Οι ελληνικοί θεοί δεν πέθαναν ποτέ, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπήρξαν ποτέ απλώς πρόσωπα με σάρκα.
Δεν ήταν ιστορικές φιγούρες που γεννήθηκαν και χάθηκαν στον χρόνο.
Ήταν —και παραμένουν— αρχές του είναι, τρόποι κατανόησης της πραγματικότητας, δομές της συνείδησης και του κόσμου.
Και ό,τι αποτελεί αρχή, δεν πεθαίνει· μεταμορφώνεται.
Οι Έλληνες δεν λάτρεψαν θεούς για να εξηγήσουν το άγνωστο.
Τους συνέλαβαν για το νόημα στο φανερό.
Ο Απόλλων δεν είναι ένας θεός που «πέθανε», γιατί είναι το φως της διάκρισης.
Η Αθηνά δεν μπορεί να πεθάνει, γιατί είναι ο Νους, η Σοφία, ο προστάτης, συμπαραστάτης.
Ο Δίας δεν εξαφανίζεται, γιατί είναι ο νόμος που συγκρατεί τον κόσμο, το άγνωστο και ατελείωτο Σύμπαν.
Αυτά δεν είναι πρόσωπα· είναι λειτουργίες της ύπαρξης, είναι έννοιες και κώδικες της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Η διάκριση ανάμεσα στους μυθολογικούς και τους φιλοσοφικούς θεούς, είναι συνεπακόλουθο της βελτίωσης-και εξελίξεις του ανθρώπου.
Όταν σήμερα μιλάμε για «θεούς», συχνά συγχέουμε πράγματα που στην αρχαία ελληνική σκέψη ήταν απολύτως διακριτά.
Ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει τόσο τους θεούς του μύθου όσο και τις αρχές της φιλοσοφίας.
Όμως για τους Έλληνες, ο μύθος και η φιλοσοφία δεν ήταν το ίδιο πράγμα· ήταν δύο διαφορετικές γλώσσες κατανόησης της πραγματικότητας.
Εφόσον οι άνθρωποι εξελισσόταν, έπρεπε και οι θεοί τους να εξελίσσονται, όταν οι θεοί ήταν βγαλμένοι από τον ψυχικό και διαχρονικό νοητικό πνεύμα του ανθρώπου.
Οι μυθολογικοί θεοί –του Ομήρου και του Ησιόδου– είναι μορφές ζωντανές, δραματικές, ανθρωπόμορφες.
Αγαπούν, θυμώνουν, συγκρούονται, παρεμβαίνουν.
Πιστό αντίγραφο του ανθρώπου και της συμπεριφοράς του.
Δεν υπάρχουν για να μας δώσουν οντολογικούς ορισμούς, αλλά για να μεταδώσουν την διαχρονική εμπειρία των προγόνων μας.
Ο μύθος δεν εξηγεί· δείχνει.
Την Αρχή του ανθρώπου και την διαχρονική διαδρομή του.
Μιλά στην ψυχή, στη φαντασία, στο συναίσθημα, εκεί όπου ο καθαρός λόγος δεν αρκεί, δημιουργεί αγνά και ηθικά στοιχεία, που θα παλέψουν με τα άγρια και σκληρά συναισθήματα, του ανθρώπου και την ευάλωτη ψυχοσύνθεση της ψυχικής διαφορετικότητας στην διαδρομή του ανθρώπου, που εξελίσσεται.
Οι θεοί του μύθου δεν είναι «κυριολεκτικά όντα» με τη σύγχρονη έννοια.
Είναι σύμβολα κοσμικών και ψυχικών δυνάμεων, είναι γέννημα του Σύμπαντος και του άγνωστου μυστηρίου.
Ο Άρης εκφράζει τη σύγκρουση του ανθρώπου στην εξέλιξή του, με τις καλές και κακές φιλοδοξίες του, η Αφροδίτη τον Έρωτα, την αγάπη, την ψυχική ένωση των ανθρώπων, ο Απόλλων το μέτρο και το φως του νου, ο Διόνυσος τη διάλυση και την αναγέννηση της Ζωής και της Φύσης.
Ο μύθος είναι ένας χάρτης εμπειρίας του κόσμου, όχι θεολογικό εγχειρίδιο.
Είναι η αποτύπωση του ανθρώπου, από το σπήλαιο στην γνώση και την επιστήμη, για να μην χαθεί η ιστορική διαδρομή του ανθρώπου.
Η φιλοσοφία όμως κινείται σε άλλο επίπεδο.
Όταν οι φιλόσοφοι μιλούν για «θεό», δεν εννοούν πρόσωπα που δρουν μέσα σε ιστορίες.
Εννοούν αρχές.
Εννοούν τον Λόγο, τον Νου, την Αιτία, το Ἕν.
Εδώ ο θεός δεν μάχεται, δεν θυμώνει, δεν ερωτεύεται, συνετή τα διαφορετικά συναισθήματα.
Θεμελιώνει.
Για τον Ηράκλειτο, ο θεός είναι ο Λόγος, η κρυφή αρμονία που κυβερνά τα πάντα που ρέουν , χωρίς γυρισμό.
Για τον Πλάτωνα, το ύψιστο δεν είναι ένας ανθρωπόμορφος θεός, αλλά το Αγαθό, πέρα από μορφές και εικόνες.
Για τον Αριστοτέλη, ο θεός είναι ο Ακίνητος Κινητής, καθαρή νόηση που κινεί τα πάντα χωρίς να κινείται.
Εδώ δεν έχουμε μύθο· έχουμε οντολογία, έχουμε προσπάθεια να υπάρχουν στις επόμενες γενιές, αφού κατά καιρούς, η ιστορία χάνεται.
Ο μύθος μέσω συμπαντικής κληρονομηκότητας γίνετε ιστορία.
Στους Στωικούς, ο θεός ταυτίζεται με τον εμμενή Λόγο της φύσης, ενώ στους Νεοπλατωνικούς, το θείο κορυφώνεται στο Ἕν, που είναι υπερούσιο, άρρητο και απρόσιτο στη φαντασία.
Αυτοί οι «φιλοσοφικοί θεοί» δεν λατρεύονται με θυσίες· νοούνται με τον νου.
Δεν αφηγούνται· εξηγούν.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι στην ελληνική παράδοση ο μύθος και η φιλοσοφία συνυπάρχουν.
Δεν είναι αντίπαλοι.
Ο Πλάτων κριτικάρει τον ποιητικό μύθο, αλλά χρησιμοποιεί φιλοσοφικούς μύθους – όπως τον μύθο του Σπηλαίου – για να εκφράσει αλήθειες που ξεπερνούν τον απλό ορισμό, να ελευθερώσει τον άνθρωπο, χωρίς ανεπανόρθωτες ανατροπές.
Ο μύθος γίνεται όχημα της φιλοσοφίας και της ιστορίας.
Οι Νεοπλατωνικοί πηγαίνουν ακόμη πιο μακριά.
Διαβάζουν τους θεούς συμβολικά και ιεραρχικά.
Ο Δίας γίνεται αρχή της νοητικής τάξης, ο Απόλλων ακτινοβολία του
Νου, η Αθηνά σοφία, ο Ερμής μεσολάβηση του Λόγου.
Οι θεοί μεταφράζονται σε βαθμίδες του Είναι.
Ο μύθος δεν καταργείται· ερμηνεύεται.
Η σύγχυση εμφανίζεται κυρίως στους νεότερους χρόνους, όταν ο μύθος διαβάζεται κυριολεκτικά και η φιλοσοφία αποκόπτεται από την παιδεία.
Τότε οι μυθολογικοί θεοί παρουσιάζονται ως «πρωτόγονες δοξασίες», ενώ στην πραγματικότητα ήταν συμβολικές κοσμολογίες υψηλής ακρίβειας.
Έτσι προκύπτει το ψευδές δίλημμα: «μύθος ή λόγος».
Στην ελληνική σκέψη δεν υπήρχε τέτοιο δίλημμα.
Υπήρχε διάκριση ρόλων.
Ο μύθος μιλά εκεί που ο λόγος δεν φτάνει.
Ο λόγος εξηγεί εκεί που ο μύθος δείχνει.
Είναι δύο όψεις της ίδιας αναζήτησης.
Αν κατανοήσουμε αυτή τη διάκριση, παύουμε να ρωτάμε αν οι αρχαίοι «πίστευαν πραγματικά» στους θεούς τους με τον τρόπο που πιστεύει μια σύγχρονη θρησκεία.
Το ερώτημα αλλάζει: τι ήθελαν να εκφράσουν μέσω αυτών των μορφών;
Και τότε οι θεοί παύουν να είναι είδωλα και γίνονται κλειδιά κατανόησης του κόσμου και του ανθρώπου.
Τελικά, οι μυθολογικοί θεοί είναι η γλώσσα της ψυχής, ενώ οι φιλοσοφικοί θεοί είναι η γλώσσα του νου και του πνεύματος.
Και οι δύο όμως δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση: την αναζήτηση της τάξης, του νοήματος και του θείου μέσα στο σύμπαν.
Το Σύμπαν που είναι άρρητα και νομοτελειακά συνδεδεμένο με την υπάρξει του ανθρώπου.
Όχι ως πίστη τυφλή, αλλά ως γνώση που ωριμάζει.

Αφήστε μια απάντηση