Οφείλει κανείς να είναι πάρα πολύ προσεκτικός με ένα πληγωμένο θηρίο – πόσο μάλλον με μία στρατιωτική και χρηματοπιστωτική υπερδύναμη, σε πορεία παρακμής, η οποία θα μπορούσε να καταστρέψει μέσα σε ελάχιστες ώρες οποιοδήποτε κράτος του πλανήτη, χωρίς να κινδυνεύσει
του Βασίλη Βιλιάρδου
“Η διελκυστίνδα, γνωστή από τα παιδικά μας χρόνια, είναι ένα παιχνίδι έντονου ανταγωνισμού μεταξύ δύο αντιπάλων, με στόχο την τελική επικράτηση – ενώ διεξάγεται συνήθως με τη βοήθεια ενός σχοινιού, στα άκρα του οποίου ευρίσκονται δύο αντιμαχόμενα άτομα ή ισάριθμες ομάδες που προσπαθούν, τραβώντας τον αντίπαλο με δύναμη, να τον παρασύρουν προς το μέρος τους.
Στα πλαίσια τώρα της οικονομίας συμβαίνει κάτι ανάλογο, αφού οι περισσότερες χώρες του πλανήτη αγωνίζονται, στη μία και στην άλλη πλευρά της διελκυστίνδας, είτε εναντίον του (υπερ)πληθωρισμού, είτε εναντίον του αποπληθωρισμού – ο οποίος συνήθως καταλήγει σε μία καταστροφική ύφεση. Το ίδιο συμβαίνει και με τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, από τις οποίες κρίνονται οι εξαγωγικές επιδόσεις των κρατών, οι αγοραστικές αξίες και πάρα πολλά άλλα – επίσης με τα ισχυρά, παγκόσμια νομίσματα, τα οποία πολεμούν μεταξύ τους για τη χρηματοπιστωτική ηγεσία του πλανήτη.
Αντίστοιχα με το παιχνίδι, στην αρχή δεν παρατηρούνται σημαντικές κινήσεις, αφού οι δύο ομάδες είναι εξίσου «επανδρωμένες» – αν και οι δυνάμεις έλξης που ασκούνται στο σχοινί αυξάνονται συνεχώς. Κάποια στιγμή όμως, η μία από τις δύο ομάδες αδυνατεί να ανταπεξέλθει – με αποτέλεσμα να παρασύρεται από την άλλη, προς τη δική της πλευρά, περνώντας τη μεσαία γραμμή ισορροπίας και χάνοντας το παιχνίδι”.
Ανάλυση
Μεταφορικά, το παραπάνω «παιχνίδι» παίζεται σήμερα εντός των Η.Π.Α. από την Fed, η οποία θεωρεί ότι, είναι υποχρεωμένη να «ενθαρρύνει» τον πληθωρισμό, πριν οδηγηθεί η αμερικανική οικονομία στην ύφεση – γεγονός που θα συνοδευόταν από μία έκρηξη της ανεργίας, ακολουθούμενη από αιματηρές κοινωνικές εξεγέρσεις.
Η «ενθάρρυνση» αυτή επιτυγχάνεται με τη «συγκράτηση» του βασικού επιτοκίου στο μηδέν, καθώς επίσης με τα συνεχώς νέα πακέτα ρευστότητας (Quantitative Easing ή QE 1,2,3, κλπ.) – με την κλιμακούμενη «διόγκωση» καλύτερα της ποσότητας χρήματος, μέσω αγοράς ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου (όπου διατηρούνται παράλληλα χαμηλά τα επιτόκια δανεισμού των Η.Π.Α., λόγω της αυξημένης ζήτησης από τη Fed των ομολόγων που εκδίδει η κυβέρνηση).
Το αποτέλεσμα πιθανότατα θα είναι ο υπερπληθωρισμός – κυρίως επειδή οι Η.Π.Α., έχοντας βιώσει μία καταστροφική ύφεση στο παρελθόν (1929-1933), επιθυμούν πάση θυσία να αποφύγουν μία ανάλογα οδυνηρή εμπειρία (η αντίστοιχη πρόβλεψη για την Ευρώπη είναι αποπληθωρισμός και ύφεση – ενδεχομένως δε στασιμοπληθωρισμός).
Στη διελκυστίνδα τώρα, το σχοινί είναι ουσιαστικά το μέσον, με τη βοήθεια του οποίου μεταφέρονται οι δυνάμεις έλξης μεταξύ των δύο αντιπάλων – όπου στην περίπτωση της Fed (Η.Π.Α.) το σχοινί, το μέσον δηλαδή με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος ο πληθωρισμός με τον αποπληθωρισμό, είναι το δολάριο. Το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα λοιπόν, το αμερικανικό δολάριο, «επιβαρύνεται» από τις αντιμαχόμενες δυνάμεις – «μεταφέροντας» στη συνέχεια αυτά τα βάρη στον υπόλοιπο πλανήτη.
Περαιτέρω, από την αγοραστική αξία του δολαρίου (ισοτιμία) μπορεί κανείς να καταλάβει ποιά από τις δύο αντίπαλες δυνάμεις κερδίζει στο παιχνίδι της διελκυστίνδας – όπου όμως εδώ δεν πρόκειται για ένα παιχνίδι, αλλά για έναν συναλλαγματικό πόλεμο, καθώς επίσης για μία κατά μέτωπο, δριμεία επίθεση εναντίον των μετοχών, των ομολόγων, των εμπορευμάτων και όλων των υπολοίπων οικονομικών προϊόντων ολόκληρου του πλανήτη.
Εν τούτοις, εάν η συνεχώς αυξανόμενη εκτύπωση νέων χρημάτων δεν προκαλέσει μεγάλο πληθωρισμό, τότε θα αποδειχθεί ότι η Fed κέρδισε το παιχνίδι – αφού θα αυξηθούν οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων, οι αμερικανικές τράπεζες θα εξυγιανθούν, το δημόσιο χρέος θα συρρικνωθεί και η ανεργία θα διατηρηθεί σε φυσιολογικά επίπεδα, χωρίς να γίνει τίποτα αντιληπτό από την πλειονότητα των ανθρώπων. Βέβαια, κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο να συμβεί – ενώ φαίνεται πως η κεντρική τράπεζα των Η.Π.Α. ελπίζει για το καλύτερο, χωρίς να είναι προετοιμασμένη για το χειρότερο.
Αναλυτικότερα, ο κίνδυνος της πρόκλησης υπερπληθωρισμού στις Η.Π.Α., μέσα από τη συνεχή εκτύπωση νέων χρημάτων εκ μέρους της Fed, δεν είναι καθόλου «αμελητέος» – ειδικά μετά την πρόσφατη ανακοίνωση της τέταρτης πιστωτικές διευκόλυνσης (QE 4), για το επόμενο έτος. Σύμφωνα δε με πολλούς οικονομολόγους, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι δεν θα επηρεασθούν σημαντικά οι τιμές των καταναλωτικών προϊόντων, λόγω της συνεχούς συμπίεσης του κόστους παραγωγής τους στις αναπτυσσόμενες οικονομίες (Ασία, Αφρική κλπ.), δεν πρόκειται να μείνουν ανεπηρέαστες οι υπόλοιπες τιμές.
Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει επικίνδυνες «φούσκες» (υπερβολές) στις αγορές μετοχών, πρώτων υλών, ακινήτων και διάφορων άλλων περιουσιακών στοιχείων, αντίστοιχες με τις προηγούμενες – όπως με τη φούσκα του διαδικτύου το 2000 ή των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης (sub primes) το 2007. Αν και η Fed ισχυρίζεται λοιπόν ότι, διαθέτει τα μέσα για την αντιμετώπιση τέτοιων κινδύνων, δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ στην πράξη ούτε κάτω από τις παρούσες προϋποθέσεις, ούτε στην έκταση που βιώνουμε σήμερα.
Αντίθετα, τα μέσα αυτά (αύξηση των βασικών επιτοκίων, περιορισμός της ποσότητας χρήματος), θα μπορούσαν να οδηγήσουν πολύ γρήγορα στην κατάσταση εκείνη, την οποία προσπαθεί να αποφύγει η Fed – στον αποπληθωρισμό και στην ύφεση. Παράλληλα, θα προκαλούσαν μεγάλη αύξηση του επιτοκίου δανεισμού του δημοσίου των Η.Π.Α., αφού η «αναρρόφηση» της υπερβάλλουσας ποσότητας χρήματος προϋποθέτει την πώληση εκ μέρους της Fed των ομολόγων του δημοσίου (treasuries) – κάτι που θα κόστιζε στον ήδη ελλειμματικό προϋπολογισμό της υπερδύναμης τεράστια ποσά, λόγω των αυξημένων τόκων (πάνω από 500 δις $ ετήσια). Τέλος, θα μπορούσε να συμβεί ένα χρηματιστηριακό κραχ άνευ προηγουμένου – ένας σοβαρότατος κίνδυνος που δεν τοποθετείται στη σφαίρα της φαντασίας, ενώ δεν είναι καθόλου εύκολο να προσδιορισθεί χρονικά, αφού τα χρηματιστήρια λειτουργούν «προεξοφλητικά».
Όλα τα παραπάνω σημαίνουν ότι, η κεντρική τράπεζα των Η.Π.Α. βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού – γεγονός που είναι χωρίς καμία αμφιβολία γνωστό στους επενδυτές, στις επιχειρήσεις και στους εργαζομένους, οι οποίοι αναρωτιούνται για πόσον καιρό ακόμη η Fed θα διατηρήσει την ισορροπία της.
Συνεχίζοντας, το χειρότερο είναι το ότι, όλα αυτά δεν συμβαίνουν μέσα σε ένα «κενό αέρος» – δηλαδή, όλες αυτές οι «μονεταριστικές επεμβάσεις» της Fed, η χειραγώγηση καλύτερα της αγοράς χρήματος δεν περιορίζεται εντός των Η.Π.Α., αφήνοντας ανεπηρέαστο τον υπόλοιπο πλανήτη. Αντίθετα, η συνεχιζόμενη «στρατηγική» της πιστωτικής διευκόλυνσης σημαίνει πως η κεντρική τράπεζα των Η.Π.Α. έχει κηρύξει έναν συναλλαγματικό πόλεμο εναντίον όλων των υπολοίπων χωρών – αφού τα αποτελέσματα της έχουν ήδη «εξαχθεί», σχεδόν παγκοσμίως.
Αναλυτικότερα, όταν τυπώνονται αφειδώς δολάρια, αυξάνεται, για παράδειγμα, επικίνδυνα ο πληθωρισμός στην Κίνα, εκτοξεύονται στα ύψη οι τιμές των τροφίμων στην Αφρική (προκαλώντας επισιτιστικές κρίσεις και κοινωνικές εξεγέρσεις), δημιουργούνται «φούσκες» στη Βραζιλία ή στη Ρωσία κλπ. – όπως έχουμε ήδη αναφέρει σε προηγούμενα άρθρα μας.
Ουσιαστικά δε, οι Η.Π.Α. εξοφλούν τις οφειλές τους στο εξωτερικό πολύ φθηνά, τυπώνοντας απλά δολάρια – με την προκαλούμενη υποτίμηση όμως του δολαρίου να αυξάνει την ανεργία στις αναπτυσσόμενες χώρες, αφού δεν μπορούν να εξάγουν τα προϊόντα τους στις Η.Π.Α., λόγω της ανατίμησης των νομισμάτων τους.
Παράλληλα ακριβαίνουν οι πρώτες ύλες, η ενέργεια κοκ. σε όλες αυτές τις χώρες, λόγω της υποτίμησης του δολαρίου, με το οποίο συναλλάσσονται διεθνώς – οπότε αυξάνεται το κόστος παραγωγής των προϊόντων τους το οποίο, αργά ή γρήγορα, θα μεταφερθεί στις χώρες εισαγωγής, με αποτέλεσμα την κλιμάκωση του πληθωρισμού.
Ο ΥΠΕΡΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ
Το αντίθετο ακριβώς από αυτό που συμβαίνει στις Η.Π.Α. επιδιώκει, μεταξύ άλλων, η Γερμανία, έχοντας βιώσει έναν τρομακτικό υπερπληθωρισμό στο παρελθόν (1923), με εξαιρετικά οδυνηρά επακόλουθα – αφού μέρα με την ημέρα το τότε γερμανικό μάρκο έχανε ραγδαία την αξία του. Στο τέλος, για την αγορά ενός δολαρίου έπρεπε να διατεθούν περισσότερα από 4 τρις μάρκα – με αποτέλεσμα οι μηχανές εκτύπωσης χρημάτων να μην προλαβαίνουν τη ζήτηση χαρτονομισμάτων, τυπώνοντας μόνο τη μία τους πλευρά.
Εκείνη την εποχή, επειδή η γερμανική κυβέρνηση δεν έβρισκε αγοραστή για τα ομόλογα του δημοσίου, υποχρέωσε την κεντρική της τράπεζα να τα αγοράζει, προμηθεύοντας το κράτος με «φρέσκα χρήματα». Κατ’ επακόλουθο, η ποσότητα χρήματος αυξήθηκε σε μεγάλο βαθμό, θέτοντας σε κίνηση τον ανοδικό σπειροειδή κύκλο «μισθών-τιμών» – ο οποίος κατάληξε στην πλήρη καταστροφή της οικονομίας της.
Με στόχο τη διερεύνηση του υπερπληθωρισμού, δύο οικονομολόγοι του Πανεπιστημίου της Βαλτιμόρης δημιούργησαν έναν λεπτομερή κατάλογο, από τον οποίο τεκμηριώνεται ότι, ο υπερπληθωρισμός δεν είναι ένα σπάνιο φαινόμενο – αφού ανέδειξαν 56 διαφορετικές εμφανίσεις του, από τις Φιλιππίνες το 1944 (μηνιαία αύξηση των τιμών της τάξης του 60%), έως την Ουγγαρία το 1946 (διπλασιασμός των τιμών ανά 15 ώρες!).
Ο πρώτος ιστορικά τεκμηριωμένος υπερπληθωρισμός εμφανίσθηκε στη Γαλλία το 1795 – όπου, μέσα σε ένα μήνα, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 304%. Στη δεκαετία του 1980 και εντεύθεν πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής επλήγησαν από το ίδιο φαινόμενο, με αποτέλεσμα την εμπλοκή του ΔΝΤ – από το οποίο υπέφεραν τα πάνδεινα. Το ίδιο συνέβη και σε αρκετές χώρες της Αφρικής, καθώς επίσης στην Κίνα πριν από 55 περίπου χρόνια – η οποία αντιμετώπισε ποσοστά αύξησης των τιμών της τάξης του 5.000% μηνιαία!
Σήμερα κάτι ανάλογο συμβαίνει στη Β. Κορέα, αν και οι πληροφορίες από εκεί, λόγω του καθεστώτος της, το οποίο κατηγορείται για κακοδιαχείριση των δημοσίων οικονομικών, δεν έρχονται στην επιφάνεια – επίσης στο Ιράν, όπου ο υπερπληθωρισμός υπολογίζεται στο 70% μηνιαία, κυρίως λόγω του εμπάργκο που του έχει επιβληθεί από πολλές χώρες.
Από τις 56 περιπτώσεις υπερπληθωρισμού που ερευνήθηκαν, οι 43 έχει αποδειχθεί πως οφειλόταν σε μεγάλες «πολιτικές ανακατατάξεις» – όπως συνέβη με το τέλος των παγκοσμίων πολέμων. Για παράδειγμα η Γερμανία, μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, υποχρεώθηκε να πληρώσει πολεμικές επανορθώσεις στις νικήτριες συμμαχικές δυνάμεις – ενώ παράλληλα η κυβέρνηση της επιθυμούσε να καθησυχάσει τους εργαζομένους της χώρας, οι οποίοι είχαν επαναστατικές διαθέσεις.
Επειδή όμως τα φορολογικά έσοδα δεν αρκούσαν για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων της, ενώ η πιστοληπτική ικανότητα της δεν της επέτρεπε να δανεισθεί με βιώσιμα επιτόκια, η κυβέρνηση αναμίχθηκε στη νομισματική πολιτική – αναγκάζοντας την κεντρική τράπεζα να εκτυπώσει μεγάλες ποσότητες νέων χρημάτων (όπως ουσιαστικά συμβαίνει σήμερα, όσον αφορά τα δημόσια έσοδα, στις Η.Π.Α. ή θα μπορούσε να συμβεί στην Ελλάδα, εάν επέστρεφε τη δραχμή). Είκοσι χρόνια αργότερα η ιστορία επαναλήφθηκε, με τον υπερπληθωρισμό να καταστρέφει τις οικονομίες της Ουγγαρίας, της Ταιβάν, της Κίνας, της Ελλάδας και της Ιαπωνίας.
Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, επανήλθε ο υπερπληθωρισμός στις πρώην δορυφορικές χώρες της Ρωσίας – όπως στην Ουκρανία, στη Γεωργία και στη Λευκορωσία, οι οικονομολόγοι των οποίων δεν κατάφεραν δυστυχώς να σταθεροποιήσουν τις τιμές, κατά τη μετάβαση από την κεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία στον καπιταλισμό. Το ίδιο συνέβη και στη Ρωσία, η οποία ήλθε αντιμέτωπη με αυξήσεις των τιμών της τάξης του 245% μηνιαία.
Ολοκληρώνοντας, το συμπέρασμα των ερευνητών ήταν το ότι, ο υπερπληθωρισμός είναι μία πολύ βαριά οικονομική ασθένεια, η οποία όμως προέρχεται από «εξτρεμιστικές» πολιτικές συγκυρίες – όπως ο πόλεμος ή η μετάβαση από ένα καθεστώς κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας, σε μία οικονομία της ελεύθερης αγοράς. Μέχρι στιγμής δε, σε περιόδους ειρήνης ή/και μη κατάρρευσης ενός κράτους (χρεοκοπία κλπ.), καμία κεντρική τράπεζα δεν προκάλεσε υπερπληθωρισμό.
Επομένως, οι φόβοι εμφάνισης υπερπληθωρισμού στην Ευρώπη ή στις Η.Π.Α. είναι, πάντοτε κατά τους ερευνητές, υπερβολικοί – πόσο μάλλον όταν τα νέα χρήματα που εκτυπώνονται και στις δύο περιοχές, δεν έχουν βρει μέχρι σήμερα το δρόμο τους προς τη πραγματική οικονομία.
Η ΕΥΡΩΖΩΝΗ
Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών από την πολιτική, θεωρείται απολύτως απαραίτητη για την εξασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας – γεγονός που έχει τεκμηριωθεί σε πολλές περιπτώσεις από την ιστορία. Στα πλαίσια αυτά και σε αντίθεση με τις Η.Π.Α., η ΕΚΤ δεν επιτρέπεται να αγοράζει απ’ ευθείας ομόλογα των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, αλλά μόνο να δανείζει τις εμπορικές τράπεζες με το βασικό επιτόκιο – οι οποίες μπορούν να επενδύουν σε ομόλογα του δημοσίου, χρεώνοντας επιτόκια ανάλογα με το ρίσκο που αναλαμβάνουν (πιστοληπτική αξιολόγηση των κρατών).
Κατά την άποψη μας, η συγκεκριμένη λειτουργία της ΕΚΤ δημιούργησε το τεράστιο τραπεζικό πρόβλημα της Ευρωζώνης – την υπερδιόγκωση του χρηματοπιστωτικού της κλάδου, η οποία (σύνολο ισολογισμών) πλησιάζει τα 30 τρις €, έναντι 17 δις $ περίπου των Η.Π.Α. Όπως φαίνεται, όλες οι ενέργειες συνοδεύονται με παρενέργειες, οι οποίες δεν επιτρέπουν σωστές προβλέψεις ή αλάνθαστο προγραμματισμό στους οικονομολόγους και στους πολιτικούς.
Περαιτέρω, στα πλαίσια της παρούσας κρίσης υπερχρέωσης και δανεισμού της Ευρώπης, η ΕΚΤ αποφάσισε πρόσφατα να επέμβει στη δευτερογενή αγορά ομολόγων, ενισχύοντας κυρίως τις κυβερνήσεις της Ιταλίας και της Ισπανίας – γεγονός που δημιούργησε πλέον μεγάλες αμφιβολίες διεθνώς, όσον αφορά την ανεξαρτησία της από την Πολιτική. Κατά την ίδια, η επέμβαση της οφείλεται στην αδυναμία της πολιτικής να βρει λύσεις στο πρόβλημα της υπερβολικής αύξησης των επιτοκίων δανεισμού των χωρών του Νότου – με βάση τα οποία, η εξυπηρέτηση των χρεών τους δεν είναι δυνατή, οπότε το δημόσιο χρέος τους παύει να είναι βιώσιμο.
Επίσης, στην απροθυμία των εμπορικών τραπεζών να δανεισθούν μεταξύ τους (γνωρίζοντας προφανώς το μεγάλο τραπεζικό πρόβλημα της ΕΕ), να δανείσουν τις επιχειρήσεις της πραγματικής οικονομίας (ενδεχομένως λόγω του αποπληθωρισμού και της ύφεσης που προβλέπουν, στα πλαίσια της πολιτικής λιτότητας που απαιτεί η Γερμανία), καθώς επίσης να αγοράσουν ομόλογα του δημοσίου (πιθανότατα επειδή δεν θεωρούν καθόλου απίθανη τη χρεοκοπία κάποιων κρατών).
Στα πλαίσια αυτά, τέλη Σεπτέμβρη του 2012 οι καταθέσεις των δώδεκα μεγαλύτερων εμπορικών τραπεζών της ΕΕ στις κεντρικές τράπεζες έφτασαν στα 1,43 τρις $ (1,12 τρις €) – μία αύξηση της τάξης του 84% από το 2010, παρά το ότι οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες της ΕΕ δεν πληρώνουν πάνω από 1% επιτόκιο για τις συγκεκριμένες καταθέσεις. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί είναι αποκαλυπτικός:
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξέλιξη των καθαρών καταθέσεων των δώδεκα μεγαλύτερων εμπορικών τραπεζών στις κεντρικές, σε δις $
Τράπεζα |
30.09.2012 |
31.12.2010 |
Deutsche Bank |
206,1 |
92,2 |
Barclays |
165,2 |
155,6 |
BNP Paribas |
160,3 |
42,7 |
HSBC |
138,6 |
57,4 |
Lloyds |
129,9 |
60,8 |
RBS |
127,7 |
90,9 |
Santander |
122,1 |
98,9 |
Societe Generale |
103,3 |
17,9 |
UBS |
93,3 |
28,4 |
Credit Suisse |
91,8 |
69,1 |
Credit Agricole |
55,3 |
37,3 |
BBVA |
35,9 |
25,4 |
Σύνολα |
1.429,4 |
776,6 |
Αφήστε μια απάντηση