.
Ειδικότερα, το κρατικό μας χρέος αυξήθηκε κατά 44 δις, στα 400,3 δις τέλη του 2022 – ή στο 192% του πληθωριστικού ΑΕΠ των 208 δις.
Όσον αφορά το δημόσιο χρέος των 355 δις, με το ενδοκυβερνητικό όμως στα 46,7 δις, μειώθηκε μεν κατά 9 μονάδες στο 171% του πληθωριστικού ΑΕΠ, από 180% το 2019, αλλά αυξήθηκε στο 185% του πραγματικού μας ΑΕΠ των 192 δις – όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά, μαζί με πολλά από όσα αναφέρουμε.
Σε σχέση με την ανάπτυξη, ήταν της τάξης των 9 δις ή μόλις 4,5% συγκριτικά με το 2019 ή 1,5% σε ετήσια βάση – αφού το πραγματικό ΑΕΠ μας, από τα 183 δις το 2019, έφτασε στα 192 δις το 2022.
Με μία μεγάλη διαφορά όμως – με το ότι, δόθηκαν πάνω από 50 δις με δανεικά στη στήριξη της κατανάλωσης όχι λόγω της πανδημίας, αλλά εξαιτίας της λανθασμένης πολιτικής των Lockdowns.
Ακόμη όμως και αυτά τα 9 δις, παρήχθησαν από τις μεγάλες επιχειρήσεις και τα υπερκέρδη τους – αφού οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 6,7% μόνο το 2022, σύμφωνα με τη Eurostat.
Περαιτέρω, το ιδιωτικό μας χρέος αυξήθηκε πάνω από 40 δις την ίδια χρονική περίοδο, στα 406 δις τέλη Ιουνίου του 2022 – ενώ το ακαθάριστο εξωτερικό μας χρέος αυξήθηκε κατά περίπου 137 δις στα 547 δις.
Όσον αφορά το εμπορικό έλλειμμα εκτοξεύθηκε στα 38,3 δις – ενώ χωρίς τα καύσιμα, για να μην ισχυρισθεί η κυβέρνηση πως οφείλεται στην ακριβή ενέργεια, αυξήθηκε στα 25,8 δις.
Δηλαδή στο υψηλότερο επίπεδο του από το 2008 – όπου όλοι γνωρίζουμε τι συνέβη αργότερα.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών τώρα, έφτασε στα 20,1 δις – ενώ, σύμφωνα με το ΔΝΤ, ήταν το χειρότερο ως προς το ΑΕΠ τόσο στην ανεπτυγμένη, όσο και στην αναπτυσσόμενη Ευρώπη.
Τεκμηριώνει δε πως όλα τα τουριστικά μας έσοδα φεύγουν στο εξωτερικό – ενώ είναι, μεταξύ άλλων, το αποτέλεσμα του εγκλήματος της μη σύνδεσης του τουρισμού μας με την εγχώρια παραγωγή.
Είναι δε μύθος τα περί μεγάλης ανόδου των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών – αφού από 70 δις το 2019 σε σταθερές τιμές του 2015, έφτασαν στα μόλις 71,6 δις το 2022, σύμφωνα με το γραφείο προϋπολογισμού της Βουλής.
Αυξήθηκαν δηλαδή μέσα σε τρία ολόκληρα χρόνια μόλις κατά 1,6 δις.
Την ίδια χρονική περίοδο όμως, οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν από τα 71,3 δις στα 85,8 δις – οπότε το έλλειμμα μας εκτινάχθηκε στα ύψη.
Τι εννοούσε αλήθεια ο υπουργός, λέγοντας πως θα αυξήσει τις εξαγωγές στο 60% του ΑΕΠ έως το 2027; Δηλαδή αρκετά επάνω από τα 120 δις με κριτήριο το πληθωριστικό ΑΕΠ του 2022, από 71,6 δις το 2022;
Δεσμεύεται πως θα αυξηθούν πάνω από 50 δις, όταν αυξήθηκαν μόλις κατά 1,6 δις από το 2019 έως το 2022; Θέλει να πιστέψουμε πως είναι θαυματοποιός;
Μύθος είναι επίσης η άνοδος των άμεσων ξένων επενδύσεων – αφού, εάν αφαιρέσει κανείς το ξεπούλημα των δημοσίων εταιριών, ήταν χαμηλότερες το 2021 σε σχέση με το 2020 ενώ, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας, δεν υπήρξε καμία βελτίωση το 2022.
Ειδικότερα, οι ΑΞΕ που αφορούν εντελώς νέες επενδύσεις, όχι δηλαδή εξαγορά υφιστάμενων εταιριών, αλλά εγκατάσταση νέων επιχειρήσεων ή επέκταση με νέες επενδύσεις, διαμορφώθηκαν το 2021 στην Ελλάδα στα 2,767 δις $ – μειωμένες κατά 14,2% σε σύγκριση με το 2020 που ήταν 3,22 δις $.
Περαιτέρω, όσον αφορά το πρωτογενές μας πλεόνασμα, διαμορφώθηκε μόλις στο 0,1% του ΑΕΠ, από 3,9% το 2019 – ενώ στο κατά κεφαλήν εισόδημα είμαστε η τρίτη χειρότερη χώρα της ΕΕ, παραμένοντας η μοναδική χωρίς επενδυτική βαθμίδα.
Συνεχίζοντας με την ανεργία, αρκεί να αναφέρει κανείς πως ο μέσος μισθός στην ΕΕ ήταν το 2022 στα 33.500 €, ενώ στην Ελλάδα στα 15.800 € – οπότε στην ουσία εργάζονται δύο Έλληνες με το μισθό ενός Ευρωπαίου, για να μην αναφέρουμε την άνοδο της μερικής απασχόλησης.
Από την άλλη πλευρά, οφείλει κανείς να αναφέρεται τόσο στην ανεργία, όσο και στη συμμετοχή του ικανού να εργασθεί πληθυσμού στην αγορά εργασίας – η οποία στην Ελλάδα ήταν μόλις στο 51,4% το πρώτο τρίμηνο του 2023, έναντι περίπου 75% στην Ευρωζώνη.
Δηλαδή, στην Ελλάδα συμμετέχουν πάνω από 2 εκ. λιγότεροι εργαζόμενοι – με τους ανέργους κατά τη ΔΥΠΑ στο 1 εκ. περίπου. Είναι ικανοποιητικά όλα αυτά;
Ειδικά όσον αφορά τις αξιολογήσεις, η Fitch δεν μας αναβάθμισε, αλλά το χειρότερο είναι η εξής διαπίστωση της:
«Οι αξιολογήσεις της Ελλάδας στη διακυβέρνηση, στους δείκτες ανθρώπινης ανάπτυξης και στο κατά κεφαλήν εισόδημα, συγκαταλέγονται μεν στους υψηλότερους, μεταξύ των χωρών που δεν έχουν επενδυτική βαθμίδα, αλλά αντισταθμίζονται από τα υψηλά επίπεδα δημοσίου, ιδιωτικού και εξωτερικού χρέους – καθώς επίσης από τις μειωμένες δυνατότητες μεσοπρόθεσμης ανάπτυξης και τις ευπάθειες του τραπεζικού τομέα».


Αφήστε μια απάντηση