Ο Γιώργος Καραμπελιάς μας έχει συνηθίσει σε έργα αιχμής, πρωτοπόρα, που εδράζονται στην έρευνα των πηγών και τον φέρνουν αντιμέτωπο με τα καθεστωτικά ρεύματα της χώρας. Σ’αυτό το κλίμα εγγράφεται και το τελευταίο έργο του για την “Αποστασία των διανοουμένων”. Εκτιμώ ότι η διατύπωση “αποστασία” των διανοουμένων, είναι πολύ ήπια για να αποδώσει αυτό που συμβαίνει. Πρόκειται για τη διαρκή σταθερά της καθεστωτικής διανόησης, που έχει να κάνει με την επιλογή ιδεολογίας η οποία αποβλέπει στη μεθερμήνευση του ελληνικού κόσμου και της νεοελληνικής πραγματικότητας, με γνώμονα τα γνωστικά εργαλεία του νεοτερικού ηγεμόνα και τη δικαιολόγηση της ηγεμονίας του. Απώτερος στόχος αποτελεί μια παραρτηματική προσέγγιση της ελληνικής εξέλιξης, η ενστάλαξη μιας εξαρτησιακής συνείδησης στην ελληνική κοινωνία, η ενοχοποίηση της κοινωνίας και του παρελθόντος της, προκειμένου να νομιμοποιηθεί το ημι-δεσποτικό κράτος που της επεβλήθη από τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής απολυταρχίας. Ένα κράτος παρία, δίκην προτεκτοράτου, αναντίστοιχο με την πολιτική και, γενικότερα, ανθρωποκεντρική ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας, με ότι αυτό επάγεται σε ό,τι αφορά στις δυσμορφίες της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής και, περαιτέρω, στην ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού.
Για να καταδείξω το γεγονός αυτό, θα επικαλεσθώ τις παλινωδίες της νεοτερικότητας σχετικά με τη θεμέλια συνιστώσα της ύπαρξής της, το έθνος, διότι την θεωρώ απολύτως κομβική. Κομβική, στο επίπεδο της ίδιας της νεοτερικής επιστήμης, δεδομένου ότι: πρώτον, αποδίδει, εσφαλμένα ή σκοπίμως, στο έθνος τις όποιες πολιτικές του κράτους. Και δεύτερον, επικαλείται το έθνος για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό ότι είναι δομημένο με όρους αντιπροσώπευσης και, μάλιστα, ως δημοκρατία, ενώ το ίδιο μονοπωλεί τις ιδιότητες τόσο του εντολέα όσο και εντολοδόχου. Η προσκύρωση του έθνους στο κράτος αποτελεί καταστατική προϋπόθεση για τη συγκάλυψη της βαθιά ολιγαρχικής ιδιοσυστασίας της νεοτερικότητας.
Είναι όμως το έθνος εξίσου κομβικής σημασίας για την αποκωδικοποίηση των επιλογών της καθ’ημάς καθεστωτικής διανόησης σε ό,τι αφορά στο ελληνικό παράδειγμα. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί στην Ελλάδα, ιδίως στη μεταπολίτευση, η έννοια του έθνους (των θεμελίων που συγκροτούν τη συνείδηση κοινωνίας, δηλαδή της πολιτισμικής και πολιτικής συλλογικότητας), καταλαμβάνει μια τόσο σημαντική, θα έλεγα μονοσήμαντη θέση στις παρεμβάσεις της καθεστωτικής διανόησης. Γιατί, αλλιώς, οποιαδήποτε διαφορετική άποψη δημιουργεί πολεμικό κλίμα, αντί να τροφοδοτήσει τον απλώς δημιουργικό διάλογο. Ακούγεται συχνά ότι πρώτιστον καθήκον είναι η υιοθέτηση μιας προσέγγισης για το ελληνικό έθνος που θα αποτρέπει τον εθνικισμό. Εντούτοις διερωτώμαι: Υπάρχει όντως, εκτός από ορισμένες γραφικές περιπτώσεις, ζήτημα εθνικισμού στην Ελλάδα σήμερα; Μπορούμε πράγματι να μιλάμε για εθνικισμό στις μέρες μας, με δεδομένο ότι ο σκοπός που κλήθηκε να υπηρετήσει τον 19ο και την πρώτη περίοδο του 20ου αιώνα έχει ολοκληρωθεί; Πέραν αυτού, όμως, μια τέτοια απόφαση, είναι ιδεολογική και πολιτική, δεν έχει να κάνει με την επιστήμη. Ο επιστήμονας αναλύει τα φαινόμενα, δεν παίρνει, στο όνομα της επιστήμης, ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις, δεν τα παραμορφώνει ούτε εξαφανίζει την ιστορία ενός λαού, με το επιχείρημα ότι τον προστατεύει από τον πειρασμό του εθνικισμού.
Το εγχείρημα αυτό της καθεστωτικής διανόησης έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία, όχι μόνο υπό το πρίσμα που το θέτει. Η απόφαση για την προσέγγιση του ελληνισμού ορίζει: Πρώτον την θέση της νεότερης εποχής και, συγκεκριμένα, της Δύσης στην ιστορία και, ιδίως την φάση στην οποία προσιδιάζει στο σύνολο ανθρωποκεντρικό γίγνεσθαι. Δεύτερον, την θέση του ελληνισμού ως αυτοτελούς ιστορικής παραμέτρου και ως συντελεστή στη μετάβαση του κόσμου στον νεότερο ανθρωποκεντρισμό. Και τρίτον, την αιτιολογική βάση της νεοελληνικής καχεξίας. Θα αφήσω κατά μέρος τα δύο πρώτα ζητήματα και θα ασχοληθώ με το τελευταίο, που συγκεντρώνει την προσοχή του Γ. Καραμπελιά.
Πράγματι, η σύγκριση της σημερινής Ελλάδας με τον ελληνικό κόσμο, πριν την απελευθέρωση, προσφέρεται σε άλλου είδους συμπεράσματα και απόδοση ευθυνών, εάν υιοθετήσουμε την εκδοχή της συνέχειας από ότι εάν την αποκόψουμε από το προ-εθνοκρατικό της παρελθόν. Μήπως είναι αυτός ο λόγος που η καθεστωτική διανόηση αρνείται την ελληνική συνέχεια;
Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή της μιας ή της άλλης εκδοχής έχει πολύ μεγάλη σημασία για να ξέρουμε ποιοί είμαστε. Εμείς λέμε ότι έθνος είναι η συλλογική ταυτότητα μιας κοινωνίας και όχι μια αφηρημένη έννοια, που επινόησε το νεότερο κράτος για να νομιμοποιήσει το μετα-φεουδαλικό του ιδίωμα. Είναι ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο συνέχεται άρρηκτα με την ελευθερία. Όπου υπάρχει ελεύθερος άνθρωπος, υπάρχει και ταυτοτική αναγνωρισιμότητα, ατομική και συλλογική. Ή συλλογική ταυτότητα είναι προϋπόθεση για τη συγκρότηση κοινωνίας και για την πολιτική της υποστασιοποίηση.
Η συγκρότηση όμως μιας κοινωνίας με όρους ελευθερίας (ως ανεξάρτητης οντότητας) δεν απαντά στο ερώτημα του ποιός έχει την ευθύνη της συλλογικότητας, ποιός κατέχει το πολιτικό σύστημα.
Το ερώτημα αυτό, αποφεύγει να το συζητήσει η νεότερη σκέψη, αγγίζει όντως την καρδιά του ζητήματος. Θα μιλήσουμε για το έθνος του κράτους ή για το έθνος της κοινωνίας; Γιατί, αν μιλήσουμε για το έθνος του κράτους, τότε το κράτος καλά κάνει και ενσαρκώνει ολοκληρωτικά το πολιτικό σύστημα, έχει την ευθύνη να ορίζει τί είναι εθνικό και να υλοποιεί τις αντίστοιχες πολιτικές και, μάλιστα, να έρχεται σε σύγκρουση με την κοινωνία στο όνομα του έθνους. Η καθεστωτική διανόηση, λοιπόν, μας δηλώνει ότι εάν αμφισβητήσουμε τη μονοσήμαντη κατοχή της πολιτείας από τους εκλεκτούς του κράτους (δηλαδή την μονοπώληση των ιδιοτήτων του εντολέα και του εντολοδόχου από το πολιτικό προσωπικό), θα μας αμφισβητήσει το έθνος, τα θεμέλια της ταυτοτικής μας συλλογικότητας. Το ζήτημα, επομένως, είναι ξεχωριστά πολιτικό και συναρτάται με τη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής.
Ποιός είναι, λοιπόν, ο χαρακτήρας του νεοελληνικού κράτους και ποιά η σχέση του με το έθνος της κοινωνίας; Η γενιά του ’30 προσπάθησε, μετά την εκκαθάριση του εξωτερικού τοπίου και το τέλος του αλυτρωτισμού, να δώσει κάποιες απαντήσεις. Ο πραγματικός όμως διάλογος θα ανοίξει την περίοδο της αντιπολίτευσης και, συγκεκριμένα, από τη δεκαετία του ’90. Ο Γ. Καραμπελιάς ορθώς επισημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει πρόβλημα υπαρξιακού χαρακτήρα. Πράγμα που υποδηλώνει ότι δεν τα έχει βρει ούτε με το παρελθόν της, ούτε με τη νεοτερικότητα. Και το ερώτημα είναι γιατί;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό απαιτεί χρόνο και δεν είναι του παρόντος. Οφείλουμε, ωστόσο, να έχουμε κατά νουν ότι οι ρίζες της μεταπολίτευσης είναι πολύ βαθιές, ανάγονται στον τρόπο της απελευθέρωσης, στη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους. Το κράτος αυτό, έμελε να οδηγήσει, εξ αποφάσεως, σε μια πλήρη αποδόμηση του ιστορικού ελληνισμού. Το δηλώνουν απερίφραστα και αιτιολογούν γιατί οι Βαυαροί της απολυταρχίας, οι Δυνάμεις, αλλά και τα διανοητικά τους παρακολουθήματα στο ελλαδικό κράτος. Έχει ενδιαφέρον, εντούτοις, να προσέξουμε ότι η απόφαση αυτή συμβαδίζει με μια ραγδαία αποσύνθεση έως εξαφάνιση του ιστορικού ελληνικού κόσμου. Εάν όντως συγκρίνουμε τον πριν την επανάσταση ελληνικό κόσμο με τον ελληνικό κόσμο του σήμερα, θα διαπιστώσουμε ότι έναν εθνικός γίγαντας, που έλεγχε τουλάχιστον οικονομικά τρεις αυτοκρατορίες, στις μέρες μας αδυνατεί να σταθεί στα πόδια του με όρους αξιοπρέπειας. Τι έφταιξε γι’αυτό;
Ερωτήθηκα, κάποια στιγμή, αν η σχέση του ελληνισμού του κράτους με τον ιστορικό ελληνισμό είναι ασύμβατη. Απάντησα ότι ασύμβατη δεν είναι αυτή η σχέση, αλλά η σχέση του νεοελληνικού κράτους με τον ιστορικό ελληνισμό και, κατ’επέκταση, με την ελληνική κοινωνία. Τι υποδηλώνει αυτό; Η ανάδειξη, από τον Γ. Καραμπελιά, των ρευμάτων που αναπτύχθηκαν στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στη συζήτηση για το ρόλο της διανόησης.
Ας δούμε πως ερμηνεύουν οι καθεστωτικοί διανοούμενοι την υπόθεση της ελληνικής πραγματικότητας, πριν το κράτος. Εκφράζουν την λύπη τους γιατί η ελληνική κοινωνία δεν διήλθε από τον διαφωτισμό, τη μεταρρύθμιση και πολλά άλλα. Το ερώτημα εάν αυτό ήταν αναγκαίο δεν τίθεται. Οι δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες πέρασαν από τον Διαφωτισμό, γιατί έπρεπε να στοχαστούν για το πώς θα γινόταν η μετάβαση από τη φεουδαρχία στη νεοτερικότητα και πώς όφειλε να συγκροτηθεί μια ελεύθερη κοινωνία. Αν δεν συνεκτιμήσουμε το γεγονός αυτό και εάν, φυσικά, δεν συνεκτιμήσουμε ως δεδομένο ότι ο Διαφωτισμός άντλησε όλο το εννοιολογικό του οπλοστάσιο από την ελληνική γραμματεία, αφού προηγουμένως το εκκένωσε από το περιεχόμενό τους, θα συνεχίσουμε να παραπλανούμε τους εαυτούς μας, με καίριες επιπτώσεις. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δημοκρατία. Η λέξη κατέληξε να αποδίδει το πολιτικά κυρίαρχο κράτος, που αποκλείει την κοινωνία από την πολιτεία και την εγκιβωτίζει στην ιδιωτεία. Η ουσία της δημοκρατίας όμως ορίζει ότι η κοινωνία και όχι το κράτος ενσαρκώνει εξ ολοκλήρου την πολιτεία. Ανάλογα ισχύουν για τις έννοιες της ελευθερίας, της πολιτειότητας, της ισότητας, της δικαιοσύνης, του έθνους, για όλες.
Η ελληνική διανόηση, προσχωρώντας στο επιστημονικό διατακτικό της νεοτερικότητας, έγινε υπόλογος δύο καταστάσεων: Η μία, έχει να κάνει με τη “δημοκρατική” νομιμοποίηση του νεότερου κράτους, η οποία προϋποθέτει την απαξίωση του ελληνικού δημοκρατικού παραδείγματος. Η άλλη, αφορά στη δικαιολόγηση της ανωτερότητας του κράτους αυτού, η οποία διέρχεται υποχρεωτικά από την ενοχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας και του παρελθόντος της. Αφού για τον κακοφορμισμό του κράτους φταίει η κοινωνία, κατά λογική ακολουθία υπόλογες είναι οι κληρονομιές της. Η τουρκοκρατία και το Βυζάντιο.
Η μηρυκαστική αυτή προσχώρηση της νεοελληνικής διανόησης στην κυρίαρχη ερμηνευτική της Εσπερίας και, συγκεκριμένα, στην ιεραρχικά δομημένη ολιγαρχική ιδεολογία και στην εθνοκεντρική συναγωγή της, αποκτά έτσι προεκτάσεις που επιβάλουν την συνολική αναδόμηση του ελληνικού παραδείγματος. Αν εκεί, στη Δύση, δημιουργήθηκε για πρώτη φορά έθνος, κατά την έξοδό της από τη φεουδαρχία, και εδώ, στον ελληνικό κόσμο, οφείλει απαραιτήτως να έχει συμβεί το ίδιο. Το γεγονός ότι αντιφάσκουν με τον εαυτό τους, όταν αρνούνται την εθνική συνάφεια της κοινωνίας του νεοελληνικού κράτους με τον ιστορικό ελληνικό κόσμο, αλλά σπεύδουν να χρεώσουν στην ελληνική κοινωνία το παρελθόν της, δεν απασχολεί. Παρακάμπτεται, επίσης, επιμελώς το γεγονός ότι δεν χρειάσθηκε ο ελληνικός κόσμος να διέλθει από το Διαφωτισμό αφού δεν περιήλθε στη φεουδαρχία. Η ελληνική ιστορία του Βυζαντίου και της τουρκοκρατίας δεν ταξινομείται με κανένα τρόπο στο δεσποτικό Μεσαίωνα. Είναι παραδειγματικά ανθρωποκεντρική και εγγράφεται οργανικά στην περίοδο του ελληνικού ή ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας.
Αν ανατρέξουμε στη γραμματεία των Ελλήνων της περιόδου της τουρκοκρατίας και, συγκεκριμένα, τα πολιτειακά τους προτάγματα, θα διαπιστώσουμε ότι κινούνται στον αντίποδα των προταγμάτων της δυτικής Ευρώπης. Θα αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα, το οποίο επικαλείται η καθεστωτική διανόηση για να καταδείξει ότι ο ελληνικός κόσμος είναι “περιφέρεια” της Δύσης, ένα απλό όχημα μετακένωσης των ιδεών της στα Βαλκάνια. Ο Ρήγας διαλέγεται με την πιο ριζοσπαστική εκδοχή της γαλλικής επανάστασης, τους Ιακωβίνους. Αλλά ποιά είναι η διαφορά τους, την οποία επισημαίνουν οι ίδιοι οι φίλοι του, στους αυστριακούς ανακριτές τους; Ότι το πρόταγμα των Ιακωβίνων αντιγράφει το σύνταγμα του Σόλωνα. Εγώ θα έλεγα ότι το σύνταγμα των Ιακωβίνων προσιδιάζει με εκείνο που εξέλεξε τον Σόλωνα και όχι με αυτό που έφτιαξε ο Σόλωνας στη συνέχεια. Στον αντίποδα, το πρόταγμα του Ρήγα άγγιζε τη δημοκρατία του 5ου αιώνα. Εντούτοις, το πρόταγμα των Ιακωβίνων ήταν επαναστατικό, διότι προϋπέθετε την ολική (κοινωνική/πολιτισμική/πολιτική/εθνική) μετάθεση της γαλλικής κοινωνίας από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό. Πράγμα που ολοκληρώθηκε εξάλλου δυο και πλέον αιώνες αργότερα. Το πρόταγμα του Ρήγα ήταν απλώς εθνικά επαναστατικό, καθώς προϋπέθετε τη διατήρηση των ανθρωποκεντρικών θεμελίων του οικουμενικού ελληνισμού, με την επισήμανση της πολιτειακής ανασυγκρότησής του στη βάση της κοσμόπολης.
Η επισήμανση της διαφοράς αυτής υποδηλώνει με σαφήνεια ότι η σχέση του ελληνικού κόσμου της εποχής με τη Δύση, ήταν διαλεκτική, από θέση ανθρωποκεντρικής ανωτερότητας, όχι παραρτηματική. Το γεγονός αυτό, το επιβεβαιώνει, χωρίς αμφιβολία, η πνευματική παραγωγή των Ελλήνων της περιόδου του τέλους του Βυζαντίου και της τουρκοκρατίας. Ο όγκος και η πρωτοτυπική ποιότητα της παραγωγής αυτής, πέραν της διαπίστωσης ότι δεν γεννήθηκε ως υποπροϊόν του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, αλλά πρωτογενώς ως λειτουργική αναγκαιότης του ελληνισμού, συγκρίνεται μόνο με δυο τρεις από τις μεγαλύτερες χώρες της Ευρώπης.
Αφήστε μια απάντηση