Είναι αλήθεια λυπηρό, μετά από 38 χρόνια από το βράδυ της 23ης Ιουλίου 1974 που «ξαναγύρισε η Δημοκρατία» στην Ελλάδα, να βρισκόμαστε υπό καθεστώς ανελευθερίας και τρόμου ζώντας στον εφιάλτη μιάς κοινοβουλευτικής δικτατορίας.
Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι το ποίημα που είχα γράψει την ημέρα εκείνη θα ήταν το τραγικό σήμερα του Έθνους μου.
Αν δεν ξεσηκωθεί ο κόσμος εναντίον όλης αυτής της κοινοβουλευτικής συμμορίας που μας έφερε εδώ, θα μετράμε καθημερινώς αυτοκτονίες και θυσίες στον Μινώταυρο των τραπεζών που ζητάνε αίμα, αίμα ελληνικό.
23η Ιουλίου 1974
23η Ιουλίου 1974, κι ο λαός, πεσμένος στα τέσσερα
σούρνεται σα δαρμένο σκυλί
χειροκροτώντας τη Δημοκρατία που φτάνει πλουμιστή,
ντυμένη με χαμόγελα και χάρη περισσή.
Κι είπαν τα ραδιόφωνα τα δήθεν εθνικά,
ζήτω, έρχεται η ελπίδα μας, ζήτω, έρχεται ο σωτήρας μας.
Ζήτω Ελλάς, ζήτω Γαλλία, Ελλάς, Γαλλία συμμαχία,
και άλλα πολλά με πονηριά και σημασία.
Να’ σου στο κεφαλόσκαλο μιά μάγισσα γριά,
κουρελού και ξεδοντιάρα, παμπόνηρη και ξεμαλλιάρα,
πουδραρισμένη και κακιά, κι αλεπουδίστικη θωριά.
Ο όχλος ζητωκραύγαζε, άναβε και κεριά
κι οι πόρνες της πολιτικής ανέμιζαν τις κυλόττες
καλωσορίζαν τη γριά που ως πουτάνα και παλιά,
ήξερε και διαφέντευε του είδους τις κοκότες.
Κι εγώ, ούρλιαξα στη θέα της, φώναξα δυνατά.
Όχι! Μη! Διώξτε τη Δημοκρατία αυτή του κερατά.
Είναι φερτή, ξενόδουλη, απατηλή, μπαμπέσα,
θα μας προδώσει σίγουρα, γιατί δεν έχει μπέσα.
Είσαι τρελός, μου φώναζε ο γαλατάς ο γλείφτης,
ποιός είσαι συ που διαφωνείς με ρώταγε ο χτίστης,
για βούλωσέ το φίλε μου φώναζ’ ο σιδεράς
γιατί θα φας τα μούτρα σου εσύ όπως το πας.

Αφήστε μια απάντηση