Ένας λαός που έχασε τον δρόμο του.
Ένας λαός που ξεκίνησε να ελευθερωθεί και σκλαβώθηκε χειρότερα.
200 χρόνια μπρος πίσω, μια του ύψους μια του βάθους.
Ένας λαός ανακατεμένος με υπολείμματα από το παρελθόν, μεγαλόψυχος, βασανισμένος, δεν είχε το κουράγιο να πάρει το κόσκινο και να κοσκινίσει τα κατακάθια.
Πίστευε ότι στην διαδρομή θα έκανε εκκαθάριση η ίδια η ζωή, ότι η 400 χρόνια σκλαβιάς θα συνετού σαι τα απόβλητα κατακάθια, προεστούς, κοτζαμπάσηδες, τις θρησκευτικές βδέλλες, τους παρείσακτους, τους ανίκανους και τους άφησε να επιβιώνουν ανάμεσά του, σε μια κοινωνία που έμοιαζε με τον γόρδιο δεσμό, που δεν ήξερε πια άκρη να πιάσει για να προχωρήσει και να βγει από τον βούρκο που βούλιαζε.


Αφήστε μια απάντηση