ΑΡΧΑΙΑ ΙΘΩΜΗ ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΙΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ

Πολιτικό Οικονομικό Κοινωνικό Πολιτιστικό. «Κάθε λαός είναι άξιος των ανθρώπων που τον κυβερνούν . Κανείς δεν είναι πιο υποδουλωμένος από εκείνους που εσφαλμένα πιστεύουν πως είναι ελεύθεροι. Όσοι αδιαφορούν για τα κοινά είναι καταδικασμένοι να εξουσιάζονται πάντα από ανθρώπους κατώτερούς τους .» Πλάτωνας 427-347 π.Χ

Arxaia Ithomi Banner

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Με πολύ χαρά ανεβάζω ένα θέμα που είναι υποχρέωση του υπουργείου παιδείας, αλήθεια υπάρχει υπουργείο ελληνικής παιδείας;;; Το αφήνω για αργότερα το ερώτημα, τώρα θέλω να δώσω συγχαρητήρια στο αντικλείδι για την υπέροχη δουλειά που κάνει!

Ευτυχώς που υπαρχουν ιστοσελίδες σαν το (Αντικλείδι) που εχω την τιμή να με ενημερώνουν για να βοηθήσουμε τα Ελληνόπουλα να τα διαβάσουν και αύριο που θα τα κρύβουν να τα βρίσκουν!

ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

greekancient2

Άλλα γράφουμε και άλλα προφέρουμε

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε πιο συστηματικά για ένα ζήτημα που μας απασχόλησε και σε προηγούμενα κεφάλαια: το ζήτημα της προφοράς των αρχαίων ελληνικών. Τα αρχαία ελληνικά δεν προφέρονταν όπως τα νέα ελληνικά.

 

 

 

 

Με άλλα λόγια, η ελληνική γλώσσα και οι φθόγγοι της άλλαξαν μέσα στα δυόμισι χιλιάδες χρόνια που χωρίζουν τα αρχαία από τα νέα ελληνικά. Πώς το ξέρουμε αυτό; Πρώτα πρώτα, αν προσέξουμε τον τρόπο που γράφουμε τα ελληνικά σήμερα θα δούμε (το έχουμε ήδη πει) ότι άλλα γράφουμε και άλλα προφέρουμε. Γράφουμε παιδί, όμως δεν προφέρουμε [paiδi] αλλά [pεδί], Γράφουμε ίδιος, ήλιος, ύφος, είμαι, οίστρος, υιοθεσία, αλλά η αρχή των λέξεων αυτών, παρά τα διαφορετικά γράμματα, προφέρεται με τον ίδιο τρόπο: [i]. Λέγαμε νωρίτερα ότι αυτό συμβαίνει γιατί εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε έναν τρόπο γραφής που είναι ιστορικός, δηλαδή καταγράφει μια παλιότερη προφορά. Στα αρχαία ελληνικά τα γράμματα (ή οι συνδυασμοί γραμμάτων) ι, η, υ, ει, οι, οι αντιστοιχούν σε διαφορετικές προφορές, σε διαφορετικούς φθόγγους. Μέσα στην πορεία του χρόνου η προφορά άλλαξε: τα ι, η, υ, ει, οι, υι κατέληξαν να δηλώνουν τον ίδιο φθόγγο, το [ΐ]. Η προφορά άλλαξε, αλλά εξακολουθούμε να γράφουμε σαν να μην άλλαξε. Έτσι, άλλα γράφουμε και άλλα προφέρουμε.

Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στα ελληνικά αλλά και σε πολλές άλλες γλώσσες. Σκεφτείτε το αγγλικό I ‘εγώ’: γράφεται i και προφέρεται [ai]. Τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει, όπως στα ελληνικά, ότι η γραφή Ι ‘εγώ’ αντανακλά μια παλιότερη προφορά [ί] που άλλαξε: το i από [ϊ] έγινε [ai]. Η προφορά άλλαξε αλλά δεν άλλαξε η γραφή. Η προφορά, λοιπόν, αλλάζει, αλλά κρατιέται η παλιά γραφή, που αντανακλά μια παλιά προφορά. Αν αρνηθούμε να το δεχθούμε αυτό, τότε διαβάζοντας ένα αρχαίο ελληνικό κείμενο που περιγράφει το βέλασμα των προβάτων (βή βή) θα πρέπει να υποστηρίξουμε (όπως είπαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο) ότι τα πρόβατα βέλαζαν διαφορετικά στην αρχαιότητα απ’ ό,τι σήμερα: έκαναν [νί νί] (όπως προφέρονται το β και το η στα νέα ελληνικά) και όχι μπέε μπέε [bee bee].

Αλλά αυτό είναι παράδοξο. Τα πρόβατα βέλαζαν τότε με τον ίδιο τρόπο όπως και τώρα, έκαναν [bee bee]1 αυτό που άλλαξε είναι η σχέση γραμμάτων και φθόγγων: το β στα αρχαία ελληνικά προφερόταν |b] όπως το αγγλικό b και το η προφερόταν [ee], ήταν μακρό. Λέγαμε ότι αυτό είναι ένα παράδειγμα των στοιχείων που χρησιμοποιούμε για να «ανακαλύψουμε» πώς προφέρονταν τα αρχαία ελληνικά. Είχαμε δει και άλλα παρόμοια και θα τα ξαναθυμηθούμε σε λίγο. Αλλά υπάρχουν και άλλου είδους πληροφορίες που χρησιμοποιούμε για τον ίδιο λόγο: (α) οι πληροφορίες που μας δίνουν οι ίδιοι οι αρχαίοι όταν μιλούν για την προφορά της γλώσσας τους- (β) η μορφή που παίρνουν οι αρχαίες ελληνικές λέξεις όταν τις δανείζονται άλλοι, σύγχρονοι με τους αρχαίους, λαοί (π.χ. οι Ρωμαίοι). Θα τα δούμε αυτά πιο αναλυτικά σε λίγο.

Αλλά πριν μπούμε σε λεπτομέρειες, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τί εννοούμε όταν μιλάμε για το πώς προφέρονταν τα αρχαία ελληνικά. Για ποια εποχή μιλάμε και για ποια μορφή των αρχαίων ελληνικών. Μιλάμε για τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. και για τη διάλεκτο της Αθήνας, την αττική διάλεκτο. Στην αρχαία εποχή δεν υπήρχε μια κοινή γλώσσα, όπως υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα. Υπήρχε μια ποικιλία διαλέκτων. Κοινή γλώσσα θα αναπτυχθεί στην εποχή που αρχίζει με τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου, στην ελληνιστική, όπως λέμε, εποχή. Και η κοινή αυτή γλώσσα βασίστηκε στη διάλεκτο της Αθήνας, την αττική διάλεκτο, που είχε το μεγαλύτερο γόητρο, γιατί ήταν διάλεκτος που μιλιόταν, και γραφόταν, στην πιο ισχυρή πόλη-κράτος της αρχαίας Ελλάδας. Γι’ αυτό, μιλώντας για την προφορά των αρχαίων ελληνικών, μιλάμε κυρίως για την προφορά της αττικής διαλέκτου της κλασικής εποχής, του 5ου κυρίως αλλά και του 4ου αιώνα π.Χ.

Παρακαλώ η συνέχεια στον σύνδεσμο http://antikleidi.com/2015/10/01/pos_proferontan_ellinika/#more-92780

Μοιραστείτε το

Σχόλια (1)

  1. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ “ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΡΑΤΤΟΥΜΕ”
    Ο Αριστοτέλης, ένας από τους πλέον επιφανείς σοφούς παγκοσμίως, είχε τονίσει ότι η πραγματική μας φύση δεν είναι αυτό που φανταζόμαστε, ή αυτό που μας πείθουν να βλέπουμε, με την πλύση εγκεφάλου που υφιστάμεθα. Η πραγματικότητα είναι αντικειμενική και μάλιστα η πραγματική μας φύση αντικατοπτρίζεται μόνο σε ό,τι πράττουμε και μάλιστα στην καθημερινή μας ζωή.
    «Είμαστε αυτό που κάνουμε επανειλημμένα. Ως εκ τούτου, η Αριστεία, δεν είναι πράξη αλλά συνήθεια»
    Ο Αριστοτέλης αναφέρεται στην Αριστεία, αλλά θα μπορούσαμε να βάλουμε στην ίδια θέση τη λέξη «Ανδρεία». Τότε θα διαβάζαμε «είμαστε αυτό που κάνουμε επανειλημμένα. Ως εκ τούτου, η Ανδρεία, δεν είναι πράξη αλλά συνήθεια».
    Μπορούμε να επαναλάβουμε με άλλες σημαντικές λέξεις-ιδανικά όπως: Καλοσύνη, Καλλιέπεια (η χρήση όμορφου Λόγου), Ενάργεια (καθαρότητα του Λόγου), Δικαιοσύνη, ΑΓΑΠΗ, κλπ.
    Ας αντικαταστήσουμε τώρα τις λαμπερές αυτές λέξεις με σκοτεινές, όπως: φόβος, εξανδραποδισμός (υποδούλωση), αμάθεια, άγνοια, φθόνος, κενό. Έτσι, θα διαβάζαμε: «είμαστε αυτό που κάνουμε επανειλημμένα. Ως εκ τούτου, ο Φθόνος, δεν είναι πράξη αλλά συνήθεια». Το ίδιο με το φόβο και όλα τα συναισθήματα που μας απομακρύνουν από την ανθρώπινη (από το Άνω-θρώσκω, δηλαδή έχω προορισμό προς τα άνω) φύση μας, την οποία τονίζει ο ίδιος ο Κύριος με το «ΘΕΟΙ ΕΣΤΕ», που συνεχώς επαναλαμβάνουν και προτρέπουν και θυμίζουν οι Γέροντες της Ορθοδοξίας.
    Σημασία λοιπόν έχει η πράξη. Να πράττουμε και όχι απλά να καυχιόμαστε ότι ξέρουμε. Μέσω της πράξης γίνεται κτήμα μας η φιλοσοφία του Χριστιανισμού, η Αγάπη, Λόγος, Φώς. Ευρισκόμενοι μέσα στην ευλογία του Θεού, είμαστε πράττοντας (και όχι μόνο λέγοντας*) και βιώνοντας την Αγάπη και εν Χριστώ ζωή.
    Η συνεχής πράξη οδηγεί στην αφομοίωση που οδηγεί με την σειρά της στην συνήθεια. Έτσι, συνηθίζουμε πράττοντας το «Καλόν και Αγαθόν».
    Και τι γίνεται αν ξεχαστούμε, αν λιγοψυχήσουμε, αν χάσουμε το δρόμο; Τότε πράττουμε αστοχία και πρέπει να την ομολογήσουμε, να βγάλουμε την ομολογία μας, να εξομολογηθούμε, να μετανοήσουμε. Ο Κύριος, μας δέχεται ειλικρινώς μετανιωμένους και συνειδητοποιημένους, ως ο Πατέρας δέχθηκε τον Άσωτο Υιό – ανεξάρτητα αν είμαστε άνδρες ή γυναίκες.
    Και τέλος, μια ακόμα συχνή απορία είναι: Πώς θα συνηθίσουμε να πράττουμε; Όπως με κάθε συνήθεια καλή. Θα αναζητήσουμε την πραγματική της αξία, θα την στοχεύσουμε, θα ζητήσουμε
    ευλογία και οδηγίες προς επίτευξη από τον πνευματικό μας, και θα αρχίσουμε να εφαρμόζουμε όπως προστάζει η Άριστη συνήθεια. Θα ξεβολευτούμε αλλά και θα απελευθερωθούμε. Η βίωση του φωτός και της αγάπης συνεπάγεται αποβολή του βολέματος, ακόμα και την πλήρη υποταγή του «Εγώ» στον άριστο σκοπό μας.
    Ταπεινά, Διάπλους.
    *Για την σημασία της πράξης, είχαν μιλήσει και σοφοί εκτός των Ελλήνων, όπως ο Κομφούκιος, ο οποίος έζησε περίπου τριακόσια χρόνια πριν τον Αριστοτέλη. Μας διηγείται:
    «Πες μου κάτι, να το ξεχάσω, δείξε μου κάτι, να το θυμάμαι, άσε με να κάνω κάτι, να γίνει κτήμα μου».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

×