Ο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος ή Νικήτας Σταματελόπουλος «έφυγε» σαν σήμερα το 1849, χωρίς να έχει αναγνωριστεί από το ελληνικό κράτος η προσφορά του.
Σαν σήμερα, στις 25 Σεπτεμβρίου 1849 έφυγε από τη ζωή ο ήρωας του ’21 Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος.
Ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς (2 Ιανουαρίου 1787 – 25 Σεπτεμβρίου 1849) ήταν Έλληνας οπλαρχηγός, ηγέτης στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας) , στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας όπως μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γ. Τερτσέτης.
Γονείς του ήταν ο Σταματέλος ονομαστός αγωνιστής της περιοχής Λεονταρίου και μητέρα του η Σοφία Δημητρίου Καρούτσου από τον Άκοβο του Λεονταρίου, δευτερότοκη θυγατέρα και αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Αικατερίνης και της Μαρίας συζύγου του Ακοβίτη Γιωργάκη Μεταξά (Απομνημονεύματα Θ. Κολοκοτρώνη), καθώς και της συζύγου του Δημητρίου Κάρτσωνα, από τα Αρφαρά, το όνομα της οποίας είναι προς το παρόν άγνωστο.
Από τα αδέλφια του γνωστά είναι : Ο Ιωάννης Τουρκολέκας (1805-1816), και ο Νικόλαος Σταματελόπουλος.
Βιογραφία
Διωγμένος και επικηρυγμένος ο πατέρας του από τους Τούρκους, σε ηλικία 16 χρονών πολέμησε στην Πάρο με Ρώσικα στρατεύματα, βρήκε καταφύγιο στο Τουρκολέκα (όπου εκεί γεννήθηκε ο υιός του Γιάννης (1805) αδελφός του Νικηταρά που θανατώθηκε βάναυσα από τους Τούρκους το 1816 μαζί με τον γερο-Σταματέλο στην Μονεμβασιά και αγιοποιήθηκε αργότερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως “Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας”) και αργότερα πέρασε στην Ζάκυνθο.
Το 1816, κατά τον ανηλεή διωγμό των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα, όπου εντάχθηκε στα Ρωσικά τάγματα και μετέβη στην Ιταλία για να πολεμήσει κατά του στρατού του Ναπολέοντα.
Στη συνέχεια επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους, οι οποίοι στο μεταξύ τα είχαν καταλάβει με τη συνθήκη του Τίλσιτ.
Ήταν ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821. Συντηρούσε δικό του Σώμα Ενόπλων με άνδρες που προέρχονταν από διάφορα μέρη της Ελλάδας.
Με την έκρηξη της Επανάστασης, στην πρώτη Μάχη που δόθηκε στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας στις 12 και 13 Μαΐου του 1821 (είχε προηγηθεί μια συμπλοκή στο Λεβίδι τον Απρίλιο). Ο Νικηταράς, που κρατούσε με 200 άντρες τα Άνω Δολιανά, κατάφερε να αποκρούσει 2.000 Τούρκους που επιτίθεντο με πυροβολικό. Επειδή έπεσαν πολλοί Τούρκοι από το χέρι του σ’ εκείνη τη Μάχη, οι άντρες του τον ονόμασαν Τουρκοφάγο. Διακρίθηκε και στις μάχες που ακολούθησαν, όπου συνεργάστηκε με το θείο του, κυρίως δε στην πολιορκία και την άλωση της Τρίπολης.
“Νικηταρά – Νικηταρά πού ‘χεις στα πόδια σου φτερά και στην καρδιά ατσάλι”.
Όταν η Τρίπολη καταλήφθηκε από τους Έλληνες, δε ζήτησε κανένα λάφυρο για τον εαυτό του και όταν του πρόσφεραν ένα αδαμαντοκόλλητο σπαθί, το έκανε δώρο στην προσωρινή Κυβέρνηση.
Όταν οι Έλληνες κατέστρεψαν τη στρατιά του Δράμαλη στα στενά των Δερβενακίων, ο Νικηταράς μαζί με τους Δημήτριο Υψηλάντη και Παπαφλέσσα, είχε καταλάβει τη χαράδρα γύρω από τον Άγιο Σώστη, απ’ όπου θα περνούσαν οι Τούρκοι, προκαλώντας τους μεγάλη καταστροφή.
Καθώς ο Δράμαλης υποχωρούσε προς το Άργος, ο Νικηταράς κατέλαβε την οχυρή θέση Αγιονόρι και σκότωσε πολλούς Τούρκους που προσπάθησαν να διαφύγουν μέσω αυτής. Συνετέλεσε στο να υποχωρήσει τελικά ο Δράμαλης, υφιστάμενος πανωλεθρία (26 – 28 Ιουλίου 1822).
Ο Νικηταράς πήρε μέρος σε πολλές ακόμη μάχες μέχρι που απελευθερώθηκε η χώρα.
Επί Καποδίστρια και Όθωνα ανήκε στο Κόμμα των Ναπαίων (Ρωσόφιλων).
Η ελληνική Κυβέρνηση, φοβούμενη ότι το ρωσόφιλο Κόμμα επεδίωκε να αντικαταστήσει τον Βασιλιά Όθωνα με κάποιον Ρώσο Πρίγκιπα, συνέλαβε το Νικηταρά το 1839 και τον καταδίκασε, αν και παντελώς αθώο, σε ενάμιση χρόνο φυλάκιση, την οποία εξέτισε στις φυλακές της Αίγινας.
Όταν αποφυλακίστηκε, ή υγεία του ήταν εξασθενημένη από τα βασανιστήρια που υπέστη κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του. Έπασχε από ζάχαρο χωρίς να το γνωρίζει, με αποτέλεσμα να χάσει σε μεγάλο βαθμό την όρασή του. Βίωσε την αχαριστία και την αγνωμοσύνη του νεοσύστατου τότε ελληνικού κράτους, το οποίο του αρνήθηκε μια αξιοπρεπή σύνταξη ώστε να ζει αυτός και η οικογένειά του ευπρεπώς και αντί αυτού, του χορηγήθηκε “άδεια επαιτείας” στον χώρο όπου υπάρχει σήμερα ο ναός της Ευαγγελίστριας.
Το 1843, όταν ο Βασιλιάς Όθωνας αναγκάστηκε να δώσει Σύνταγμα στην Ελλάδα, οπότε του απονεμήθηκε ο βαθμός του υποστράτηγου μαζί με μία πενιχρή σύνταξη. Απεβίωσε το 1849 σε ηλικία 61 ετών. Τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί δίπλα στο Κολοκοτρώνη.
Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον υπέρ Ανεξαρτησίας των Ελλήνων αγώνα, μετά την ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους έλαβε τις παρακάτω τιμητικές διακρίσεις:
1. Το 1834 του απονέμεται ο βαθμός του Συνταγματάρχη του Τακτικού Στρατού και διορίζεται Στρατιωτικός Νομοεπιθεωρητής
2. Στις 18 (30) Σεπτεμβρίου 1835 εγκρίθηκε η απονομή του Αργύρου σταυρού του Αγώνα (Αργυρού Αριστείου). Το σχετικό δίπλωμα υπογράφηκε από τη Βασίλισσα Αμαλία και τέθηκε η ανάγλυφη Μεγάλη του Κράτους Σφραγίδα, στις 20 Φεβρουαρίου (3 Μαρτίου) 1836. Το Πρωτότυπο του Διπλώματος φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των οποίων αποτελεί ιδιοκτησία.
3. Στις 23 Ιανουαρίου 1835 με Β. Δ. το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ. / 1 Α /23-1-1835 , τιμήθηκε με το (Χρυσό) Σταυρό των Ταξιαρχών του Τάγματος του Σωτήρος.
4. Την 1 Ιανουαρίου 1838 με Β. Δ. το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ. / 1 Α /1-1-1838 τιμήθηκε με το (Χρυσό) Σταυρό των Ανωτέρων Ταξιαρχών του Τάγματος του Σωτήρος.
5. Το 1843 προάγεται από Συνταγματάρχης σε Υποστράτηγο (τότε δεν υπήρχε ο ενδιάμεσος Βαθμός του Ταξιάρχου).
6. Το 1847 διορίστηκε Γερουσιαστής.
Πηγή: wikipedia
…………………………….
Τερτσέτης – Πολυζωίδης: Παντοτινοί “φάροι” της Ελληνικής Δικαιοσύνης.
«Ποιος είσαι εσύ ώ επίτροπε που ήρθες στη χώρα μας να μας δικάσεις;
Είσαι αλλόεθνος.
Και για να είσαι αλλόεθνος δεν μπορεί να είσαι δίκαιος.
Δεν μπορείς να δικάσεις Έλληνες».
Ξέρεις να λες Ελλάδα στα ελληνικά, μα τίποτε δε νοιώθεις απ’ ό,τι σπουδαίο, μεγάλο και αιώνιο κρύβει τούτη η λέξη στα σπλάγχνα της.
Κατάλαβες τη θέση του εισαγγελέα σε ελληνικό δικαστήριο αλλά δεν έχεις θέση στην ελληνική δικαιοσύνη Επίτροπε. Είσαι εκτός φύσει και θέσει.
Θέλεις να δικάσεις Έλληνες με τον πατριωτισμό του Εγγλέζου.
Ο εθνισμός μας, ώ επίτροπε, είναι θεμελιωμένος στα αίματα οκτακοσίων χιλιάδων Ελλήνων που θυσιάστηκαν εις τον αγώνα.
Θα ήταν κατάρα Θεού αν εμείς την ημέρα εκείνη της δίκης το ξεχνούσαμε αυτό».
Με αυτά τα λόγια ο «αιώνιος» Έλληνας δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης, άρχισε την αγόρευσή του ως κατηγορούμενος, στο δικαστήριο που παραπέμφθηκε μαζί με τον Πρόεδρο Αναστάσιο Πολυζωίδη για την απείθειά τους στις διαταγές των ξένων.
Των ξένων που ζητούσαν από το δικαστήριο να επιβάλει τη θανατική ποινή στο «Γέρο του Μοριά» και τον Δημήτριο Πλαπούτα, «σε εκείνη τη δίκη».
Εκείνη την ιστορική δίκη, που ξεκίνησε στις 16 Απριλίου του 1834 στο Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του νεοσύστατου τότε Ελληνικού Κράτους και έμεινε στην αιωνιότητα για να παραδειγματίζει με το «σκότος» της και να φωτίζει με τα οράματά της το νεότερο Ελληνισμό.
Εκείνη τη δίκη, όπου στο πρόσωπο του Εθνάρχη Κολοκοτρώνη, δικάστηκε και καταδικάστηκε ένα ολόκληρο έθνος.
Η ποινή βαριά και την εκτίουμε όλοι μας μέχρι σήμερα:
το νεοσύστατο ελληνικό κράτος έγινε ένα ψευτορωμαίικο που «τρώει τα παιδιά του».
Η αληθινή και αιώνια Ελλάδα, έμεινε όνειρο στις καρδιές των νεοσκλαβωμένων Ελλήνων Ένα όνειρο που περιμένει μια νέα αυγή, του Ελληνισμού να το κάνει πραγματικότητα.
Έτσι βγήκε αληθινή η προφητεία του μεγάλου αγίου και εθνομάρτυρα της ρωμιοσύνης Κοσμά του Αιτωλού, ότι στην πορεία προς τη λευτεριά: «…
θα έρθει πρώτα ένα ψευτορωμαίικο, να μην το πιστέψετε».
Εννοώντας το κράτος που πριν ακόμη γευθεί την ελευθερία του από την τουρκική βαρβαρότητα, επρόκειτο να υποδουλωθεί σε έναν καινούριο, εξ’ ίσου βάρβαρο και τυραννικό αφέντη.
Αυτόν που εννοούσε ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γράφοντας:
«…Παληόφραγκοι, που πέφτουνε σαν όρνια στα ψοφίμια,
εκείνοι πάντα κυνηγοί και πάντα εμείς αγρίμια
Δε νιώθεις πως τους σχαίνομαι!
Όλην αυτήν την ψώρα,
οπώρχεται κάθε φορά και μας δαγκάει τη χώρα;»
Έτσι έγινε και πέρασαν οι Έλληνες, απ’ τη μαυρίλα της τουρκοκρατίας και τις προδοσίες των «Νενέκων» που τη στήριζαν, στην «σφαίρα επιρροής» των «συμμάχων της Δύσης».
Στο θανατερό δηλαδή αγκάλιασμα της «πεφωτισμένης Εσπερίας» και των νεοραγιάδων συμπατριωτών μας, που οι ξένοι όρισαν για να μας διαφεντεύουν, βάναυσα, τυραννικά και απολύτως παράνομα, όπως τότε.
Ήταν η δίκη στην οποία παραπέμφθηκε ο μέγιστος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μετά τη «στημένη» (όπως ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ομολόγησε αργότερα) από τους Φράγκους και τους Άγγλους, δολοφονία του μεγάλου κυβερνήτη (αλλά φιλορώσου) Ιωάννη Καποδίστρια.
Μια δίκη που αποτέλεσε τη χαριστική βολή στο «σώμα» του ψυχορραγούντος Ελληνισμού.
Η τελευταία πράξη του δράματος που έριξε την «αυλαία» του ανελέητου κυνηγητού και της εξόντωσης των ηρώων του ’21, στην οποία προχώρησε η «κυβέρνηση της Ελλάδος» υπό την καθοδήγηση των ξένων «φίλων» μας.
Στόχος συκοφαντιών εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων ο Κολοκοτρώνης και κυρίως του Ι. Κωλέττη, με τη σύμφωνη γνώμη της βαυαρικής αντιβασιλείας (ο Όθων ήταν ακόμη ανήλικος), φυλακίσθηκε αρχικά για να παραπεμφθεί σε δίκη στη συνέχεια με βαρύτατες κατηγορίες.
Πραγματική αιτία των διώξεων η φιλοκαποδιστριακή του στάση και ο φιλορωσικός του προσανατολισμός.
Αμάρτησε γιατί τόλμησε να σκεφτεί ότι θα μπορούσε να υπάρξει Ελλάδα καλύτερη από αυτή που μας «σέρβιρε» η Δύση.
Σήμερα οπωσδήποτε θα χαρακτηριζόταν φασίστας και νεοναζί, όμως τότε δεν είχαν ανακαλυφθεί ακόμη αυτοί οι όροι τεχνητής δαιμονοποίησης των αντιφρονούντων του συστήματος, οπότε αρκέστηκαν στο ίδιο μεν με τα σημερινά κατηγορητήρια, αλλά χωρίς τέτοιους χαρακτηρισμούς.
Ήθελαν, λέει, να ανατρέψουν τον ανήλικο Όθωνα, και να επιβάλουν τη δική τους καταστροφική τάξη πραγμάτων.
Κάτι ας πούμε ανάλογο με αυτό που εννοούσε τότε, η νυν περιφερειάρχης Ρένα Δούρου, όταν στριγγλίζοντας υστερικά στη γνωστή τηλεοπτική εκπομπή έλεγε: «… αν έλθει στην εξουσία η Χρυσή Αυγή, θα πάει τη Χώρα πεντακόσια χρόνια πίσω».
Βλέπετε οι εποχές αλλάζουν, αλλά οι μεθοδεύσεις και τα επιχειρήματα μένουν πάντα εκπληκτικά αναλλοίωτα.
Ποιοί έφεραν την Χώρα πίσω??
Οι δοσίλογοι πολιτικοί και προδότες του Ελληνισμού.
Ποιες ήταν οι κατηγορίες της αισχρής σκευωρίας;
-
Οι κατηγορούμενοι ήταν αρχηγοί συνωμοσίας που απέβλεπε να προσβάλει την ασφάλεια του κράτους και να καταργήσει το πολίτευμα.
-
Για την παράλυση της εξουσίας παρακίνησαν διάφορους αρχιληστές σε ληστεία.
-
Ενήργησαν μυστικές συνεδριάσεις για την ανατροπή των μελών της αντιβασιλείας.
-
Υπέγραψαν αναφορά προς ξένη δύναμη (Ρωσία) για την κατάργηση της αντιβασιλείας.

Αφήστε μια απάντηση