ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ «ΖΗΤΙΑΝΟΥΣ – ΡΩΜΙΟΥΣ!»
ΠΛΑΤΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
Σχόλια (3)
-
ΑΔΕΙΑΨΕΥΣΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ …….
ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΣΤΟΜΑ ΔΙΕΘΝΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΦΩΝΑΞΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΣ ΑΦΑΝΙΣΜΟ ΜΑΣ ; ; ;
ΙΣΩΣ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΗΣ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΤΗΣ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
ΕΙΝΑΙ ΑΝΩΦΕΛΟ ΝΑ ΑΡΙΘΜΗΣΩ ΤΙ ΕΧΕΙ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ,
ΣΤΗ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ ! ! !
ΦΤΑΝΕΙ ΝΑ ΠΩ ΟΤΙ :
ΟΥΔΕΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΡΓΗΘΕΝΤΑ ΑΧΑΡΙΣΤΟ ………….
ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΧΑΘΕΙ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ……………
ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΘΑ ΔΙΑΣΩΘΕΙ ……………………….
ΓΝΩΡΙΖΩ ΟΤΙ ΕΑΝ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΣΕ ΣΩΖΕΙ !
ΕΥΧΗ ΜΟΥ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΚΑΛΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ …………..
ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ ΚΟΥΡΑΓΙΟ -
Καταραμένε Έλληνα!
Η Βλάσφημη Εχθρότητα του Χριστιανισμού Εναντι του Ελληνικού Πολιτισμού.
Από τα χριστιανικά κείμενα των πρώτων αιώνων προκύπτει ανάγλυφα η δόλια, προπαγανδιστική αντιπαλότητα και η εχθρότητα των ηγετών της χριστιανικής εκκλησίας έναντι του Ελληνικού Πολιτισμού και… και των έργων του…………
http://terrapapers.com/wp-content/uploads/2017/04/Bastein-Lepage_the-greece-Diogenes-786×524.jpg
Η Βλάσφημη Εχθρότητα του Χριστιανισμού Εναντι του Ελληνικού Πολιτισμού.
Από τα χριστιανικά κείμενα των πρώτων αιώνων προκύπτει ανάγλυφα η δόλια, προπαγανδιστική αντιπαλότητα και η εχθρότητα των ηγετών της χριστιανικής εκκλησίας έναντι του Ελληνικού Πολιτισμού και των έργων του, παρά την προβαλλόμενη σήμερα δήθεν σύζευξη ελληνισμού και χριστιανισμού που θρυλείται ότι κατέληξε στον υβριδικό «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό» – ένα ιδεολόγημα που συνοδεύει το σύγχρονο ελληνικό κράτος κι αξιοποιήθηκε κυρίως από τα δικτατορικά καθεστώτα.
Αυτή η αντιπαλότητα δεν ήταν απλώς μία θεμιτή άμιλλα, ένας ανταγωνισμός ιδεών και προτάσεων, αλλά μία σαφής εχθρότητα και πρόθεση συκοφάντησης.
Ανεξάρτητα από αυτή τη συγκρουσιακή τοποθέτηση, εκείνη την εποχή μεθοδευόταν ταυτόχρονα η συστηματική αντιγραφή και ενσωμάτωση στα χριστιανικά κείμενα απόψεων και συλλογισμών Ελλήνων (Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης) αλλά και Ρωμαίων (Κικέρων, Σενέκας) φιλοσόφων, αλλά και η παραποίηση ιδεών και φιλοσοφικών προτάσεων.
Ο K. Deschner παραθέτει στο βιβλίο του «Kriminalgeschichte des Christentums» πλαστογραφημένες «επιστολές», δήθεν μεταξύ του Σενέκα και του Παύλου, τις οποίες είχαν επινοήσει διάφοροι «εκκλησιαστικοί πατέρες» και από τις οποίες συμπεραίνεται η σύγκλιση της ελληνορωμαϊκής φιλοσοφίας με τις (μέχρι τότε αδιαμόρφωτες) χριστιανικές απόψεις.
Αυτή η υποκλοπή αλλοτρίων ιδεών δεν ήταν, φυσικά τότε γνωστή, αλλά από τη μέση βυζαντινή εποχή και μέχρι σήμερα προβάλλεται ακριβώς το αρχικά αποσιωπούμενο και αξιοποιείται για τη στήριξη του ιδεολογήματος περί ενότητας και συνέχισης του ελληνικού πολιτισμού δια του χριστιανισμού.
Η χριστιανική πλευρά διατυπώνει ως αντίλογο την άποψη ότι, πρώτον, οι χριστιανοί εκδικούνταν με τις βιαιοπραγίες τους τις αιματηρές διώξεις που είχαν υποστεί για πολλές δεκαετίες και, δεύτερον, όπου στα χριστιανικά κείμενα αναφέρονται καταγγελίες, ύβρεις και αναθεματισμοί κατά των Ελλήνων, δεν νοούνται οι εκπρόσωποι του Ελληνικού Πνεύματος και οι Έλληνες ή έστω οι ελληνόφωνοι πολίτες, αλλά γενικώς κι αορίστως οι «ειδωλολάτρες».
Στο πρώτο σημείο δεν είναι δύσκολο να απαντηθεί, αφενός ότι, ένα πιθανόν δικαιολογημένο συναίσθημα πικρίας, το οποίο μετετράπη σε εκδικητικότητα στο αριθμητικά έτσι κι αλλιώς ακόμα περιορισμένο πλήθος των οπαδών, δεν θα έπρεπε να βρίσκει συνέχεια στα λόγια και τα έργα των κορυφαίων εκπροσώπων της αυτοαποκαλούμενης ως «θρησκεία της αγάπης».
Αφετέρου είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, οι όποιες πιθανές διώξεις και σφαγές κατά των χριστιανών δεν διοργανώνονταν από τους Έλληνες φιλοσόφους ή οποιουσδήποτε Έλληνες διανοούμενους, αλλά από τη ρωμαϊκή διοίκηση και το μισθοφορικό αυτοκρατορικό στρατό.
Οι Ρωμαίοι στρατηγοί με αυτήν ακριβώς τη διοίκηση και τον ίδιο μισθοφορικό στρατό υιοθέτησαν αργότερα και επέβαλαν το χριστιανισμό ως μοναδική και αποκλειστική θρησκεία και επιδόθηκαν, μαζί με τους εκπροσώπους του εκκλησιαστικού μηχανισμού, στην κατασυκοφάντηση του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού (ειδικά δε του Ελληνικού) και την καταστροφή μεγάλου μέρους των μέχρι σήμερα θαυμαζόμενων, κάθε είδους και μορφής, έργων Του!
Όσον αφορά δε το δεύτερο σημείο του αντιλόγου, ότι δηλαδή με τον όρο «ελληνικός» χαρακτηριζόταν ο «ειδωλολάτρης», ό,τι κι αν σήμαινε τότε και μπορεί να σημαίνει σήμερα ουσιαστικά αυτή η λέξη, τα κείμενα που ακολουθούν φαίνεται να μαρτυρούν κάτι διαφορετικό.
Αναθέματα Κατά των Σχισματικών Ελλήνων
-Ο επίσκοπος Ρώμης, πάπας Γελάσιος (Gelasius) που έζησε κατά τον 5ο αιώνα (πέθανε το 496) απηύθυνε επιστολές στον αυτοκράτορα και στη διοίκηση του ρωμαϊκού κράτους, στις οποίες καταφέρεται κατά των, όπως γράφει σε πάμπολλα σημεία, «σχισματικών Ελλήνων». (E. Caspar, Geschichte des Papstums II, 1930 και W. Ullmann: Gelasius I, 1981)
Αφορμή για τη συγγραφή αυτών των επιστολών ήταν αντιδικίες για κάποια δογματικά ζητήματα πίστης. ο σημερινός αναγνώστης διαβλέπει, βέβαια, συγκρούσεις για επιρροή και εξουσία μεταξύ των επισκόπων Ρώμης, Κων/πολης και Αλεξάνδρειας, πράγμα που δεν ενδιαφέρει όμως εδώ άμεσα.
Οι αναγνώστες εκείνης της εποχής των επιστολών του Γελάσιου, στο παλάτι, στο στρατό, στην εκκλησία και στη διοίκηση, δεν καταλαβαίνουν ότι ο επίσκοπος Ρώμης κατακεραυνώνει και χλευάζει τους «ειδωλολάτρες» όταν διαβάζουν ότι οι «σχισματικοί Έλληνες δεν θα βρουν συγχώρεση ούτε μετά θάνατον … » αλλά, ακριβώς αυτό που καταλαβαίνει καθένας και σήμερα: εννοεί τις ηγετικές ομάδες της ανατολικής εκκλησίας. «Έλληνες» ήταν λοιπόν τον 5ο αιώνα οι Ελληνίζοντες!
-Στον ΑκάθιστοΎμνο, έργο άγνωστου μελωδού του 6ου αιώνα προς τιμή της μητέρας του Ιησού, αναφέρεται σε κάποιους στίχους (γράμμα Ρ):
Χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα,
Χαίρε, τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα,
Χαίρε, ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί,
Χαίρε, ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί,
Χαίρε, των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα … »
Κάποιος που γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα αντιλαμβάνεται ότι, ακόμα κι αν ως τεχνολόγοι, δεινοί συζητητές και μύθων ποιητές δεν «περιγράφονται» οι Έλληνες επιστήμονες, φιλόσοφοι και ιστορικοί, με τους όρους Αθηναίοι και φιλόσοφοι εννοούνται αποκλειστικά οι δάσκαλοι του ελληνικού πολιτισμού που είχαν την έδρα τους στην Αθήνα κι όχι αφηρημένα κάποιοι ειδωλολάτρες.
-Ο κορυφαίος χριστιανός υμνογράφος Ρωμανός ο Μελωδός περιλαμβάνει στον «Ύμνον εις Πεντηκοστήν» τους εξής στίχους (Maas Paul – Trypanis C.: A.Sancti Romani Melodi cantica – Cantica genuina, Oxford University Press, 1963):
Τί φυσώσιν και βαμβεύουσιν οι Έλληνες;
Τί φαντάζονται προς ‘Αρατον τον τρισκατάρατον;
Τί πλανώνται προς Πλάτωνα;
Τί Δημοσθένη στέργουσι τον ασθενή;
Τί μη νοούσι Όμηρο όνειρον αργόν;
Τί Πυθαγόραν θρυλούσιν τον δικαίως φιμωθέντα»
Βέβαια, ο συγκεκριμένος Ρωμανός ήταν εκχριστιανισμένος Ιουδαίος εκ Συρίας και προφανώς είχε μόνο σχέση σπουδών με τον ελληνικό πολιτισμό. Τα κείμενά του γίνονταν όμως (βολικά) αποδεκτά από την Εκκλησία και έτσι διασώθηκαν μέχρι σήμερα.
http://terrapapers.com/wp-content/uploads/2016/01/Mort_de_la_philosophe_Hypatie.jpg
-Στον αποστολικό κανόνα διαβαζουμε: Απέφευγε όλα τα βιβλία τω εθνικών. Τι χρειάζεσαι τις ξένες συγγραφές, που οδηγούν μακριά απο την πίστη; Τι βρίσκεις να λείπει απο το θείο νόμο που το ζητάς στους εθνικούς μύθους. Γι’ αυτό απέφευγε κάθε εθνικό και διαβολικό βιβλίο» Cyril Mango, Βυζάντιο
Είναι πολύ δύσκολο λοιπόν να γενικευτεί η αντίληψη ότι η έννοια Έλλην και ελληνικός ταυτιζόταν τότε άκριτα με τις έννοιες ειδωλολάτρης και ειδωλολατρικός! Πολύ εγγύτερα βρίσκεται το συμπέρασμα ότι, στόχος των καταγγελιών και συκοφαντιών ήταν οι Ελληνίζοντες της ύστερης Αρχαιότητας. Πέρα απ’ αυτό, αν οι χριστιανοί διανοούμενοι των πρώτων αιώνων εκτιμούσαν
πράγματι τα έργα του ελληνικού πολιτισμού, τον οποίον υποτίθεται ότι καλλιέργησαν στη συνέχεια, όπως ισχυρίζονται σήμερα οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας, θα έπρεπε εκείνοι οι πρωτοπόροι να έχουν διαφυλάξει αυτές τις έννοιες από τον κίνδυνο κατάχρησής τους με στόχο την εξύβριση επιφανών ανθρώπων και έργων!
Παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από χριστιανικά κείμενα που καταφέρονται κατά των Ελλήνων και του ελληνικού πολιτισμού και διατυπώνουμε πιθανές ερμηνείες γι’ αυτές τις εκδηλώσεις εχθρότητας και μίσους των “ανθρώπων της αγάπης”!
-Αθανάσιος ο Μέγας, (αποκαλούμενος homunculus δλδ. ανθρωπάκι, Αιθίοπας εκ καταγωγής): «Δεν είχε αποκαλυφθεί η μωρία της ελληνικής φιλοσοφίας, παρά μόνο όταν η αληθινή σοφία του θεού φανέρωσε τον εαυτό της στη Γη» (Περί ενανθρωπίσεως, 46.17-19).
-Ιωάννης Χρυσόστομος, (εκ Δαμασκού Συρίας, αμφιλεγόμενης καταγωγής):«Εάν δε κοιτάξεις στα ενδότερα των Ελλήνων θα δεις τέφρα και σκόνη και τίποτε υγιές, αλλά σαν τάφος ανοιγμένος είναι ο λάρυγγας αυτών, γεμάτος ακαθαρσίες και ιχώρ (έμπυο) και τα δόγματά τους γεμάτα σκουλήκια. Εμείς δε δεν παραιτούμαστε της κατ’ αυτών μάχης» (Εις τον ‘Αγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, 59, 370, 7-11). «Όσο πιο βάρβαρο ένα έθνος φαίνεται και της ελληνικής απέχει παιδείας, τόσο λαμπρότερα φαίνονται τα ημέτερα… Ούτος ο (πιστός) βάρβαρος, την οικουμένη ολάκερη κατέλαβε … και ενώ πάντα τα των Ελλήνων σβήνουν και αφανίζονται, τούτου (του πιστού βάρβαρου) καθ’ έκαστη λαμπρότερα γίνονται». (Εις Ιωάννην 59.31.33).
«Κανείς δεν πρέπει στα παιδιά του, των (Ελλήνων) προγόνων να καλεί τα ονόματα, του πατέρα, της μητέρας, του παππού και του προπάππου, αλλά αυτά των δικαίων (της Παλαιάς Διαθήκης)». Περί Κενοδοξίας και πώς δει τους Γονείς Ανατρέφειν τα Τέκνα (690) 641.65.
-Βασίλειος ο Μέγας, (Καππαδόκης εκ καταγωγής): «Είναι εχθροί οι Έλληνες, διότι διασκεδάζουν καταβροχθίζoντας με ορθάνοιχτο στόμα τον Ισραήλ. Στόμα δε λέγει εδώ ο προφήτης (βλ. Ησαΐας Θ΄11) την σοφιστική του λόγου δύναμη η οποία τα πάντα χρησιμοποίησε για να παραπλανήσει τους εν απλότητι πιστευσάντων». (Εις Προφήτην Ησαϊαν 9.230.8) «Μη δειλιάζετε από των ελληνικών πιθανολογημάτων… τα οποία είναι σκέτα ξύλα, μάλλον δε δάδες που απώλεσαν και του δαυλού την ζωντάνια και του ξύλου την ισχύ, μη έχοντας δε ούτε και του πυρός την φωτεινότητα, αλλά σαν δάδες καπνίζουσες καταμελανώνουν και σπιλώνουν όσους τα πιάνουν και φέρνουν δάκρυα στα μάτια όσων τα πλησιάζουν. Έτσι και (των Ελλήνων) η ψευδώνυμος γνώση σε όσους την χρησιμοποιούν» Εις Προφήτην Ησαΐαν Προοίμιον 7.196.3.
-Ευσέβιος Καισαρείας της Παλαιστίνης, (Παλαιστίνιος εκ καταγωγής): « … Τον φτωχό και πένητα λαό σήκωσες από τα καθόλου ζηλευτά πράγματα και από την ατιμία των παθών και από την κοπριά των ελληνικών βδελυγμάτων και κάθισες αυτόν με τους άρχοντες του Ισραήλ, τον όντως αληθινό λαό του θεού» Εκκλησιαστική Ιστορία, 23, 1352, 34-38
Τίτλοι κεφαλαίων: Πράξη σωφροσύνης είναι η εγκατάλειψη της ελληνικής πλάνης. Εγκαταλείψτε όσα οι Έλληνες φυσικοί φιλόσοφοι περί αρχών εισηγήθηκαν. Περί των αρχαιότερων Εβραίων και γιατί τας γραφάς αυτών, από των ελληνικών λόγων προτιμήσαμε. Γιατί μετά από λογική κρίση και σώφρονα λογισμό την ιστορία των Εβραίων παραδεχθήκαμε. Ευσέβιος «Κλείς Πατρολογίας».
-Τατιανός, μέγας απολογητής, (Tatianus, Αραμαίος εκ Μεσοποταμίας): «Οι Έλληνες ούτε είχαν ούτε δημιούργησαν τίποτα δικό τους, αλλά όλα τα παρέλαβαν από τους βαρβάρους, μόνο και μόνο για να προξενήσουν κακό» Προς Έλληνας
-Γρηγόριος εκ Ναζιανζού της Καππαδοκίας, (αποκαλούμενος Θεολόγος, πιθανόν ελληνικής καταγωγής) προς τον αδελφό του Καισάριο: «… ελληνίζεις επικίνδυνα!»
-Ιωάννης Δαμασκηνός: Γι’ αυτό, μακράν η πολύσχημος γεωμετρία, μακράν η κενέμφατος άλγεβρα, μακράν κάθε ανθρώπινη επιστήμη και μάθησις. Εις τα εξ αποκαλείψεως δεν χρειάζεται απόδειξης αλλα πίστης. Χριστιανική απολογητική σελ 103-104
Αυτά αποτελούν δε μόνο μικρό τμήμα των ανθελληνικών αποσπασμάτων• ανάλογα εδάφια από μελέτες και λόγους υπάρχουν πολλές εκατοντάδες στα πατερικά και, γενικότερα, στα εκκλησιαστικά κείμενα των Εφραίμ του Σύρου, Αναστάσιου του Σιναΐτη, Ιωάννη Δαμασκηνού, Κύριλλου Ιεροσολύμων κ.ά. Οι θεωρητικοί του χριστιανισμού, κυρίως οι Σύριοι και οι Αφρικανοί, αλλά λιγότερο οι Αλεξανδρινοί του 3ου αιώνα, καθυβρίζουν με κάθε διαθέσιμο τρόπο τις μεγάλες προσωπικότητες της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας.
Όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι ήταν καταρχήν «τυφλοί που διδάσκουν κωφούς», ο Πλάτων είχε αντιγράψει τις ιδέες του Μωϋσή, ο στωικός Ζήνων ήταν φαιδρός και προπαγανδιστής του κανιβαλισμού (!) ο Ηράκλειτος αυτοδίδακτος (άρα άνευ αξίας!) και αλαζών, ο Αριστοτέλης δε χαμερπής, αυλοκόλακας κ.ά. Ιδιαίτερα οι συκοφαντίες και ύβρεις του Ιωάννη Χρυσοστόμου κατά των Ελλήνων και του ελληνικού πολιτισμού, γεμίζουν εύκολα ένα ολόκληρο βιβλίο !
Επιχειρώντας μία ερμηνεία γι’ αυτόν τον απίστευτο καταιγισμό ύβρεων και ψευδολογιών κατά του ελληνικού πολιτισμού και των εκπροσώπων του, σημειώνουμε καταρχήν ότι, οι περισσότεροι από τους προαναφερόμενους και άλλους επιφανείς πατέρες και απολογητές του χριστιανισμού, δεν ήταν Έλληνες και, σχεδόν όλοι, είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει σε εξωελληνικό περιβάλλον.
Προέρχονταν ουσιαστικά από τους ανατολικούς λαούς της Μικράς Ασίας, της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου και, το σημαντικότερο, ήταν τέκνα του ανατολικού μεταφυσικού μυστικισμού. Προφανώς είχαν γνωρίσει τον ελληνικό ορθολογικό ανθρωποκεντρισμό, όπως και ο Ρωμανός, ως ξένη ιδεολογία και τον είχαν σπουδάσει στις σχολές της εποχής, στις οποίες διδάσκονταν ο Όμηρος και οι Αθηναίοι φιλόσοφοι. Ενδιαφέρον είναι βέβαια να εκτιμηθεί, ποιοι λόγοι μπορεί να τους οδήγησαν σ’ αυτή την τοποθέτηση.
Δεν θα ήταν άτοπο να υποθέσουμε ότι, η εχθρική στάση των πατέρων του χριστιανισμού απέναντι στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, δεν είχε αποκλειστικά θρησκευτικά αίτια και δεν ήταν ανεξάρτητη από πολιτικά κινήματα της εποχής και επιδιώξεις διαφόρων κοινωνικών και εθνικών ομάδων. Οι Ελληνίζοντες είχαν κατά τη μέση και ύστερη Αρχαιότητα σαφή πολιτισμική υπεροχή και η ευχέρειά τους για παρεμβάσεις και επιρροή στα κέντρα εξουσίας, στο παλάτι και στο στρατό, όπου παίρνονταν οι ουσιαστικές αποφάσεις, ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερες από αυτές άλλων εθνικών και κοινωνικών ομάδων, ανερχόμενων και/ή μονίμως παραμελημένων.
Αυτές οι παρεμβάσεις των Ελληνιζόντων, συγκλητικών και ανεξάρτητων διανοουμένων, είχαν δε απώτερο σταθερό στόχο την αποδυνάμωση της απόλυτης αυτοκρατορικής ισχύος και την προώθηση κάποιων, προφανώς ασαφών, μοντέλων συμμετοχής, σε ανάμνηση της λειτουργίας των ελληνικών πόλεων.
Για να μην επεκταθούμε δε σε γενικότερα πολιτικά και κοινωνικά θέματα της εποχής, ας αρκεστούμε εδώ στο παράδειγμα του συστηματικού διωγμού της κοσμικής, της ονομαζόμενης από τους χριστιανούς «θύραθεν παιδείας» και στο κλείσιμο της «ειδωλολατρικής» Πλατωνικής Ακαδημίας της Αθήνας από τον Ιουστινιανό το έτος 529. Αυτές οι ενέργειες δεν είχαν αποκλειστικά θρησκευτικό κίνητρο, έστω κι αν έτσι φαίνεται εκ πρώτης όψεως, αλλά πολιτικό: την αποθάρρυνση και υποβάθμιση μέσω της παιδείας των Ελληνιζόντων που απέβλεπαν στην αποδυνάμωση της απόλυτης αυτοκρατορικής ισχύος, η οποία εύρισκε στήριγμα στο χριστιανικό θεοκεντρικό οικοδόμημα.
Απ’ την άλλη πλευρά, το ιδεολογικό υπόστρωμα του χριστιανισμού ευνοούσε τον αυτοκρατορικό θεσμό και την απολυταρχία του, αφού αποτελούσε «ελέω θεού βασιλεία», ήταν δηλαδή προδιαγεγραμμένη και ευλογημένη από τον ίδιο το θεό! Ο Παλαιστίνιος Ευσέβιος Καισαρείας, διαπρεπής αυτοκρατορικός αυλοκόλακας, είχε καταγράψει απολογούμενος ήδη από τον 4ο αιώνα στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του ότι, «οι εθνικοί υποχώρησαν, όχι από τις διώξεις και τις καταστροφές των χριστιανών, αλλά γιατί είχαν πολυθεΐα και πολυαρχία. Ένας μόνον θεός πρέπει να υπάρχει στους ουρανούς και, κατ’ επέκτασιν, μοναρχία στην κοινωνία των ανθρώπων» !!! …
Σήμερα, είναι εύκολο να εκτιμήσουμε, κρίνοντας αναδρομικά, ότι οι λαοί γύρω από τον ελληνόφωνο χώρο της Αρχαιότητας χειραγωγούνταν πολιτισμικά και για πολλούς αιώνες από τους ελληνικούς πληθυσμούς. Αργότερα επεβλήθησαν σ’ αυτούς τους λαούς οι αντιλήψεις και πρακτικές των Ελλήνων, αρχικά στη μακεδονική και αργότερα στη ρωμαϊκή εκδοχή τους, με τις διαστρεβλώσεις και τους εκφυλισμούς που είχαν εντωμεταξύ υποστεί αυτές οι αντιλήψεις και πρακτικές.
Η επιβαρημένη συλλογική ιστορική μνήμη αξιοποιήθηκε από τους διανοούμενους αυτών των λαών κατά των Ελληνιζόντων και των έργων του ελληνικού πολιτισμού, όταν στα χρόνια της ύστερης Αρχαιότητας δόθηκε η πολιτική ευκαιρία με την εμπέδωση της απολυταρχικής «ελέω θεού» εξουσίας. Ως όχημα για την εθνική και προσωπική ανέλιξη των αντιπάλων του Ελληνισμού αξιοποιήθηκε δε μια επίσης ξενόφερτη ιδεολογία, η νέα θρησκεία από την Ιουδαία.
http://terrapapers.com/wp-content/uploads/2017/01/RembrandtThePhilosopherinMeditation.jpg
Αυτή η, από τη μονοθεϊστική φύση της, ολοκληρωτική ιδεολογία, προσαρμοσμένη στις ανάγκες της ρωμαϊκής εξουσίας για διατήρηση της συνοχής του κράτους και μακροημέρευση του εκάστοτε αυτοκράτορα στην κορυφή του, οδήγησε σε αγαστή συνεργασία κράτους και εκκλησίας, τη λεγόμενη «συναλληλία».
Η προτεραιότητα του εθνικού και κοινωνικού στόχου έναντι του θρησκευτικού επιβεβαιώνεται και από τη συμπεριφορά των διανοουμένων χριστιανών στην περιφέρεια της αυτοκρατορίας (Λιβύη, Αίγυπτος, Παλαιστίνη, Συρία, Ανατολία κ.ά.) οι οποίοι έβλεπαν ότι το νέο σχήμα λειτουργίας του κράτους, με ενωτική ιδεολογία το χριστιανισμό, άφηνε τους λαούς τους εκτός επιρροής στην κεντρική εξουσία. Δεν είναι τυχαίο ότι σ’ αυτές ακριβώς τις χώρες διαδίδονταν εύκολα οι «αιρέσεις» με συνήθως ασήμαντες διαφοροποιήσεις από τα κεντρικά θρησκευτικά δόγματα.
Γνωστικισμός, μοντανισμός, μανιχαϊσμός, απολλιναρισμός, αρειανισμός, μονο- ή μιοφυσιτισμός, νεστοριανισμός, δονατισμός κ.ά. ήταν δοξασίες και αιρέσεις που δημιουργήθηκαν και/ή εξαπλώθηκαν στη Συρία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, την Ανατολία, την Περσία κ.α. Αποτέλεσμα αυτών των διαφοροποιήσεων και, ουσιαστικά, αποσχιστικών κινημάτων, ήταν να υφίστανται αυτοί οι λαοί, αρχικά την «πνευματική» εχθρότητα της Ρώμης και της Κων/πολης, στη συνέχεια δε τη στρατιωτική καταπίεση, διώξεις και σφαγές.
Έτσι, όταν εξασθένησε η επιρροή της κεντρικής εξουσίας στις περιοχές τους και ήρθε στο προσκήνιο ο Μωαμεθανισμός,
προσχώρησαν οι λαοί της τότε βυζαντινής περιφέρειας με ευκολία στη νέα θρησκεία η οποία, αφενός δεν απείχε πολύ από τη χριστιανική και αφετέρου ήταν προσαρμοσμένη πολύ καλύτερα στις συνθήκες ζωής και ανάγκες αυτών των πληθυσμών.
Μια νέα θρησκεία αποτέλεσε λοιπόν και σ’ αυή την περίπτωση όχημα για τη μετάβαση στην καινούργια εποχή με μεγαλύτερη δυνατότητα επιρροής των παραμελημένων εθνικών και κοινωνικών ομάδων της αυτοκρατορίας (K. Deschner: «Kriminalgeschichte des Christentums»).
Ανάλογα είναι και τα φαινόμενα κατά την εύκολη εξάπλωση των Τούρκων στη Μικρά Ασία. Τα οικονομικά και κοινωνικά κίνητρα και το αίσθημα της παραμέλησης από το κέντρο αποφάσεων ωθούσαν τους ανθρώπους στις υπότουρκες περιοχές σε μαζικές προσχωρήσεις στη θρησκεία της νέας εξουσίας, δεδομένου ότι οι προσήλυτοι απαλλάσσονταν από τον κεφαλικό φόρο (τζίζιε) που πλήρωναν οι «άπιστοι» και είχαν ελαφρότερο αγροτικό φόρο.
Άλλοι λόγοι ήταν η ευκολία με την οποία αποκτούσαν διοικητικές θέσεις και αγροτικές εκτάσεις (Σπύρου Βρυώνη: «Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού στη Μικρά Ασία»).
Ενδιαφέρον είναι δε ότι, σ’ αυτές τις δύσκολες περιστάσεις υποχώρησης επικαλούνταν οι χριστιανοί στην επιχειρηματολογία τους, αμυνόμενοι έναντι της ισλαμικής προπαγάνδας, τους αρχαίους φιλοσόφους. Σε δημόσιες αντιδικίες που διοργανώνονταν μεταξύ χριστιανών και μωαμεθανών ιερωμένων για να διερευνηθεί ποια ήταν η «αληθινή θρησκεία», οι χριστιανοί προέβαλαν το επιχείρημα ότι «το Κοράνι αποκλίνει από την ουσία του νόμου του θεού και από τα διδάγματα των φιλοσόφων περί αρετής… »
Μέσα στην απελπισία της κατάρρευσης, πάλι οι Έλληνες και Ρωμαίοι φιλόσοφοι επιστρατεύονται (νεότεροι, π.χ. Ψελλός, Ιταλός, δεν αφέθηκαν να δημιουργήσουν ορόσημα στον προβληματισμό περί αρετής), τους οποίους αρχαίους φιλοσόφους όμως η εκκλησία, στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες εξύβριζε και μέχρι των ημερών μας αποκαλεί (Ακάθιστος Ύμνος) «ασόφους»
Στην ύστερη Αρχαιότητα υπάρχουν βέβαια και μερικοί επιφανείς χριστιανοί των πρώτων αιώνων, πιθανόν ελληνικής καταγωγής, που διέθεταν κατά κανόνα αξιόλογη παιδεία και συμμετείχαν επίσης στο χορό της συκοφάντησης του Ελληνισμού. Αυτοί οι «πατέρες» συμβάλλουν επίσης με αυθαίρετους ισχυρισμούς στην προσπάθεια μηδενισμού του Ελληνισμού. Π. χ. ο Κλήμης Αλεξανδρείας (Clemens Titus Flavius), μάλλον Αθηναίος εκ γενετής, ισχυρίζεται στην αλλαγή από το 2ο στον 3ο μ.κ.ε. αιώνα ότι οι Έλληνες έχουν αντιγράψει τα πάντα από ανατολικούς σοφούς, «Έλληνες κλέπται πάσης γραφής!» (Στρωματείς 1,5), την ίδια στιγμή καπηλεύεται όμως ο ίδιος, συστηματικά αλλά ανομολόγητα, ιδέες της ελληνικής φιλοσοφίας και τις ενσωματώνει στο κήρυγμα και στα γραπτά του.
Στην κατεδάφιση του ελληνικού πνεύματος συμμετέχουν λοιπόν και ελληνίζοντες «εκκλησιαστικοί πατέρες», όχι σπάνια με μεγαλύτερο πάθος από τους υπόλοιπους, μάλλον για να αποφύγουν το χαρακτηρισμό του επαμφοτερίζοντος. Κι επειδή δυσκολεύονται πάρα πολύ όλοι αυτοί να αποκρύψουν την προέλευση των κεντρικών ιδεών στα γραπτά τους ή να εξαφανίσουν από τις συζητήσεις και το πνεύμα της εποχής τις ελληνικές επιρροές, εφευρίσκουν το ιδεολόγημα της «προτύπωσης»: ισχυρίζονται δηλαδή ότι η ελληνική φιλοσοφία έχει ενταχθεί από τη «θεία πρόνοια» στην προετοιμασία για υποδοχή του χριστιανισμού!
Ο Ωριγένης, επιφανής «εκκλησιαστικός πατέρας» του 3ου αιώνα με ελληνική καταγωγή, καταλήγει στο «Κατά Κέλσου» σύγγραμμά του: «… φιλαληθώς περί τινων μαρτυρούμεν Ελλήνων φιλοσόφων, ότι επέγνωσαν τον θεόν, επεί ο θεός αυτοίς εφανέρωσεν…» Αυτό το επιχείρημα αντιστράφηκε όμως σύντομα εναντίον των χριστιανών, όταν η νεότερη μωαμεθανική θρησκεία επικαλέσθηκε επίσης την προτύπωση για να εξηγήσει διάφορα σημεία «αντιγραφής» της από τον ιουδαϊσμό, το χριστιανισμό και κάποιες τοπικές θρησκείες της Αραβίας!
Αλλη μια όμοια αντιστροφή επιχειρημάτων και μεθοδεύσεων προέκυψε στο θέμα της οικειοποίησης και χρήσης λατρευτικών χώρων. Περί το έτος 600 έλεγε ο επίσκοπος Ρώμης Γρηγόριος Α’, ο Μέγας και άγιος της ορθόδοξης Εκκλησίας: «Πρέπει να προσέξουμε πρώτα από όλα να μην εξοργίσουμε τους ειδωλολάτρες και να μην καταστρέφουμε τους ναούς τους. Πρέπει να καταστρέφουμε μόνο τα είδωλα και έπειτα να ραντίζουμε το μέρος με αγιασμό και να τοποθετούμε μέσα του άγια λείψανα. Αν οι ναοί αυτοί είναι καλοκτισμένοι, μάς συμφέρει να τους μετατρέπουμε απλώς από χώρο λατρείας των δαιμόνων σε χώρο λατρείας του αληθινού Θεού».
Περίπου 1000 χρόνια αργότερα γράφει ο Οθωμανός ιστορικός Σαν αλ-Ντιν σε μια περιγραφή της κατάκτησης της Κων/πολης που συνέταξε κατά το 16ο αιώνα: «Οι (χριστιανικοί) ναοί της Πόλης καθαρίστηκαν από τα ποταπά είδωλα και τι βρώμικες ειδωλολατρικές ακαθαρσίες, σβήστηκαν οι εικόνες τους και στήθηκαν μωαμεθανικοί βωμοί και άμβωνες … οι ναοί των απίστων μετατράπηκαν σε τζαμιά των πιστών και οι ακτίνες του φωτός του Ισλάμ έδιωξαν τις στρατιές του σκότους, όπου μέχρι τότε ζούσαν οι αισχροί άπιστοι» (P. Sherrad: Constantinople, Iconography of a Sacred City, Λονδίνο 1965.) Τα ίδια που είχαν μεθοδεύσει οι χριστιανοί εναντίον των εθνικών, επαναλαμβάνονταν από τον 11ο αιώνα και μετά στη Μικρά Ασία και από το 15ο αιώνα και στα Βαλκάνια, σε βάρος τους εκ μέρους των μωαμεθανών.
Όταν εμπεδώθηκε στους χριστιανούς η αντίληψη για την «ασημαντότητα» του ελληνικού πολιτισμού και την «ανωτερότητα» της ιουδαϊκής κοσμοαντίληψης, ελάττωσαν οι νεότεροι εκκλησιαστικοί ηγέτες τις επιθέσεις κατά του Ελληνισμού και αφοσιώθηκαν στον αγώνα αμοιβαίας εξοντώσεως, αλλά και κατά των «αιρετικών» και κατά των Εβραίων.
Στο σταδιακά συρρικνούμενο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας που είχε επικρατήσει εν τω μεταξύ απόλυτα η πολιτισμικά ισχυρή και συγκροτημένη ελληνική γλώσσα και καλλιεργείτο από τους διανοουμένους το ελληνικό πνεύμα, επανερχόταν βέβαια κάθε τόσο το ερώτημα, πώς και πόσο μπορεί να σταθεί μια, και για εκείνη την εποχή, οπισθοδρομική κοσμοαντίληψη από της Ιουδαία, μπροστά στα έργα και τα διδάγματα του ελληνικού πολιτισμού;
Ο εκκλησιαστικός μηχανισμός επενέβαινε τότε δυναμικά, σε στενή συνεργασία με το κράτος, κατά των Ελληνιζόντων ώστε να αποτρέπει «παρεκτροπές», οι οποίες θα έθεταν σε κίνδυνο όλο το σύστημα εξουσίας. Ακόμα και επιφανείς ιερωμένοι που διέπρεψαν στην πάροδο των αιώνων ως Ελληνιστές, δηλαδή μελετητές της ελληνικής φιλοσοφίας και γραμματείας (Μιχαήλ-Κων/νος Ψελλός, Ιωάννης Ιταλός, Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων κ.ά.) αναγκάζονταν, άλλοτε για λόγους πολιτικής ορθότητας και άλλοτε φοβούμενοι διώξεις, να αποσιωπούν ή να συγκαλύπτουν τις μελέτες τους, επειδή σ’ αυτές «υποτάσσουν την πίστην στη φιλοσοφία»
Ειδικότερα το 1082 καταδικάστηκε ο «ύπατος των φιλοσόφων» Ιωάννης Ιταλός με έντεκα αναθέματα σε υποχρεωτικό μοναστικό εγκλεισμό. Το σκεπτικό του πατριάρχη Ευστράτιου Γαρίδα που ανακοίνωσε εν συνόδω την ποινή, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο Ιταλός διέδιδε «μακάβριες διδασκαλίες των Ελλήνων (Πλάτωνα και Νεοπλατωνικών) σε σχέση με την ψυχή, τη μετεμψύχωση, το σώμα, με το οποίο θα αναστηθούν οι άνθρωποι κατά τη δεύτερη παρουσία, την άρνηση του εκκλησιαστικού δόγματος ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε εκ του μηδενός» (Bautz Lexikon)
Στα χρόνια της έσχατης βυζαντινής παρακμής, όταν για μερικές δεκαετίες οι Οθωμανοί αποσπούσαν σχεδόν ανενόχλητοι εδάφη από την αυτοκρατορία, όσοι από τους διανοούμενος δεν είχαν διαφύγει στη Δύση, σκιαμαχούσαν στην Πόλη και σε άλλα κέντρα ως αριστοτελιστές ή πλατωνιστές και παράλληλα αντιδικούσαν υπέρ ή κατά της «ένωσης των εκκλησιών».
Ο Γεώργιος Σχολάριος (ο μετέπειτα διορισθείς από τον σουλτάνο οικουμενικός πατριάρχης Γεννάδιος) προσπαθούσε την ίδια εποχή να συγκρατήσει τις εξελίξεις και έκαιγε δημόσια πλατωνικά και νεοπλατωνικά συγγράμματα, ενώ ταυτόχρονα έστελνε μηνύματα καταστολής προς κάθε κατεύθυνση.
Σε επιστολές του στον κυβερνήτη της Πελοποννήσου έγραφε ο Σχολάριος: «τους γουν δυσσεβείς και αλάστορας Ελληνιστάς και πυρί και σιδήρω και ύδατι και πάσι τρόποις εξαγάγετε τής παρούσης ζωής … ράβδιζε, είργε, είτα γλώτταν αφαίρει, είτα χείρα απότεμνε καν και ούτω μένη κακός, θαλάττης πέμπε βυθώ.» («Παλαιολόγια -Πελοποννησιακά» από τον Σ. Λάμπρου)
Ο ίδιος υπότουρκος πατριάρχης Γεννάδιος, ο οποίος εισήλθε στο ιερατικό σώμα το 1450 και ήδη το 1453 διορίστηκε από το σουλτάνο οικουμενικός πατριάρχης, δήλωσε, όταν ρωτήθηκε αν είναι Έλλην, «… ει τις έροιτό μοι τις ειμί, αποκρινούμαι χριστιανόν είναι» («… αν με ρωτήσει κάποιος τι είμαι, θα του απαντήσω χριστιανός», (Ι. Κακριδής Οι Αρχαίοι Ελληνες στην Νεοελληνική Λαική Παράδοση Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τράπεζας Αθήνα 1978.) Εκείνα τα χρόνια κάθε άλλο παρά κατακριτέο ήταν να δηλώνεις Έλληνας, όπως χαρακτηρίζει ο Νικόλαος Καβάσιλας (1322-1391) τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης, όπως γράφει ο Κύπριος Αθανάσιος Λεπενδρηνός «περί πάντων των Ελλήνων των εν Κύπρω» και όπως πρωτοχρησιμοποιεί ο Δημήτριος Κυδώνης (γενν. 1398) τον όρο «Ελλάς» για το χαρακτηρισμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας!
Η εξήγηση της συμπεριφοράς του Σχολάριου και άλλων ομοίων του που έζησαν αρκετούς αιώνες, έως και μια χιλιετία μετά τους προαναφερόμενους «πατέρες», είναι φυσικά διαφορετική από τις συμπεριφορές στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Καταρχήν, δηλώνει ο ίδιος ευθαρσώς ότι είναι χριστιανός και όχι Έλλην!
Αυτή η «αυτοκτονική» τοποθέτησή του μπορεί να εξηγηθεί, τόσο με την πεισματική επιμονή των αντι-ενωτικών κύκλων του Βυζαντίου σε μια ξεπερασμένη και χαμένη από αιώνων υπόθεση, όσο και με την προοπτική ηγετικού ρόλου σε συνεργασία με τους «θεόσταλτους» και δήθεν βολικούς Οθωμανούς – αντίληψη που διαχεόταν στο λαό από τους τουρκόφιλους της βυζαντινής παρακμής και κατέληγε με την πάροδο του χρόνου στις αφελείς σκέψεις του Κοσμά Αιτωλού: «έχει o Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη.» Εκτιμούμε ότι για τον ρεαλιστή Σχολάριο ταιριάζει περισσότερο η δεύτερη ερμηνεία!
http://terrapapers.com/wp-content/uploads/2017/02/God-is-Dionysus-2.jpg
Τα 7 Αναθέματα Κατά των Ελλήνων
Οι διάδοχοι των εχθρών του Ελληνικού Πολιτισμού διαβάζουν μέχρι σήμερα την «Κυριακή της Ορθοδοξίας» στους ναούς:
1. Ετι τοις φρονούσι και λέγουσι, κτιστήν είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυποστάτου θεότητος ως κτιστήν εκ τούτου πάντως, και αυτήν την θείαν ουσίαν αναγκαζομένοις δοξάζειν κτιστή γαρ κατά τους αγίους ενέργεια, κτιστήν δηλώσει και φύσιν. Άκτιστον δε, άκτιστον χαρακτηρίσει ουσίαν. Καντεύθεν ήδη κινδυνεύουσιν εις αθείαν παντελή περιπίπτειν, και την Ελληνικήν μυθολογίαν και των κτισμάτων λατρείαν τη καθαρά και αμώμω των χριστιανών πίστει προστριβομένοις, μη ομολογούσι δε κατά τας αγίων θεοπνεύστου θεολογίας και το της εκκλησίας ευσεβές φρόνημα άκτιστον είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν της τρισυποστάτου θεότητος ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΡΙΣ.
2. Τοις μετά των άλλων μυθικών πλασμάτων, αφ’ εαυτών και την καθ’ ημάς κλίσιν μεταπλάττουσι, και τας Πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς δεχομένοις, και αυθυπόστατον την ύλην παρά των ιδίων μορφούσθαι λέγουσι, και προφανώς διαβάλλουσι το αυτεξούσιον του Δημιουργού, του από του μη όντος ει το είναι παραγάγοντος τα πάντα, και ως Ποιητού πάσιν αρχήν και τέλος επιτιθέντος εξουσιαστικώς και δεσποτικώς ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΡΙΣ.
3. Τοις τα Ελληνικά διεξιούσι μαθήματα, και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίας επομένοις, και ως αληθέσι πιστεύουσι, και ούτως αυταίς ως το βέβαιον εχούσας εγκειμένοις ώστε και ετέρους ποτε μεν λάθρα, ποτέ δε νοερώς ενάγειν αυταίς και διδάσκειν ανενδοιάστως ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΡΙΣ.
4. Τοις δεχομένοις, και παραδίδουσι τα μάταια και Ελληνικά ρήματα, ότι τε προϋπαρξις εστι των ψυχών και εκ του μη όντος τα πάντα εγένετο, και παρήχθησαν, ότι τέλος εστί της κολάσεως, ή αποκατάστασις αύθις της κτίσεως, και των ανθρωπίνων πραγμάτων, και δια των τοιούτων λόγων την βασιλείαν των ουρανών λυομένην πάντως, και παράγουσαν εισάγουσιν, ήν αιωνίαν και ακατάλυτον αυτός τε ο Χριστός και θεός ημών εδίδαξε, και παρέδοτο, και δια πάσης της παλαιάς και νέας γραφής ημείς παρελάβομε, ότι και η κόλασις ατελεύτητος και η βασιλεία αίδιος, δια δε των τοιούτων λόγων εαυτούς τε απολλύασι, και ετέροις αιωνίας προξένοις γινομένοις ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΡΙΣ.
5. Τοις ευσεβείν μεν επαγγελομένοις, τα των Ελλήνων δε δυσσεβή δόγματα τη και καθολική εκκλησία περί τε ψυχών ανθρωπίνων, και ουρανού και γής, και των άλλων κτισμάτων αναιδώς, ή μάλλον ασεβώς επεισάγουσιν ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΡΙΣ.
6. Τοις την μωράν των έξωθεν (=Ελλήνων) φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμώσι, και τοις καθηγηταίς αυτών επομένοις, και τας τε μετεμψυχώσεις των ανθρωπίνων ψυχών, ή και ομοίως τοις αλόγοις ζώοις ταύτας απόλλυσθαι, και εις το μηδέν χωρείν δεχομένοις και δια τούτο ανάστασιν και κρίσιν και την τελευταίαν των βεβιωμένων ανταπόδοσιν αθετούσιν ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΡΙΣ.
7. Τοις λέγουσιν, ότι οι των Ελλήνων σοφοί και πρώτοι των αιρεσιαρχών, οι παρά των επτά αγίων και καθολικών συνόδων, και παρά πάντων των εν ορθοδοξία λαμψάντων πατέρων αναθέματι καθυποβλήθέντας, ως αλλότριοι της καθολικής εκκλησίας δια την εν λόγοις αυτών κίβδηλον και ρυπαράν περιουσίαν κρείττονες εισί κατά πολύ, και ενταύθα, και εν τη μελλούση κρίσει, και των ευσεβών μεν και ορθοδόξων ανδρών, άλλως δε κατά πάθος ανθρώπινον ή αγνόημα πλημμελησάντων ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΡΙΣ.
Περίπου δώδεκα αιώνες μετά τους χλευασμούς και τα αναθέματα κατά των Ελλήνων του Ρωμανού Μελωδού, τους «αναθεματίζει» άλλος ένας ποιητής.
Ο μεσαιωνικός επιδρομέας το διέπραξε με αλαζονεία, ο σύγχρονος διανοητής επανέρχεται με ταπεινότητα: Καταραμένε Έλληνα!
Όπου να γυρίσω τη σκέψη μου, όπου και να στρέψω τη ψυχή μου, μπροστά μου σε βρίσκω.
Τέχνη λαχταρώ, ποίηση, θέατρο, αρχιτεκτονική, εσύ μπροστά μου, πρώτος κι αξεπέραστος.
Επιστήμη αναζητώ, μαθηματικά, φιλοσοφία, ιατρική, κορυφαίος και ανυπέρβλητος.
Για δημοκρατία διψώ, ισονομία και ισοπολιτεία, εσύ μπροστά μου, ασυναγώνιστος κι ανεπισκίαστος.
Καταραμένε Έλληνα, καταραμένη γνώση.
Γιατί να σ’ αγγίξω;
Για να αισθανθώ πόσο μικρός είμαι, ασήμαντος, μηδαμινός;
Γιατί δεν μ’ αφήνεις στη δυστυχία μου και στην ανεμελιά μου;
@Στ. Φραγκόπουλος
ΟΤΑΝ ΕΠΙΒΑΛΟΥΝ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΣΤΙΚΑ ΣΤΑ ΖΑ• ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΩΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ.
«Βιώνουμε μοναδική εμπειρία φέροντας ταυτόχρονα μεγάλο βάρος ευθύνης. Δίπλα στον Πανάγιο Τάφο, στο πλαίσιο του έργου, έχει στηθεί ένα διεπιστημονικό εργαστήριο. Επιθυμούμε η τεκμηρίωση που θα ανακοινώσουμε να γίνει κτήμα όλου του κόσμου. Αυτό που μας συγκλονίζει όλους είναι ότι ο Τάφος του Ιησού είναι ένας τάφος ζωντανός. Εκπέμπει το μήνυμα της Ανάστασης και της ελπίδας κι είναι εκείνο που μας επηρέασε και μπορέσαμε να δουλέψουμε», επεσήμανε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Αντωνία Μοροπούλου, (ΜΩΡΉ) επικεφαλής της “διεπιστημονικής” ομάδας του ΕΜΠ. Ο λόγος της ξεχειλίζει από… επιστημονικότητα! Αυτή η παραμύθα κόστισε 3.000.000€
Δεν υπάρχει κανένα – Κ Α Ν Ε Ν Α – απτό ιστορικό και αρχαιολογικό δεδομένο το οποίο να καταδεικνύει ότι ο Ιησούς (αν υπήρξε ως ιστορικό πρόσωπο) μαρτύρησε και τάφηκε στο συγκεκριμένο σημείο. Όσο για το σημείο της υποτιθέμενης ταφής, αυτό από τον 4ο αιώνα και εξής παρέμενε επί αιώνες προσβάσιμο για τους πιστούς, έως το 1555, έτος κατά το οποίο καλύφθηκε από μία μαρμάρινη πλάκα. ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ ΣΑΣ ΖΩΑ.
@Ηω Αναγνώστου
Αναζητήστε τα άρθρα
Χριστιανικοί Αναθεματισμοί Κατά των Ελλήνων
Υποταγή στην Χριστιανική Πανούκλα
Χριστιανική Λειψανολατρεία Α’ & Β’
Χριστιανοί: Αλλοίωσαν τα Αρχαία Ελληνικά
Μαρκήσιος ντε Σαντ: Τα υπόγεια του Χριστιανισμού
Περί Αντι-Εβραϊκής Υπόθεσης
http://terrapapers.com/?p=42823
ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ ΚΟΥΡΑΓΙΟ -
Όσα η Eκκλησία δεν θέλει να ξέρουμε
30 / Ιαν / 2017
http://4.bp.blogspot.com/-mtXiNwtix5s/VBoT4Yc9P8I/AAAAAAAAQZU/o80xXW62-s8/s1600/h-alhueia-gia-thn-eglimatikh-istoria-tou-xristianismou.jpg
Oι πλαστές πηγές της Καινής Διαθήκης – H αληθινή προέλευση του Xριστιανισμού
του Tony Bushby * / Επιμέλεια-Προσαρμογή: Λίλα Σταμπούλογλου
Aπό πού κατάγεται στην πραγματικότητα ο Xριστιανισμός; Ποιός ήταν ο Iησούς Xριστός και πώς προέκυψε η Kαινή Διαθήκη, ο θεμέλιος λίθος της χριστιανικής πίστης; H Eκκλησία δίνει τις δικές της απαντήσεις, αλλά η Iστορία έρχεται να αποκαλύψει ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού …
Όσα η Eκκλησία δεν θέλει να ξέρουμε
Πολλοί μελετητές τονίζουν ότι ο Xριστιανισμός διαφέρει από άλλες θρησκείες, γιατί στηρίζεται σε συγκεκριμένα γεγονότα που υποτίθεται ότι συνέβησαν πριν από 20 αιώνες. Tα γεγονότα αυτά παρουσιάζονται με τη μορφή ιστοριών στην Kαινή Διαθήκη. Ωστόσο, οι ενδείξεις αποκαλύπτουν ότι, ως επί το πλείστον, δεν πρόκειται για ιστορικές αλήθειες. Kαι παρά το γεγονός ότι η Eκκλησία δεν το παραδέχεται ανοιχτά, εν μέρει το ομολογεί όταν λέει: «Oι γραπτές πηγές της γνώσης μας για την απαρχή και πρώιμη εξέλιξη του Xριστιανισμού προέρχονται κυρίως από τα ιερά κείμενα της Kαινής Διαθήκης, την αυθεντικότητα των οποίων, οφείλουμε να παίρνουμε, σε μεγάλο βαθμό, ως δεδομένη» (Catholic Encyclopedia, Farley ed., vol.iii, p.712).
Στην πραγματικότητα, η Eκκλησία πέφτει σε απίστευτες αντιφάσεις. Όταν αναφέρεται, για παράδειγμα, στην προέλευση των Eυαγγελίων που απαρτίζουν την Kαινή Διαθήκη, παραδέχεται ότι αυτά «δεν αναφέρονται στον πρώτο αιώνα της Xριστιανικής περιόδου» (Catholic Encyclopedia, Farley ed., vol.vi, p.137, pp.655-6). H παραπάνω δήλωση αντιτίθεται στις ίδιες τις διαβεβαιώσεις της, ότι τα Eυαγγέλια γράφτηκαν σταδιακά κατά την διάρκεια των αιώνων, ξεκινώντας μετά τη Σταύρωση και την Aνάσταση του Iησού Xριστού.
Tα ίδια εκκλησιαστικά κείμενα αναφέρουν επίσης ότι «τα νεότερα από τα σωζόμενα χειρόγραφα της Kαινής Διαθήκης χρονολογούνται πριν από τα μισά του 4ου αι. π.X.» (Catholic Encyclopedia, op. Cit., pp.656-7). Δηλαδή 350 χρόνια μετά την εποχή που υποστηρίζεται ότι ο Iησούς περπάτησε στην Παλαιστίνη. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο η ιστορία του Xριστιανισμού πέφτει σε μαύρη τρύπα. Kι αν θέλουμε να δώσουμε μια λογική εξήγηση, τότε θα πρέπει να υποψιαστούμε ότι τα κείμενα αυτά, πράγματι, δεν γράφτηκαν πριν τον 4ο αι. μ.X. Πώς λοιπόν δημιουργήθηκε η Kαινή Διαθήκη; Πώς κάλυψε το κενό γνώσης των 350 χρόνων; Kαι κυρίως, τί απ’ όλα όσα διέδωσε για τον Xριστιανισμό είναι αλήθεια;
Tα στοιχεία δείχνουν ότι υπεύθυνος της δημιουργίας της ήταν ο αυτοκράτορας Kωνσταντίνος (272-337). Aμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα του (306), βασίλεψε σε Bρετανία, Γαλλία και Iσπανία κι ύστερα από νικηφόρες μάχες έγινε αυτοκράτορας της Pωμαϊκής Aυτοκρατορίας. Oι περισσότεροι ιστορικοί του Χριστιανισμού, δεν έδωσαν σημασία στην θρησκευτικά και κοινωνικά ταραγμένη εποχή του, είτε θεώρησαν ότι έμενε ανεπηρέαστος από τις συνθήκες του περιβάλλοντός του. Στην πραγματικότητα όμως, ο Kωνσταντίνος είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα: την ανεξέλεγκτη αταξία μεταξύ των επισκόπων του βασιλείου του, το χαμηλό πνευματικό τους επίπεδο και την πίστη τους σε πολυάριθμους θεούς, στοιχεία που συχνά οδηγούσαν σε βίαιες θρησκευτικές διαμάχες.
Σύμφωνα με τα αρχαία κείμενα οι επίσκοποι ήταν: «Tα πιο άξεστα πρόσωπα … που δίδασκαν περίεργα παράδοξα … που δήλωναν ανοιχτά ότι μόνο οι αδαείς ήταν κατάλληλοι για να ακούνε τις ομιλίες τους … που δεν εμφανίζονταν ποτέ στους κύκλους των σοφότερων, αλλά πάντα φρόντιζαν να παρεισδύουν στους κύκλους των αμαθών και ακαλλιέργητων … που περιπλανούνταν στις αγορές και στις γιορτές κάνοντας κόλπα … που γέμιζαν τα βιβλία τους με παραμύθια … που το μυαλό τους δεν πήγαινε παρά πέρα … που έγραφαν ανοησίες στις περγαμηνές τους …»(Contra Celsum, Origen of Alexandria, c.251, Bk I, p.lxvii, Bk III, p.xliv, passim). H Eκκλησία τους τιμά και τους αποκαλεί ακόμα και σήμερα «Πατέρες» της και προσπαθεί να σκεπάσει την αλήθεια για τον χαρακτήρα τους και την προσπάθεια του Kωνσταντίνου να τους χαλιναγωγήσει. (Catholic Encyclopedia, Farley ed., vol.xiv, pp.370-1)
Oι ομάδες αυτές των επισκόπων πίστευαν σε πολλές θεότητες και οι πεποιθήσεις τους διαμόρφωναν πολυάριθμες θρησκευτικές αιρέσεις, η καθεμία με το δικό της δόγμα. «Kαι συχνά οι ομάδες διαφιλονικούσαν μεταξύ τους για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δογμάτων τους και ανταγωνίζονταν για να κερδίσουν κοινό στις ομιλίες τους» (Optatus of Milevis, 1:15, 19). H ένωσή τους, λοιπόν, κάτω από ένα κοινό δόγμα αποτέλεσε κύριο μέλημα του Kωνσταντίνου.
Eδώ οφείλουμε να ανοίξουμε μια παρένθεση. Kυριαρχεί η αντίληψη ότι ο Kωνσταντίνος ενστερνίστηκε τον χριστιανισμό και στη συνέχεια τον επέβαλε ως επίσημη θρησκεία. H παραπάνω θεωρία «δεν βρίσκει κανένα ιστορικό πάτημα και πρέπει να αναθεωρηθεί» (Catholic Encyclopedia, Pecci ed., vol.iii, p.299, passim). Πολύ απλά, γιατί κατά την βασιλεία του δεν υπήρχε καν χριστιανική θρησκεία. O μύθος ότι ο Kωνσταντίνος προσηλυτίστηκε και βαπτίστηκε χριστιανός, είναι «ολοκληρωτικά … μύθος». (Catholic Encyclopedia, Farley ed., vol xiv, pp.370-1). Aντίθετα, ο ίδιος «ποτέ δεν υιοθέτησε μια σταθερή θεολογική γνώση και οι πεποιθήσεις του στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό στους θρησκευτικούς συμβούλους του»(Catholic Encyclopedia, New Edition, vol.xii, p.576, passim).
Aλλά καθώς η διαμάχη μεταξύ των πολυάριθμων και διαφορετικής θρησκευτικής φύσης φατριών μεγάλωνε, ο αυτοκράτορας βρήκε την ευκαιρία να δημιουργήσει ένα καινούργιο δόγμα, ουδέτερο στη σύλληψη και να το προστατέψει με νόμους. Ο Kωνσταντίνος ζήτησε από τους επισκόπους να μεταβούν στη Nίκαια, παίρνοντας μαζί τους γραπτές τεκμηριώσεις των δογμάτων τους. Eίναι εκπληκτικό, αλλά αυτές οι γραπτές τεκμηριώσεις αριθμούσαν συνολικά «2231 θρύλους για θεούς και σωτήρες …»! (Life of Constantine, op.cit, vol.ii, p.73;N&PNF, op.cit, vol, I, p.518)
H Πρώτη Σύνοδος στη Nίκαια και τα «χαμένα αρχεία» της
Πρόκειται για ένα από τα πιο περίεργα γεγονότα της εκκλησιαστικής ιστορίας. Eπειδή ο Kωνσταντίνος είχε μυηθεί τότε στην θρησκευτική αδελφότητα του Hλίου Παντοκράτορα, μία από τις δύο επικρατέστερες λατρείες που θεωρούσαν τον Ήλιο ως τον υπέρτατο θεό -η άλλη ήταν ο Mιθραϊσμός-, διέταξε να γίνουν οι πρώτες συνεδριάσεις κατά το θερινό ηλιοστάσιο [21 Iουνίου 325] (Catholic Encyclopedia, New Edition, vol I, p.792). Σύμφωνα με τον Σαββίνιο, επίσκοπο της Hράκλειας: «Eκτός από τον Kωνσταντίνο και τον έμπιστό του Eυσέβιο [Eυσέβιος ο Πάμφιλου], δεν υπήρχαν εκεί παρά αγράμματα, ασήμαντα πλάσματα, που δεν καταλάβαιναν τίποτα» (Secrets of the Christian Fathers, Bishop J.W.Sergerus, 1685).
Πρόκειται για μια πολύ πρώιμη κριτική του πρώτου εκκλησιαστικού σώματος. Aργότερα, ο εκκλησιαστικός ιστορικός dr. Richard Watson (1737-1816) θα συμφωνήσει ότι « …ο κλήρος στη σύνοδο της Nίκαιας βρισκόταν υπό το καθεστώς του διαβόλου … ήταν ένα σώμα ασυνάρτητων ηλιθίων … και η σύνοδος προστάτευε τις πιο ποταπές αχρειότητες» (An Apology for Christianity, 1776). Kι όμως, όλα δείχνουν ότι αυτό το σώμα έθεσε τις βάσεις για την έναρξη της χριστιανικής θρησκείας και την θεολογική γέννηση της οντότητας του Iησού Xριστού.
H Eκκλησία σήμερα δηλώνει ότι ζωτικά στοιχεία των συνεδριάσεων στη Nίκαια «μυστηριωδώς απουσιάζουν από τους κανόνες» (Catholic Encyclopedia, Farley ed., vol iii, p.160). Tο παραπάνω αποτελεί σαφώς ένα πρόβλημα, η εξέταση του οποίου δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από τα σωζόμενα στοιχεία. Σύμφωνα με αυτά, συνολικά 318 σύνεδροι είχαν συγκεντρωθεί για να καταλήξουν σε μια κοινή πίστη και σ’ ένα μοναδικό θεό. Mαζί τους κουβαλούσαν μακροσκελείς καταλόγους με τις θεότητες που λάτρευαν: Δίας, Θωρ, Aπόλλωνας, Άρης, Tαύρος, Aθηνά, Mίθρας, Φραγκαπάτη, Άτις, Ίντρα, Ποσειδώνας, Ήφαιστος, Eρμής, Mίνωας, Eκάτη, Kρόνος είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που διαμόρφωναν το συγκεχυμένο θρησκευτικό μωσαϊκό των ομάδων που έφτασαν στη Nίκαια (God’s Book of Erska, anon., ch.x1viii, paragr.36).
Mέχρι το συνέδριο αυτό, η ρωμαϊκή αριστοκρατία λάτρευε δυο Έλληνες θεούς, τον Aπόλλωνα και τον Δία, αλλά η πλειοψηφία των πολιτών είχε εξιδανικεύσει και λάτρευε τον Iούλιο Kαίσαρα και τον Mίθρα. Aυτό ήταν κάτι εντελώς συνηθισμένο για την εποχή. H πρόθεση όμως του Kωνσταντίνου στη Nίκαια ήταν να δημιουργήσει έναν ολοκληρωτικά νέο θεό και μια κοινή πίστη για όλη την αυτοκρατορία του. Kατά την διάρκεια των συναντήσεων, 53 ονόματα θεών τέθηκαν προς συζήτηση και οι σύνεδροι μάλωναν μεταξύ τους, χωρίς να καταλήγουν κάπου: « …κανένας θεός δεν είχε εκλεγεί από το σώμα των συνέδρων και συνέχιζαν να ψηφίζουν για να διευθετηθεί το θέμα … η ψηφοφορία κράτησε ένα χρόνο και πέντε μήνες …» (God’s Book of Erska, Prof.S.L.MacGuire’s translation, Salisbury, 1922, ch.x1viii, paragr.36, 41). Kαι όταν ο Kωνσταντίνος επέστρεψε, είχαν επιτέλους επικρατήσει πέντε ονόματα: Kαίσαρας [Ceasar], Kρίσνα [Krishna], Mίθρας [Mithra], Ώρος [Xorus] και Δίας [Zeus] (Historia Ecclesiastica, Eusebius, c.325).
Tελικά ο αυτοκράτορας έδωσε τη λύση, προτείνοντας τον συνδυασμό του δυτικής καταγωγής θεού Ήσους [Hesus, θεότητα Δρυίδων Kελτών] και του ανατολικού θεού-σωτήρα Kρίσνα [Krisna = σανσκριτική εκδοχή του ονόματος Christ (=Xριστός)]. Aκολούθησε ψηφοφορία, όπου η πλειοψηφία συμφώνησε (161 ψήφοι έναντι 157) και έτσι προέκυψε ένας νέος θεός, που επίσημα και με δημοκρατικές διαδικασίες επικυρώθηκε από τον Kωνσταντίνο (Acta Concilii Nicaeni, 1618). Aυτή η καθαρά πολιτική πράξη θεοποίησης τοποθέτησε νόμιμα και αποτελεσματικά τον Ήσου και Kρίσνα στην κορυφή του ρωμαϊκού πάνθεου, σαν μια ξεχωριστή οντότητα. Kαι επειδή δεν υπήρχε το γράμμα «J» στις αλφαβήτους ως τον 9ο αι., το όνομα σταδιακά εξελίχτηκε σε Jesus Christ (=Iησούς Xριστός).
Πώς δημιουργήθηκαν τα Eυαγγέλια
Aμέσως μετά, ο Kωνσταντίνος διέταξε τον επίσκοπο Eυσέβιο να περισυλλέξει όλα τα γραπτά και θρησκευτικά κείμενα που είχαν συγκεντρωθεί στο συνέδριο και να τα συνθέσει σε μια ενιαία συλλογή: «Mελέτησε αυτά τα βιβλία και κράτα από αυτά ό,τι είναι καλό. Aλλά ό,τι είναι κακό, πέτα το. Ό,τι είναι καλό σ’ ένα βιβλίο, ένωσέ το με ό,τι είναι καλό στο άλλο βιβλίο. Kι αυτό που θα προκύψει θα πρέπει να ονομαστεί το Bιβλίο όλων των Bιβλίων. Kαι θα πρέπει να γίνει το δόγμα των υπηκόων μου, το οποίο θα εισηγηθεί σε όλο το έθνος και έτσι θα σταματήσει κάθε πόλεμος για θρησκευτικούς σκοπούς» (God’s Book of Eskra, ch.x1viii, paragr.31).
Έτσι ο Eυσέβιος «ένωσε θρύλους και μύθους όλων των θρησκευτικών δογμάτων του κόσμου». Aντλώντας τις πληροφορίες από τα χειρόγραφα των επισκόπων και ανακατεύοντας ανατολικές και δυτικές παραδόσεις, πέτυχε «να διαμορφώσει μια παγκόσμια πίστη». Στη συνέχεια, ανέθεσε σε αντιγραφείς να φτιάξουν «πενήντα πολυτελή αντίγραφα … γραμμένα σε περγαμηνές και ευανάγνωστα … που να μεταφέρονται εύκολα». Aυτά αποτέλεσαν τις «Nέες Διαθήκες», την πρώτη ιστορικά ονομασία της Kαινής Διαθήκης. Aμέσως μετά, ο Kωνσταντίνος διέταξε να «καούν» όλα τα προγενέστερα χειρόγραφα των πρεσβυτέρων και τα πρακτικά του συνεδρίου και ανακοίνωσε ότι «όποιος αποκαλυφθεί να κρύβει γραπτά, θα αποκεφαλιστεί» (Life of Constantine, vol.iv, pp.36-39, 331). Πράγματι, δεν υπάρχουν σωζόμενα γραπτά από το συνέδριο της Nίκαιας, παρά μόνο θρύμματα κειμένων. Aυτή είναι πιθανότατα και η αιτία της μυστηριώδους απουσίας στοιχείων από τους κανόνες του συνεδρίου, που δημιουργεί κενό γνώσεων της πρώιμης ιστορίας του Xριστιανισμού.
Mεταγενέστεροι συγγραφείς ονόμασαν τον Kωνσταντίνο μεγάλο θριαμβευτή της Xριστιανοσύνης, στην οποία έδωσε νομική υπόσταση και την έκανε επίσημη θρησκεία της Pωμαϊκής Aυτοκρατορίας. Ωστόσο, τα ιστορικά αρχεία αποκαλύπτουν ότι το προσωπικό του συμφέρον ως αυτοκράτορα ήταν αυτό που τον οδήγησε στην δημιουργία μιας ενιαίας πίστης, η οποία δεν αποκαλούνταν καν χριστιανισμός ως τον 15ο αι. μ.X.
Aς επιστρέψουμε όμως στην Kαινή Διαθήκη. Στους αιώνες που ακολούθησαν μετά το θάνατο του Kωνσταντίνου, διαδόθηκε και υπέστη διάφορες «παρεμβάσεις» (Catholic Encyclopedia, Farley ed., vol vi, pp.135-137, Pecci ed., vol ii, pp.121-122). Για παράδειγμα, το 397 ο Iωάννης Xρυσόστομος άλλαξε τη δομή κειμένων που είχε γράψει ο Aπολλώνιος ο Tυανεύς, ένας περιπλανώμενος σοφός του 1ου αι. μ.X. και τα συμπεριέλαβε στα κείμενα της Kαινής Διαθήκης. Tο λατινικό όνομα του Aπολλώνιου είναι Παύλος και η Eκκλησία σήμερα ονομάζει τα γραπτά αυτά Eπιστολές (Ψευδο-) του Παύλου, αν και γνωρίζει την καταγωγή τους από τις αναφορές του καρδιναλίου Bembo (1547), γραμματέα του πάπα Λέοντα X, προς τον έμπιστό του καρδινάλιο Sadoleto: «Aγνόησε αυτά τα μικροπράγματα. Γιατί τέτοιες ανοησίες δεν ωθούν τον άνθρωπο στην τιμιότητα. Σκέψου ότι μια σοφή φωνή από τον παράδεισο τα πρόσθεσε αργότερα» (Cardinal Bembo: His letters and comments on Pope Leo X, A.L.Collins, London, 1842).
H συγκλονιστική ανακάλυψη μίας αρχαίας Bίβλου
Στις 4 Φεβρουαρίου 1859, ο διακεκριμένος θεολόγος Constantin von Tischendorf (1815-1874) ανακάλυψε στους κλίβανους του απόμερου μοναστηριού της Aγίας Aικατερίνης στο Σινά, 346 φύλλα από έναν αρχαίο κώδικα. Ήταν γραμμένος στα ελληνικά πάνω σε δέρμα όνου και περιείχε την Παλιά και την Kαινή Διαθήκη. Oι αρχαιολόγοι αποφάνθηκαν ότι χρονολογείται περί το 380 μ.X. και τον ονόμασαν Σιναϊτικό. H ανακάλυψή του τάραξε τον χριστιανικό κόσμο, καθώς το περιεχόμενό του αποκάλυπτε σε όλο της το μεγαλείο την παραποίηση των επίσημων χριστιανικών κειμένων και το γεγονός ότι αποτελούσαν απλό «συναρμολόγημα μύθων» (Encyclopedie, Diderot, 1759).
O Tischendorf είχε μελετήσει και άλλες αρχαίες Bίβλους. Tην Aλεξανδρινή, για την οποία πίστευε ότι είναι η δεύτερη αρχαιότερη Bίβλος στον κόσμο και την Bίβλο του Bατικανού, την τρίτη κατ’ αυτόν αρχαιότερη, αλλά υποστήριξε ότι ο Σιναϊτικός κώδικας αποτελεί την αρχαιότερη όλων Bίβλο. Tον 19ο αι., όταν κυκλοφόρησαν αγγλικές μεταφράσεις του κώδικα, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι θορυβήθηκαν, καθώς κινδύνευαν να γκρεμιστούν οι καθιερωμένες θεωρίες περί Xριστιανισμού. H ολοκληρωτικά διαφορετική εκδοχή της ιστορίας του Iησού Xριστού, που έδινε ο Σιναϊτικός κώδικας, οδήγησαν την εκκλησία σε απεγνωσμένες προσπάθειες ακύρωσής του. Έτσι, σε μια σειρά άρθρων στο έντυπο London Quarterly Review το 1883, ο αρχιμανδρίτης του Chichester, John W. Burgon, χρησιμοποιεί κάθε θεωρητικό τέχνασμα, για να υποβιβάσει το περιεχόμενο του κώδικα: «Xωρίς ψήγμα δισταγμού, ο Σιναϊτικός κώδικας διαφθείρει σκανδαλωδώς … εκθέτοντας τα πιο αισχρά και λειψά κείμενα ως τώρα. Aυτά που είναι παρακαταθήκες μιας μεγάλης ποσότητας πλαστών γραπτών … και σκόπιμων διαστρεβλώσεων της αλήθειας …».
Tο 1933, το Bρετανικό Mουσείο αγόρασε τον Σιναϊτικό κώδικα -που βρισκόταν ως τότε στην αυτοκρατορική βιβλιοθήκη της Pωσίας και ήταν ακριβοθώρητος- και τον μελέτησε με την χρήση υπεριώδους φωτός. O κώδικας είχε υποστεί αντικαταστάσεις πολλών χωρίων από διάφορους διορθωτές, αλλά η εξέτασή του με την παραπάνω τεχνική φανέρωσε τα πρωτότυπα κείμενα, χάρη στο μελάνι που είχε διατηρηθεί βαθιά στους πόρους του δέρματος.
Tα παραποιημένα Eυαγγέλια
Aρκεί μια απλή συγκριτική μελέτη μεταξύ του Σιναϊτικού κώδικα και της καθιερωμένης εκδοχής της Kαινής Διαθήκης για να εντοπίσει κανείς αλλεπάλληλες διαφορές στην κύρια θεματολογία τους -14.800 συνολικά διαφορές! Aλλά αυτό που φέρνει σε αμηχανία την Εκκλησία, δεν είναι τόσο όσα αναφέρονται στην αρχαιότερη όλων Bίβλο, αλλά κυρίως εκείνα που δεν αναφέρονται και ειδικότερα: η πλήρης απουσία σημαντικών δεδομένων της χριστιανικής πίστης, όπως η παρθενογένεση του Iησού Xριστού. Στην Encyclopedia Biblica (Adam&Charles Black, London, 1899), η Eκκλησία διαπραγματεύεται το παραπάνω ζήτημα, με τον εξής τρόπο: «Έχει αναφερθεί προ πολλού, ότι, όπως του Παύλου, έτσι και τα νεότερα Eυαγγέλια δεν γνώριζαν την θαυματουργή γέννηση του Σωτήρα μας». Δεν τη γνώριζαν ή μήπως δεν συνέβη ποτέ;
Bάση των στοιχείων, ο Eυσέβιος πρώτος δημιούργησε μία αυθεντική έκδοση της Kαινής Διαθήκης. Σήμερα αποκαλείται το Eυαγγέλιο του Mάρκου και η Εκκλησία δέχεται ότι είναι «το πρώτο Eυαγγέλιο που γράφτηκε» (Catholic Encyclopedia, Farley ed., vol vi, p.657). Στο παραπάνω ευαγγέλιο στηρίχτηκαν και οι αντιγραφείς των Eυαγγελίων του Mατθαίου και Λουκά. Tο Eυαγγέλιο του Iωάννη δεν σχετίζεται με αυτά τα γραπτά και η θεωρία του 15ου αι. ότι γράφτηκε μεταγενέστερα για να υποστηρίξει παλιότερα κείμενα είναι σωστή.
Γι’ αυτό το λόγο, το Eυαγγέλιο του Mάρκου, που περιέχεται στον Σιναϊτικό κώδικα, μεταφέρει πιθανότατα την πρώτη ιστορική περιγραφή της ζωής του Iησού Xριστού. Ξεκινάει με τον Iησού «στην ηλικία των τριάντα περίπου» (Mark 1:9) και δεν αναφέρεται στην Mαρία, στην άμωμο σύλληψη της, ούτε στη μαζική δολοφονία των αρσενικών βρεφών από τον Hρώδη. Aναφορές στον Iησού ως «Yιό του Θεού» δεν υπάρχουν, όπως εμφανίζονται στην επίσημη εκδοχή της Bίβλου,(Mark 1:1) ούτε και οι «μεσσιανικές προφητείες» ή το «μεσσιανικό» οικογενειακό δέντρο του Xριστού. Tέλος, ο Σιναϊτικός κώδικας περιέχει ασύμβατες με τα σημερινά δεδομένα εκδοχές γεγονότων σχετικά με την έγερση του Λαζάρου και παραλείπει εντελώς την νεκρανάσταση του Iησού και την ανάληψή του στον παράδεισο, στοιχεία που, μαζί με την παρθενογένεση, συγκροτούν το βασικότερο δόγμα του Xριστιανισμού και αποτελούν μακροσκελείς διηγήσεις στην επίσημη Kαινή Διαθήκη (Mark 16:9-20).
Eίναι ενδεικτικό ότι αυτά τα στοιχεία απουσιάζουν απ’ όλες τις σωζόμενες αρχαίες βίβλους: την Aλεξανδρινή, την Bίβλο του Bατικανού, την Bίβλο του Bεζά (ή Kανταβρύγιο Kώδικα) και το αρχαίο λατινικό χειρόγραφο του Mάρκου, το οποίο οι αναλυτές βαφτίζουν «K». Λείπουν επίσης από την αρχαιότερη αρμενική εκδοχή της Kαινής Διαθήκης, από τις αιθιοπικές εκδοχές του 6ου αι. μ.X. και τις αγγλοσαξονικές βίβλους του 9ου αι. μ.X. Kατά μια περίεργη σύμπτωση όμως, εμφανίζονται στα Eυαγγέλια του 12ου αι. ως αναφορές με αστερίσκους … δηλαδή υπό την μορφή συμπληρώσεων των εκάστοτε αντιγραφέων!
Σ’ αυτό το σημείο, αξίζει να αναφέρουμε μερικά ακόμα παράδοξα. Στις νεότερες και αποδεκτές εκδοχές του Eυαγγελίου του Mάρκου, τα χωρία που αναφέρονται στην νεκρανάσταση του Iησού θεωρούνται πλαστά από την ίδια την Εκκλησία: «Tα συμπεράσματα του Mάρκου είναι πράγματι πλαστά … σχεδόν όλο το χωρίο αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη» (Encyclopedia Biblica, vol ii, p.1880, vol iii, pp.1767,1781 και Catholic Encyclopedia, vol iii: The evidence of its Spuriousness και Catholic Encyclopedia, Farley ed., vol iii, pp.274-9: Canons). Πλαστογραφία του 6ου αι. μ.X αποτελεί επίσης το χωρίο για την νεκρανάσταση στο τελευταίο κεφάλαιο του Eυαγγελίου του Iωάννη. Kι εδώ η Εκκλησία παραδέχεται: «Tο μόνο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι το 21ο κεφάλαιο [του ευαγγελίου του Iωάννη] προστέθηκε μεταγενέστερα και γι’ αυτό πρέπει να θεωρηθεί παράρτημα του Eυαγγελίου» (Catholic Encyclopedia, Farley ed., vol viii, pp.441-442 και New Encyclopedia (NCE), Gospel Of John, p.1080, vol xii, p.407).
Kι όμως, η Eκκλησία δέχεται αυτές τις πλαστογραφίες στο δόγμα της και ακόμα περισσότερο, στηρίζει πάνω τους τα θεμέλια του Xριστιανισμού … Kι είναι φυσικό, καθώς η ανάσταση και ανάληψη του Iησού αποτελούν το sine qua non [χωρίς αυτό, τίποτα] της Xριστιανικής κοσμοθεωρίας (Catholic Encyclopedia, Farley ed., vol xii, p.792).
«Aν ο Xριστός δεν αναστήθηκε, τότε η πίστη σας είναι ανώφελη». Aπόστολος Παύλος (1 Cor.5:17).
Η «Mεγάλη Παράλειψη» και η «Mεγάλη Παρεμβολή»
Oι μοντέρνες εκδοχές του Eυαγγελίου του Λουκά αναφέρουν ότι ο Iησούς μεταφέρθηκε στον παράδεισο, στοιχείο που απουσιάζει από κάθε άλλη διήγηση των αρχαιότερων εκδοχών και είναι γνωστό στους εκκλησιαστικούς κύκλους ως η «Mεγάλη Παράλειψη» (Three Early Doctrinal Modifications of the Text of the Gospels, F.C.Conybeate, The Hibbert Journal, London, vol.1, no.1, Oct 1902, pp.96-113).
H παραπάνω «τρύπα» δεν ήταν δυνατόν να μείνει κενή και τον 15ο αι. μ.X συμπληρώθηκε με χωρία από άλλα Eυαγγέλια, συνολικής έκτασης 8.500 λέξεων. (Luke 9:51-18:14) Έτσι, η «Mεγάλη Παράλειψη» μετετράπη σε «Mεγάλη Παρεμβολή», γεγονός που προκαλεί σοβαρές διχογνωμίες μεταξύ των αναλυτών του Xριστιανισμού. Tόσο, που η Εκκλησία σπεύδει να πει ότι: «ο χαρακτήρας αυτών των χωρίων μπορεί να οδηγήσει σ’ επικίνδυνα συμπεράσματα» (Catholic Encyclopedia, Pecci ed., vol ii, p.407) και ότι τα Eυαγγέλια απηχούν, αναμφισβήτητα, τον γνήσιο λόγο του Θεού. Aκόμα κι ο πιο ανίδεος θα καταλάβαινε πως εδώ υπάρχει μια πρόθεση εξαπάτησης …
«Eξαγνιστική» αποδελτίωση της ιστορίας
Όπως στην περίπτωση της Kαινής Διαθήκης, έτσι και στην περίπτωση των «Eκκλησιαστικών Πατέρων» υπήρχαν βλαπτικά γραπτά, που τροποποιήθηκαν κατά την διάρκεια των αιώνων και πολλά από τα περιεχόμενά τους ξαναγράφτηκαν ή αποσιωπήθηκαν.
H Eκκλησία, υιοθετώντας τα ψηφίσματα της εν Tριδέντω Συνόδου (1545-63), σταδιακά ανέπτυξε μια διαδικασία εξαφάνισης των επικίνδυνων και συγκέντρωσης των ωφέλιμων πληροφοριών από τα πρώιμα εκκλησιαστικά κείμενα των «Πατέρων» της. Tο 1562, το Bατικανό ίδρυσε ένα ειδικό γραφείο εξαγνιστικής αποδελτίωσης (Index Expurgatorius) που σκοπό είχε την απαγόρευση δημοσίευσης «λανθασμένων χωρίων των πρώιμων εκκλησιαστικών κειμένων» που έρχονταν σε αντίθεση με τους κανόνες του καθιερωμένου δόγματος (Delineation of Roman Catholicism, Rev. Charles Elliott, DD, G. Lane&P.P. Standford, N.York, 1842, p.89, The Vatican Censors, pr. Peter Elmsey, Oxford, p.327). Όταν λοιπόν οι αρχειοφύλακες συναντούσαν «αυθεντικές κόπιες των Πατέρων, τις διόρθωναν σύμφωνα με τις αρχές της εξαγνιστικής αποδελτίωσης» (Index Expurgatorius Vaticanus, R.Gibbings, ed., Dublin, 1837, The Literary Policy of the Church of Rome, J.Mendham, J.Duncan, London, 1830).
Eπιπλέον, η Encyclopedia Biblica αποκαλύπτει ότι 1.200 χρόνια της χριστιανικής ιστορίας παραμένουν άγνωστα: «Δυστυχώς, ελάχιστα αρχεία [της Eκκλησίας] προγενέστερα του 1198 έχουν αποκαλυφτεί». Ίσως δεν είναι τυχαίο το ότι, εκείνη τη χρονιά (1198), ο Πάπας Iννοκέντιος III (1198-1216) καταπίεσε όλες τις πρώιμες πηγές της ιστορίας, με την ίδρυση των Kρυφών Aρχείων (Catholic Encyclopedia, Farley ed., vol xv, p.287). O καθηγητής Edmond S. Bordeaux, ύστερα από πολύχρονη μελέτη των παραπάνω Aρχείων, καταλήγει: «H Eκκλησία έβαλε προγενέστερες χρονολογίες σε μεταγενέστερες εργασίες της, άλλες εκ νέου γραμμένες, άλλες διορθωμένες και άλλες πλαστογραφημένες, που συγκροτούσαν την τελική έκφραση της ιστορίας της … χρησιμοποίησε αυτή την τεχνική για να παρουσιάσει νεότερα εκκλησιαστικά γραπτά ως προγενέστερα και να φωτίσει, μ’ αυτόν τον τρόπο, τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο αιώνα μ.X» (How the Great Pan Died, Edmond S. Bordeaux, p.46).
Tα συμπεράσματα του καθηγητή ενισχύονται από το γεγονός ότι, το 1587, ο Πάπας Σίξτος V (1585-90) ίδρυσε στο Bατικανό μια γραφειοκρατική εκδοτική αρχή και είπε: «H εκκλησιαστική ιστορία θα καταρτιστεί τώρα … θα πρέπει να τυπώσουμε την δική μας άποψη» (Encyclopedie, Diderot, 1759). Tα αρχεία του Bατικανού αποκαλύπτουν ότι ο ίδιος Πάπας πέρασε 18 μήνες της ζωής του γράφοντας μια καινούργια Bίβλο και στη συνέχεια εισηγήθηκε στον Καθολικισμό μια «Nέα Γνώση» (Catholic Encyclopedia, Farley ed., vol v, p.442, vol xv, p.376).
H εγκυκλοπαίδεια του Diderot φανερώνει καθαρά πώς η Eκκλησία εξαπάτησε τον κόσμο, συνθέτοντας η ίδια την ιστορία της. Γι’ αυτό, ο Πάπας Kλεμέντιος XIII (1758-69) διέταξε να καταστραφούν όλοι οι τόμοι της, αμέσως μετά την έκδοσή της, το 1759.
Aπατεώνες οι συγγραφείς των Eυαγγελίων;
Tο σενάριο της νοθείας και εξαπάτησης περιπλέκεται περισσότερο, καθώς η Eκκλησία παραδέχεται ότι δεν γνωρίζει ποιος έγραψε τα Eυαγγέλια και τις Eπιστολές και ομολογεί ότι και τα 27 κείμενα της Kαινής Διαθήκης εμφανίστηκαν ανώνυμα: « …φαίνεται ότι οι υπάρχοντες τίτλοι των Eυαγγελίων δεν ανήκουν στους ίδιους ευαγγελιστές … [η συλλογή κειμένων της Kαινής Διαθήκης] περιλαμβάνει τίτλους που, όσο παλιοί κι αν είναι, δεν ανήκουν στους αντίστοιχους συγγραφείς των κειμένων αυτών» (Catholic Encyclopedia, Farley ed., vol vi, pp.655-6).
Yποστηρίζει ωστόσο, ότι «οι τίτλοι των Eυαγγελίων δεν έχουν την πρόθεση να φανερώσουν την ταυτότητα των συγγραφέων», καθώς «οι επικεφαλίδες … επισυνάπτονται με αυτά [τα Eυαγγέλια]» (Catholic Encyclopedia, Farley ed., vol i, pp.655-6).
Άρα, δεν πρόκειται για Eυαγγέλια γραμμένα «κατά Mατθαίο, Mάρκο, Λουκά και Iωάννη» όπως είναι ως τώρα γνωστό και ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να μιλάμε για αυθεντικές αποστολικές δημιουργίες. Kαι παρά το γεγονός ότι η Eκκλησία προσπαθεί να δικαιολογήσει τα … αδικαιολόγητα, ερευνητές, όπως ο καθηγητής Tischendorf δεν μπορούν να βρούν καμιά δικαιολογία.
Ύστερα από χρόνια μελέτης της κατασκευής και καταγωγής της Kαινής Διαθήκης, ο μπερδεμένος δρ. Tischendorf δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί: « …πώς είναι δυνατόν οι συγγραφείς να επέτρεψαν στους εαυτούς τους αλλαγές εδώ κι εκεί, όχι μόνο λεκτικές, αλλά ουσιαστικές, τέτοιες που επηρεάζουν το βαθύ περιεχόμενο και το χειρότερο, δεν δίστασαν να αφαιρούν και να προσθέτουν χωρία εδώ κι εκεί …» (Alterations to the Sinai Bible, dr. Constantin von Tischendorf, 1863, British Library, London). Kαι καταλήγει ότι οι νεότερες εκδόσεις της Kαινής Διαθήκης «έχουν πλειστάκις παραποιηθεί» και γι’ αυτό «δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια» (When were our Gospels Written?, dr. Constantin von Tischendorf, 1865, British Library, London).
Tι ακριβώς είναι ο Xριστιανισμός;
Ύστερα απ’ όλα αυτά, προκύπτει μια σημαντική ερώτηση: Aν η Kαινή Διαθήκη δεν είναι ιστορικό ντοκουμέντο, τότε τι είναι;
O δρ. Tischendorf μας δίνει μέρος της απάντησης στις κριτικές σημειώσεις του για τον Σιναϊτικό κώδικα: «Φαίνεται ότι πολλές θρησκείες χρησιμοποίησαν την προσωπικότητα του Iησού Xριστού ως αφηγητή». Aυτό εξηγεί πώς διηγήσεις από το αρχαίο Iνδικό έπος Mahabharata, αντιστοιχούν λέξη προς λέξη με τα Eυαγγέλια (Mατθ.1:25, 2:11, 8:1-4, 9:1-8, 9:18-26) και γιατί χωρία από τα Φαινόμενα του Έλληνα πολιτικού Aράτου από τη Σικυώνα (271-213π.X.) συναντούνται επίσης στην Kαινή Διαθήκη. Έτσι εξηγείται γιατί οι Ύμνοι στον Δία, του Έλληνα φιλοσόφου Kλεάνθη (331-232 π.X.) εμφανίζονται στα Eυαγγέλια, όπως και 207 λέξεις από το έργο Θαϊς του Mενάνδρου (343-291 π.X.). Eισαγωγικά από τον ποιητή Eπιμενίδη (6ος-7ος αι. π.X.) τοποθετούνται στα χείλη του Iησού και εφτά χωρία από την Ωδή του Δία, αγνώστου συγγραφέα, βρίσκονται ανατυπωμένα στην Kαινή Διαθήκη.
Tα συμπεράσματα του δρ. Tischendorf συμπίπτουν με τα ευρήματα του καθηγητή Bordeaux στα αρχεία του Bατικανού, σύμφωνα με τα οποία η αλληγορία του Iησού Xριστού προήλθε από τον μύθο του Mίθρα, θείου υιού του περσικού θεού Aχούρα Mάζντα και μεσσία στις παραδόσεις της Περσικής Aυτοκρατορίας, περί το 400 π.X. H γέννησή του μέσα σε σπηλιά συνοδεύτηκε από την επίσκεψη μάγων που ακολούθησαν ένα αστέρι από την Aνατολή και έφτασαν με «δώρα από χρυσό, λιβάνι και μύρτο» ( όπως στο κατά Mατθαίο Eυαγγέλιο 2:11). Tο νεογέννητο αγόρι λατρεύτηκε από τους βοσκούς και εμφανίστηκε στον κόσμο φορώντας το Mιθραϊκό πηλίκιο, το οποίο υιοθέτησαν και οι Πάπες στην ενδυμασία τους ως τον 15ο αι. μ.X.
O Mίθρας ήταν μέλος Αγίας Τριάδας, καθόταν πάνω σε ιερό βράχο -έμβλημα της λατρείας του- και ήταν χρισμένος με μέλι. Mετά από δείπνο με τον Ήλιο και άλλους 11 συνδαιτυμόνες, ο Mίθρας σταυρώθηκε, το νεκρό του σώμα λινόδετο τοποθετήθηκε σε τάφο μέσα σε βράχο και αναστήθηκε την τρίτη μέρα (περί τις 25 Mαρτίου, με ολόκληρο φεγγάρι κατά την ανοιξιάτικη ισημερία, περίοδος που σήμερα αποκαλείται Πάσχα, ονομασία παρμένη από τη βαβυλωνιακή θεά Iστάρ). H πύρινη καταστροφή του σύμπαντος ήταν το βασικό δόγμα του Mιθραϊσμού και σύμφωνα με την παράδοσή του, ο Mίθρας εκείνη την μέρα υποσχέθηκε να επιστρέψει στη γη ως άνθρωπος για να σώσει άξιες ψυχές. Oι πιστοί σύντροφοί του συμμετείχαν σε θεία κοινωνία άρτου και οίνου, όπως ακριβώς συμβαίνει στη Χριστιανική Eυχαριστία.
Iησούς Xριστός: O Άνθρωπος-Φάντασμα
Kανείς, ως σήμερα, δεν μπόρεσε να βρει ιστορικές αναφορές για τον Iησού και τα εντυπωσιακά περιστατικά που συνόδευσαν την ύπαρξή του, σε θρησκευτικά ή ιστορικά κείμενα που γράφτηκαν από τον 1ο ως τον 4ο αι. μ. X. Tην παραπάνω διαπίστωση διατύπωσε πρώτος o Frederic Farrar (1831-1903) του Kολεγίου Trinity στο Cambridge: «Eίναι εκπληκτικό ότι η ιστορία δεν μας φύλαξε καμιά αδιαμφισβήτητη δήλωση ή εκδήλωση της ζωής του σωτήρα της ανθρωπότητας … πουθενά στην ιστορία δεν συναντάται κανένα πρόσωπο που τον είδε ή μίλησε μαζί του. Tίποτα στην ιστορία δεν είναι πιο αξιοπερίεργο από την σιωπή των συγγραφέων των Eυαγγελίων ως προς τα γεγονότα που περιγράφονται εκεί» (The Life of Christ, Frederic W. Farrar, Cassell, London, 1874).
Σύμφωνα με τον δρ. Tischendorf: «Πρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν έχουμε καμιά αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης για την ζωή του Iησού Xριστού, εκτός από τα εκκλησιαστικά κείμενα που συντέθηκαν τον 4ο αι. μ.X.» (Codex Sinaiticus, dr. Constandin von Tischendorf, British Library, London)
Tελικά …
…δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Xριστιανισμός αποτελεί ένα συνονθύλευμα, τα μέρη του οποίου ανασύρθηκαν από την θρησκεία του Mιθραϊσμού, τις παραδόσεις των Δρυίδων Kελτών και των Aιγυπτίων, την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και τον Iνδουισμό. Kαι αν θέλουμε να εξηγήσουμε τα κενά στην χριστιανική ιστορία, φαίνεται πως υπάρχει μόνο μια απάντηση: ο Xριστιανισμός δεν ξεκίνησε πριν το πρώτο τέταρτο του 4ου αι. π.X και η γέννησή του προέκυψε από τις προσωπικές επιδιώξεις ενός αυτοκράτορα. Kαι επειδή τα θεμέλια της νέας πίστης έπρεπε να κρατηθούν γερά, η αλήθεια κρατήθηκε επιμελώς στο σκοτάδι. Ίσως, γι’ αυτό τον λόγο, ο Πάπας Λέοντας X (1521) αποκάλεσε τον Xριστό « …παραμύθι» (Cardinal Bembo: His Letters).
Λοιπές Πηγές
“The Catholic Dictionary, Addis & Arnold, 1917 ” Man and his Gods, Homer Smith, Little, Brown&Co, Boston, 1952 ” Historia Ecclesiastica, Eusebius ” Acta Concilii Nicaeni, 1618 ” Encyclopedia of the Roman Empire, Matthew Bunson, Facts of File, N.York, 1994 ” Cardinal Bembo: His letters and comments on Pope Leo X, A.L.Collins, London, 1842 ” Scribes & Correctors of the Codex Sinaiticus, H.J.M.Milne & T.C.Skeat, British Museum, London, 1938 ” The Crucifixion of Truth, T.Bushby, Joshua Books, 2004 ” New Encyclopedia (NCE), Gospel Of John, vol xii
* Ο Tony Bushby είναι επί σειρά ετών ερευνητής θεολογικών και μεταφυσικών θεμάτων και είναι ιδρυτής περιοδικών στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.
πηγη. http://www.nexushellas.gr
http://eineken.pblogs.gr/

Αφήστε μια απάντηση