Έχετε δίκιο εσείς που τρώτε ακόμα, και βολεύετε την συνείδηση σας σε βάρος αυτών που αυτοκτόνησαν, αυτών που καταστράφηκαν, αυτών που πέθαιναν από έλλειψη φαγητού, στέγης, φαρμάκων, νοσοκομείων και μη αντέχοντας τέτοια προδοσία και δουλικότητα από τους συμπατριώτες τους που κυκλοφορούν με την κονκάρδα, είμαι Έλληνας! Ναι είναι ουτοπία, πάντα πάλευα με την ουτοπία, μέσα στην ουτοπία είναι κλισμένη η διχόνοια, η δυστυχία, ο πόνος, η απανθρωπιά, οι προδότες, οι απατεώνες!
Εεεε εσείς… που με κατηγορείτε ότι ζητώ ουτοπίες, είσαστε νάνοι, ανθρωπάκια δειλά, από λάθος λέγεστε Έλληνες και μολύνετε αυτό το ιερό χώμα.
Ξεχνάτε ανθρωπάκια τους προγόνους σας;;;
Ποτέ δεν σκέφτηκε ότι ειναι ουτοπία αυτό που πήγε να κάνει ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Ηρακλής, ο Οδυσσέας, ο Περικλής, ο Λεωνίδας, ο Κολοκοτρώνης η Υπατία, η Μπουμπουλίνα!
Και ξέρετε πράγματι έχω ψηλώσει τώρα τελευταία όπως η φίλη μας παρακάτω!
ΠΛΑΤΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
Ἔχω ψηλώσει τώρα τελευταῖα!
Ἀπὸ τὸν/τὴν Φιλονόη
Δὲν ξέρω πῶς γίνεται, ἀλλὰ τώρα τελευταῖα ἔχω ψηλώσει πάρα πολύ! Μὰ πάρα πάρα πολύ!
Φυσιολογικὰ τὸ ὕψος μου ἔπαψε νὰ ἀλλάζῃ γύρω στὰ 17. Ἔμεινα στὸ 1,70 περίπου, ἕνα κανονικὸ (μὲ τὰ δικά μου δεδομένα) ὕψος. Μάλλιστα, τὰ τελευταῖα χρόνια, λίγο τὰ διάφορα γεγονότα καὶ τὰ συναισθήματα ποὺ γεννοῦσαν, λίγο τὰ βάρη τῆς ζωῆς, λίγο ἡ ἡλικία ποὺ τρέχει…..Ἔνοιωθα πὼς τὸ 1,70 μειωνόταν σταδιακῶς.. Συρρίκνωσις λέγεται αὐτό ἐὰν δὲν τὸ ξέρετε.




Λίγες νύκτες ἀργότερα ἔφθασε ὁ Ἡρακλῆς! Στὴν ἀρχὴ τρόμαξα. Ἀλλὰ ὅταν τὸν γνώρισα μαλάκωσα. Ἔκατσε πλάι μου!Δὲν εἶπε πολλά! Μόνον γιὰ τὸ σταυροδρόμι του μίλησε. Ὅταν σηκώθηκε γιὰ νὰ φύγῃ μοῦ ἄφησε τὴν λεοντή του. Ξαφνιάστηκα. Χαμογέλασε κι ἔφυγε. Ἀπὸ μακριά τὸν ἄκουσα νὰ φωνάζῃ: «θὰ σοῦ δίδῃ δύναμι λέοντος»… Καὶ χάθηκε!
Λίγες νύκτες ἀργότερα, κατέφθασε ὁ Γέρος. Αὐτὸς δὲν ἦταν μόνος του! Εἶχε μαζί του πολλούς. Μαζί του κι ὁ Πλαπούτας καὶ δεκάδες παλληκάρια. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔκατσαν παράμερα, ὁ Γέρος πλάι μου κι ὁ Πλαπούτας ὀρθός δίπλα του. Κι αὐτοὶ δὲν μιλοῦσαν. Κάποιαν στιγμή ὁ Γέρος μοῦ χάιδεψε τὰ μαλλιά. Τρυφερὸ τὸ χάδι του, ἂν καὶ τὸ χέρι ἀγριεμένο. Τὴν ὥρα ποὺ κίνησε νὰ φύγῃ, βγάζει ἀπὸ τὸ σελάχι του δύο κουμπούρια καὶ τὰ ἀκουμπᾶ ἐκεῖ ποὺ καθόταν. «Αὐτὰ σκοτώνουν τοὺς μουχαμέτηδες» μοῦ εἶπε. Τὸν κύτταξα παραξενεμένη. Εἶχα ἤδη μίαν σπάθα, μίαν λεοντή, μίαν πανοπλία, μίαν ἀσπίδα, ἕνα ἐγχειρίδιο, μίαν περικεφαλαία, κάτι πέδιλα καὶ μίαν φωτεινὴ σφαίρα… Τί νὰ τὰ κάνω καὶ τὰ κουμπούρια; Τότε μίλησε ὁ Πλαπούτας: «Οὕλους τοὺς βασιλεῖς, τοὺς ἀντιβασιλεῖς καὶ τοὺς παρατρεχαμένους τους νὰ τοὺς πετάξετε ὄξω! Κανέναν μήν ἀφήκετε! Κανέναν!! Οὔλους ὄξω!!!» Τότε πῆρε τὸν λόγο ὀ Γέρος: «Φωτιὰ καὶ τσεκούρι σὲ Νενέκους, προσκυνημένους καὶ πουλημένους! Μὴ ἀφήκετε τίποτα ὄρθιο! Μὲ τὸ αἷμα τους θὰ ξεπλύνουν τὸ αἷμα κάθε ἀθώου! Καὶ μὴν σὲ νοιάζῃ ἡ φυλακή σου. Ἡ δική μου ἦταν μικρότερη καὶ μίκραινε πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὴν δική σου. Ἀλλὰ δὲν ἤξερα τὸν τρόπο νὰ μεγαλώσω καὶ νὰ τὴν σπάσω. Ἐσὺ θὰ τὸν μάθῃς!» Μόλις λίγο ἀπεμακρύνθησαν, στρέφει ὁ Γέρος καὶ μοῦ λέει: «Θὰ τὴν σπάσῃς τὴν φυλακή. Μὴν παρακαλέσῃς κανέναν! Γεννήθηκες ἐλεύθερη!»
Αφήστε μια απάντηση