Τα μαντριά…Δόξαση ο ΘΕΟΣ έχει πολλά ΖΑ!!!
Στουρνάρας πρωταθλητής προδότης δήλωσε…
Οι συνταξιοδοτικές παροχές είναι ακόμη υψηλές παρά τις περικοπές!!!

Η οικειοποίηση των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών είναι δύσκολη, και πρέπει να κατέβουν και άλλο οι συντάξεις, για να μπορούμε να πληρώνουμε τους νταβατσήδες, αλλά μπορεί να ενισχυθεί με πολιτικές που αυξάνουν το εισόδημα των συνταξιούχων στο μέλλον, σε όσους είναι ακόμα ζωντανοί!!!
Η ομιλία του διοικητή της ΤτΕ στο Economist First Insurance Forum
Ομιλία με θέμα «Η μεταμόρφωση της Ελλάδος και ο ρόλος του τομέα της ιδιωτικής ασφάλισης: θεματοφύλακες του μέλλοντος;» απηύθυνε ο προδότης διοικητής της ξένης και ανθελληνικής Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στο Economist First Insurance Forum που πραγματοποιείται στο ξενοδοχείο Αthenaeum Ιntercontinental.
Η ομιλία έχει ως εξής:
Χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι μαζί σας σήμερα και που έχω την ευκαιρία να διατυπώσω κάποιες σκέψεις μου για το ρόλο του κλάδου της ιδιωτικής ασφάλισης στους δύσκολους καιρούς που έρχονται όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως.
Την τελευταία επταετία η Ελλάδα έχει πράγματι αλλάξει μορφή και δικαίως μιλάμε για μεταμόρφωση σε αυτό το συνέδριο. Οι πολιτικές που εφαρμόζονται στο πλαίσιο των τριών προγραμμάτων προσαρμογής από το 2010 και εξής στοχεύουν στη διόρθωση μεγάλων δημοσιονομικών και εξωτερικών ανισορροπιών, πετυχαίνοντας ήδη τη μεταστροφή διψήφιων ελλειμμάτων σε πλεονάσματα τα τελευταία χρόνια. Θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα σε δύο επιτεύγματα:
Πρώτον, στη βελτίωση του «διαρθρωτικού» πρωτογενούς δημοσιονομικού αποτελέσματος, δηλ. του αποτελέσματος αφού ληφθεί υπόψη η επίδραση της ύφεσης. Η βελτίωση αυτή, κατά την περίοδο 2009-2016, έφθασε τις 17 ποσοστιαίες μονάδες του δυνητικού ΑΕΠ. Πρόκειται για δημοσιονομική προσαρμογή διπλάσια από αυτήν που πέτυχαν άλλα κράτη-μέλη που εφάρμοσαν προγράμματα της ΕΕ-ΔΝΤ. Δεύτερον, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών τα τελευταία δύο χρόνια είναι ουσιαστικά ισοσκελισμένο, σημειώνοντας σημαντική βελτίωση κατά 15 περίπου ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε σχέση με το 2008.
Παράλληλα με αυτές τις εντυπωσιακές επιδόσεις, αξιόλογες μεταρρυθμίσεις έχουν επιτευχθεί επίσης στις αγορές εργασίας και προϊόντων, καθώς και στη δημόσια διοίκηση. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις αναμένεται να ενισχύσουν το αναπτυξιακό δυναμικό της ελληνικής οικονομίας μακροπρόθεσμα, μέσω της ταχύτερης αύξησης της παραγωγικότητας και της απασχόλησης.
Η μεταμόρφωση όμως δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Η Ελλάδα δεν έχει κατορθώσει να επιστρέψει σε διατηρήσιμη ανάπτυξη και απαραίτητη προϋπόθεση για αυτό είναι η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, χωρίς άλλη καθυστέρηση, και η συνεπής και αποφασιστική εφαρμογή του προγράμματος. Αυτή είναι η σημερινή πρόκληση, καθώς η έντονη μεταρρυθμιστική προσπάθεια είχε μεγάλο κοινωνικό κόστος, που δυσχεραίνει την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και ενίοτε οδηγεί ακόμη και σε παλινδρομήσεις.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το χρονίως προβληματικό ελληνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης: ενώ τουλάχιστον τρεις σημαντικές μεταρρυθμίσεις έχουν νομοθετηθεί από το 2010, πολλές διατάξεις δεν έχουν ακόμη εφαρμοστεί πλήρως και το σύστημα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλό κόστος, στρεβλώσεις και αδικίες. Στο θέμα αυτό θα επικεντρωθώ στο πρώτο μέρος της ομιλίας μου, γιατί πιστεύω ότι αυτός είναι ένας τομέας όπου ο κλάδος της ιδιωτικής ασφάλισης μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο μέλλον.
Θα ξεκινήσω λοιπόν με μια περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος και μια σύντομη ανασκόπηση των πρόσφατων μεταρρυθμίσεων.
Παρότι η θεσμική βάση για τη δημιουργία ενός συστήματος πολλών πυλώνων υπάρχει από το 2002 (νόμος 3029/2002), το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα εξακολουθεί να αποτελείται ουσιαστικά από ένα μόνο πυλώνα, που παρέχει κύρια και επικουρική σύνταξη και άλλες συνταξιοδοτικές παροχές. Λειτουργεί σε διανεμητική βάση (pay-as-you-go), όπου τα ελλείμματα που δημιουργούνται από την υστέρηση των εσόδων χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Επομένως, είναι κυρίως δημόσιου χαρακτήρα.
Οι ανησυχίες για την προβλεπόμενη εκρηκτική αύξηση των δαπανών για συντάξεις μακροπρόθεσμα, σε συνδυασμό με τις έντονες δημοσιονομικές και χρηματοδοτικές πιέσεις, οδήγησαν σε μια συνολική μεταρρύθμιση των συστημάτων κύριας ασφάλισης το 2010. Η μεταρρύθμιση του 2010 καθιέρωσε αυστηρότερους κανόνες για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης (π.χ. αύξησε την ηλικία πρόωρης συνταξιοδότησης και τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης στο 60ό και το 65ο έτος αντίστοιχα, αύξησε τα απαιτούμενα έτη καταβολής εισφορών από 35 σε 40) και επίσης εισήγαγε μια μεταρρύθμιση μέσω ενός ενιαίου, λιγότερο δαπανηρού, τύπου υπολογισμού της σύνταξης, που προβλεπόταν να εφαρμοστεί από το 2015.
Ο τύπος αυτός καθόριζε μια βασική, ουσιαστικά καθολική , σύνταξη και μια αναλογική που αντιστοιχούσε στο ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που έχει καταβάλει ο εργαζόμενος επί των αποδοχών του σε όλη τη διάρκεια του εργασιακού βίου του (και όχι στα πέντε καλύτερα έτη της τελευταίας δεκαετίας, που ίσχυε προηγουμένως). Συνολικά, η μεταρρύθμιση ενίσχυε τη σχέση μεταξύ εισφορών και παροχών και μείωνε τη γενναιοδωρία των συντάξεων.
Το 2011 και το 2012 νομοθετήθηκαν περαιτέρω μεταρρυθμίσεις με στόχο τη συγκράτηση των συνταξιοδοτικών δαπανών. Αυτές περιλάμβαναν (α) την κατάργηση της 13ης και 14ης σύνταξης για όλους τους συνταξιούχους , (β) το πάγωμα των συντάξεων σε ονομαστικούς όρους έως το 2016, (γ) την περικοπή των συντάξεων ύψους άνω των 1.000 ευρώ το μήνα και (δ) την αύξηση του ορίου πρόωρης συνταξιοδότησης και της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης στο 62ο και το 67ο έτος αντίστοιχα. Επιπλέον, το 2012 τα επικουρικά ταμεία συγχωνεύθηκαν σε έναν ενιαίο φορέα (ETEA), ο οποίος προβλεπόταν να λειτουργήσει με βάση ένα σύστημα θεωρητικών καθορισμένων εισφορών (notional defined contribution – NDC) από το 2014. Το σύστημα NDC περιλάμβανε έναν κανόνα βιωσιμότητας, ο οποίος, για ένα πλήρως διανεμητικό σύστημα, ουσιαστικά απαιτούσε τη διατήρηση μηδενικού ελλείμματος κάθε χρόνο (ρήτρα μηδενικού ελλείμματος).
Οι ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις του 2010 και του 2012 αναμενόταν να οδηγήσουν σε σημαντική διόρθωση της οικονομικής πορείας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης με μείωση της προβλεπόμενης αύξησης των συνταξιοδοτικών δαπανών για την περίοδο 2010-2060 από 12,5% του ΑΕΠ (2009 EC Ageing Report ) σε μόλις 1,3% of ΑΕΠ (2015 EC Ageing Report ). Ειδικότερα, το ακαθάριστο ποσοστό αναπλήρωσης (λόγος της μέσης σύνταξης των νεοσυνταξιοδοτούμενων προς το μέσο όρο των αποδοχών των εν ενεργεία κατά τη συνταξιοδότηση), αναμενόταν να μειωθεί από 64% έως 49% για τις κύριες συντάξεις και από 15% έως 8% για τις επικουρικές συντάξεις κατά την περίοδο 2014-2060 .
Ωστόσο, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν εφαρμόστηκαν πιστά: ο ενιαίος τύπος υπολογισμού για τις κύριες συντάξεις και ο κανόνας μηδενικού ελλείμματος των επικουρικών ταμείων δεν εφαρμόστηκαν όπως είχε σχεδιαστεί. Οι μειώσεις των συντάξεων (που αναμενόταν να οδηγήσουν σε ακαθάριστη εξοικονόμηση δαπανών ύψους 2¼% του ΑΕΠ) κρίθηκαν αντισυνταγματικές με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας το 2015. Οι αυξήσεις στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης δεν είχαν ουσιαστικό αποτέλεσμα, καθώς διάφορες ευνοϊκές ρυθμίσεις επέτρεπαν στους ασφαλισμένους να κάνουν χρήση επιλογών πρόωρης συνταξιοδότησης υπό το προϊσχύσαν καθεστώς.
Κατά συνέπεια, παρατηρήθηκε ένα μαζικό κύμα πρόωρων συνταξιοδοτήσεων στην προσπάθεια των εργαζομένων να επωφεληθούν από τους παλαιότερους, πιο γενναιόδωρους κανόνες. Αυτές οι πιέσεις επί των δαπανών, σε συνδυασμό με τη μείωση των εσόδων από εισφορές λόγω της υψηλής ανεργίας, δημιούργησαν πιεστικά χρηματοδοτικά προβλήματα στο σύστημα, καθιστώντας αναγκαίες σημαντικές ετήσιες μεταβιβάσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό. Σύμφωνα με την Eurostat (στοιχεία εθνικών λογαριασμών κατά ESA του 2010), οι συνολικές μεταβιβάσεις προς τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης από άλλους τομείς της γενικής κυβέρνησης ανήλθαν σε 7,1% του ΑΕΠ το 2015 (έναντι 3,3% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο στη ζώνη του ευρώ).
Παράλληλα με το σταθερά υψηλό κόστος, το σύστημα συνέχισε να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές προκλήσεις, καθώς τα ταμεία που συγχωνεύθηκαν διατήρησαν ποικίλους βαθμούς αυτονομίας (και διαφορετικό για το καθένα τύπο υπολογισμού των παροχών και των εισφορών), ενώ οι συντάξεις συνέχιζαν να παρουσιάζουν μια πολυεπίπεδη διάρθρωση, όπου η βασική, η ανταποδοτική και η κατώτατη σύνταξη, που παρέχονταν από τους φορείς κύριας ασφάλισης, συμπληρώνονταν από επικουρική σύνταξη, εφάπαξ, μερίσματα ή/και στοχευμένες συντάξεις (π.χ. ΕΚΑΣ).
Ως μέρος της συμφωνίας για την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του τρέχοντος προγράμματος, όλα τα παραπάνω ξανατέθηκαν επί τάπητος και ακολούθησαν οι μεταρρυθμίσεις του 2015 και του 2016, οι οποίες, μεταξύ άλλων, θέσπισαν (1) την απλοποίηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, μέσω της ενοποίησης των φορέων κύριας ασφάλισης σε ενιαίο φορέα κοινωνικής ασφάλισης (ΕΦΚΑ), (2) ενιαίο τύπο υπολογισμού του ύψους της σύνταξης, αθροίζοντας μια βασική συνιστώσα (384 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο όριο της φτώχειας του 2014, με 20 έτη εισφορών) και μια ανταποδοτική συνιστώσα, υπολογιζόμενη με την εφαρμογή οριακού ποσοστού εισφοράς επί των συντάξιμων αποδοχών όλου του εργασιακού βίου, (3) νέους κανόνες για τον υπολογισμό των επικουρικών συντάξεων, με πρόβλεψη, μεταξύ άλλων, για επιλεκτικές περικοπές και πάγωμα των συντάξεων για όσο διάστημα τα ταμεία παραμένουν ελλειμματικά, (4) αλλαγή της βάσης υπολογισμού των εισφορών για τους αυτοαπασχολούμενους και τους αγρότες σύμφωνα με το πραγματοποιηθέν και όχι το τεκμαρτό εισόδημα, πέραν ενός ελάχιστου ορίου, (5) εναρμόνιση των εισφορών κύριας ασφάλισης στο 20% των αποδοχών, (6) αύξηση των εισφορών ασφάλισης υγείας για τους συνταξιούχους στο 6%, (7) αύξηση των εισφορών επικουρικής σύνταξης μέχρι τα μέσα του 2022, (8) σταδιακή κατάργηση του μη ανταποδοτικού επιδόματος κοινωνικής αλληλεγγύης ΕΚΑΣ μέχρι το τέλος του 2019 και (9) νέο, λιγότερο γενναιόδωρο, τύπο υπολογισμού του εφάπαξ.
Έτσι φτάνουμε στο σήμερα, στο Μάρτιο του 2017, με τη δεύτερη αξιολόγηση να βρίσκεται σε εξέλιξη και το ασφαλιστικό να εξακολουθεί να αποτελεί μια βασική προτεραιότητα στο πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων. Γιατί; Διότι, παρά τις πολυάριθμες παρεμβάσεις που περιγράφονται παραπάνω, το σύστημα παραμένει δαπανηρό. Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού 2017, οι μεταβιβάσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό προς τα ασφαλιστικά ταμεία/ΕΦΚΑ ανήλθαν σε 7,6% του ΑΕΠ το 2016 και αναμένεται να φθάσουν το 9,9% του ΑΕΠ το 2017, καθώς οι συντάξεις του Δημοσίου παρέχονται πλέον και αυτές από τον ΕΦΚΑ. Αυτό ισοδυναμεί με περισσότερο από το ένα τρίτο των δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού το 2017. Σημειώνεται επίσης ότι αυτά τα εκτιμώμενα μεγέθη ενδέχεται στην πραγματικότητα να διαμορφωθούν ακόμη υψηλότερα, καθώς (α) υπάρχει σήμερα ένας σημαντικός αριθμός συνταξιούχων προς τους οποίους η καταβολή της σύνταξης εκκρεμεί, κάτι που δεν έχει ληφθεί υπόψη στις προβολές και (β) η είσπραξη των εσόδων του ΕΦΚΑ μέχρι τώρα αντιμετωπίζει πολλές προκλήσεις και εκτιμάται ότι θα υπάρξει υστέρηση σε σχέση με το στόχο για το 2017.
Αυτές οι δημοσιονομικές πιέσεις μπορεί να καταστεί αναγκαίο να μετριαστούν μέσω αναπροσαρμογών σε ορισμένες συντάξεις. Και τούτο διότι, αφενός, ορισμένες συνταξιοδοτικές παροχές στην Ελλάδα παραμένουν σχετικά γενναιόδωρες, με βάση τόσο τα ελληνικά όσο και τα διεθνή δεδομένα. Ειδικότερα:
-
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι συνταξιοδοτικές παροχές είναι υψηλές σε σχέση με τις αντίστοιχες εισφορές που έχουν καταβληθεί. Πρόσφατη ερευνητική εργασία που εκπονήθηκε από την Ομάδα Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών δείχνει ότι πριν από τις διάφορες περικοπές στις συντάξεις που νομοθετήθηκαν την περίοδο 2010-2013, κατά μέσο όρο 50,7% των συντάξεων του ΙΚΑ χρηματοδοτήθηκε από εισφορές, ενώ το υπόλοιπο 49,3% καλύφθηκε με κοινωνικές μεταβιβάσεις, ουσιαστικά δηλαδή με κρατική επιχορήγηση. Λαμβάνοντας υπόψη τις περικοπές της περιόδου 2010-2013, η κρατική επιχορήγηση μειώνεται στο 35,8%.
-
Η σχετική γενναιοδωρία του συστήματος αντανακλάται επίσης στα υψηλά ακαθάριστα ποσοστά αναπλήρωσης σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το ακαθάριστο ποσοστό αναπλήρωσης ήταν περίπου 81% στο τέλος του 2013, το υψηλότερο στη ζώνη του ευρώ και σχεδόν 30 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ .
-
Στοιχεία που δημοσίευσε πιο πρόσφατα η Eurostat έδειξαν ότι το 2014 οι δαπάνες για τις συντάξεις γήρατος στην Ελλάδα είναι οι υψηλότερες μεταξύ των χωρών της ΕΕ (13,3% του ΑΕΠ έναντι μέσου όρου 9,8% του ΑΕΠ στην ΕΕ-28).
-
Ενώ οι μεταρρυθμίσεις του 2015 και του 2016 είχαν επιχειρήσει να περιορίσουν περαιτέρω τις συνταξιοδοτικές παροχές, προέβλεπαν εξαίρεση των ήδη συνταξιούχων μέχρι τον Ιούλιο του 2018. Ως εκ τούτου, το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής που προκύπτει από τις τελευταίες μεταρρυθμίσεις επωμίστηκαν οι νέες γενιές συνταξιούχων με περισσότερα έτη υπηρεσίας, με αποτέλεσμα να επιδεινώνεται η σχέση παροχών-εισφορών και να δημιουργούνται ζητήματα δικαιοσύνης μεταξύ των γενεών.
Αφήστε μια απάντηση