ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (700 π.Χ. – 508 π.Χ.)
ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΡΧΑΪΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ
Ο όρος Αρχαϊκός επινοήθηκε τον 18ο αιώνα. από ιστορικούς της τέχνης προκειμένου να χαρακτηρίσει την μεταβατική περίοδο της Ελληνικής τέχνης μεταξύ της γεωμετρικής (9ος – 8ος αιώνας π.Χ.) και της κλασικής εποχής (5ος – 4ος αιώνας π.Χ.). Τα χρονικά όρια της Αρχαϊκής περιόδου καλύπτουν σε γενικές γραμμές τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ. (700 – 500 π.Χ.). Η λήξη των Περσικών πολέμων (479 π.Χ.) σηματοδοτεί την μετάβαση στην επόμενη Κλασική περίοδο. Ο όρος Αρχαϊκός είχε αρχικά αξιολογικό περιεχόμενο και εθεωρείτο ότι αποτελούσε απλώς το «πρωτόγονο» προανάκρουσμα της μεγάλης κλασικής τέχνης, κυρίως στην πλαστική. Σήμερα ο όρος έχει μόνο χρονολογική σημασία και αναφέρεται στην μεγάλη πολιτική, κοινωνική, οικονομική και καλλιτεχνική μεταμόρφωση του Ελληνικού κόσμου κατά τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ…
Χρονολογικά η Αρχαϊκή εποχή αρχίζει με το συμβατικό 700 π.Χ. και τελειώνει το 508 π.Χ., χρονιά που ο Κλεισθένης θεμελίωσε την Αθηναϊκή δημοκρατία· θυμόμαστε όμως ότι τα όρια είναι ρευστά και ότι κατά κανόνα ο χωρισμός μιας ιστορικής εξέλιξης σε περιόδους, σε φάσεις κλπ. είναι αυθαίρετος, όπως αυθαίρετο είναι και να καθορίζεται κάποια χρονολογία ως όριο ανάμεσα στη μία και την άλλη περίοδο. Αυτό δε μας εμποδίζει να αναζητούμε κάθε φορά και να μελετούμε, πέρα και πίσω από τα συγκεκριμένα γεγονότα, τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά κάθε περιόδου.
Η ραγδαία αύξηση του πληθυσμού κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. και η ανάγκη εξεύρεσης περισσότερων πόρων οδήγησαν στην κατάρρευση της κοινωνικής οργάνωσης κατά γένη ή φυλές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα αφ΄ ενός την μεγάλη εξάπλωση του Ελληνικού εμπορίου σε όλη τη Μεσόγειο και αφ΄ ετέρου την ανάδυση της πόλης – κράτους, που αναδείχθηκε στο βασικό κύτταρο πολιτικής και αστικής οργάνωσης στην αρχαία Ελλάδα, με αριστοκρατικό, ολιγαρχικό ή τυραννικό καθεστώς. Επίσης, με την βοήθεια νομοθετών, θεσπίζονται νόμοι, που βοηθούν στην αποτελεσματικότερη και δικαιότερη διοίκηση των πόλεων-κρατών και προσπαθούν να ρυθμίσουν τις μεταξύ τους διαρκείς διενέξεις.
Στην ενδυνάμωση των σχέσεων μεταξύ των πόλεων – κρατών βαρύνοντα ρόλο έχει η επίσημη ίδρυση των Πανελλήνιων αγώνων, στην Ολυμπία ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ. (Ολύμπια, 776 π.Χ.), τους Δελφούς (Πύθια, 590 π.Χ.), την Ισθμία (Ίσθμια, 582 π.Χ.) και την Νεμέα (Νέμεα, 573 π.Χ.), πολλών τοπικών, με επιφανέστερα τα Παναθήναια (Αθήνα, 566 π.Χ.) καθώς και θρησκευτικών – πολιτικών ενώσεων, των αμφικτιονιών (Δελφοί, Πανιώνιον, κλπ). Τόσο στα αστικά όσο και στα θρησκευτικά κέντρα, οι πόλεις – κράτη και τύραννοι, όπως π.χ. ο Πεισίστρατος στην Αθήνα, ο Πολυκράτης στη Σάμο συναγωνίζονται στην ίδρυση εντυπωσιακών οικοδομημάτων και την εκτέλεση δημόσιων οικοδομικών προγραμμάτων.
Η ραγδαία αύξηση του εμπορίου, ιδιαίτερα με την Ανατολή, και ο αποικισμός, δηλ. η ίδρυση πλήθους αποικιών και εμπορικών σταθμών σε όλες τις Μεσογειακές ακτές, έχει ως αποτέλεσμα την ευρύτερη χρήση του αλφαβήτου (είχε ήδη εισαχθεί τον 8ο αιώνα π.Χ. από τους Φοίνικες), και του νομίσματος από τους Λυδούς, προκειμένου να διευκολυνθούν οι εμπορικές σχέσεις. Η προσαρμογή του αλφαβήτου στις Ελληνικές διαλέκτους, εκτός από εμπορικούς σκοπούς οδήγησε στην μεγάλη διάδοση του γραπτού λόγου, με την καταγραφή των Ομηρικών Επών, την εμφάνιση της λυρικής ποίησης, τις πρώτες απόπειρες συστηματικής καταγραφής της ιστορίας (λογογράφοι) και την προσπάθεια κατανόησης του Κόσμου (Ίωνες φυσικοί φιλόσοφοι).
Η συνάντηση των Ελλήνων με τους ανατολικούς πολιτισμούς εμπλούτισε την Ελληνική τέχνη με νέα εκφραστικά μέσα. Κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. (Ανατολίζουζα περίοδος) οι Έλληνες υιοθετούν Αιγυπτιακά και ανατολικά εικονογραφικά θέματα και ρυθμούς διακόσμησης (κούροι, μυθικά όντα, όπως γρύπες, σφίγγες), προσαρμοσμένους όμως στο δικό τους καλλιτεχνικό αισθητήριο. Η αρχαιότερη φάση της Αρχαϊκής πλαστικής (Δαιδαλική) χαρακτηρίζεται από μετωπικότητα και δυσαναλογία στην απόδοση των μερών του σώματος.
Βαθμιαία όμως επικρατεί η τάση προς φυσιοκρατικότερη απόδοση, ικανοποιώντας με την λεγόμενη «λανθάνουσα κίνηση», ένα από τα βασικότερα αιτήματα της αρχαίας Ελληνικής τέχνης, το «ζωτικόν φαίνεσθαι», δηλ., να φαίνεται ότι το γλυπτό ζεί ή κινείται. Από τα κεραμικά εργαστήρια του 7ου αιώνα π.Χ. ξεχωρίζουν το Κορινθιακό (Πρωτοκορινθιακή κεραμική) και το πιο συντηρητικό Αττικό (Πρωτοαττική κεραμική). Αρχικά στην Κόρινθο (7ος αιώνας π.Χ.) και αργότερα στην Αθήνα (620 π.Χ.) εμφανίζεται μελανόμορφος ρυθμός, δηλ ο τρόπος διακόσμησης αγγείων με μελανές μορφές και εγχάραξη για την απόδοση των λεπτομερειών.
Τα Κορινθιακά κεραμικά προϊόντα κυριάρχησαν στις μεσογειακές αγορές μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα π.Χ., οπότε έδωσαν σταδιακά τη θέση τους στα ανώτερης ποιότητας Αττικά μελανόμορφα αγγεία, τα οποία διακοσμούνται από μεγάλους ζωγράφους, όπως ο Ζωγράφος του Νέσσου, ο Σοφίλος, ο Λυδός, ο Άμασις και ο Εξηκίας. Γύρω στο 530 / 520 π.Χ. επινοήθηκε στην Αθήνα ο ερυθρόμορφος ρυθμός στην κεραμική, όπου οι μορφές παραμένουν στο ερυθρωπό χρώμα του πηλού και προβάλλονται στο μελανό βάθος. Σπουδαιότεροι καλλιτέχνες είναι ο Ζωγράφος του Ανδοκίδη, και οι τρείς «Πρωτοπόροι» δηλ. ο Ευφρόνιος, ο Ευθυμίδης και ο Φιντίας.
Ιστορικές Συνθήκες
Στους δύο Αρχαϊκούς αιώνες ο Ελληνικός γεωγραφικός χώρος απλώθηκε πολύ. Ο δεύτερος Ελληνικός αποικισμός ξεκίνησε στα μέσα του 8ου π.Χ. αιώνα, τότε που οι Ίωνες κάτοικοι της Εύβοιας ίδρυσαν τους πρώτους εμπορικούς σταθμούς στην Κάτω Ιταλία, και συνεχίστηκε ως και τον 6ο π.Χ. αιώνα. Το αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο η Σικελία και η Κάτω Ιταλία αλλά και ολόκληρος ο περίγυρος της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου, από την Ισπανία ως την Κριμαία και από την Κυανή Ακτή ως την Κυρηναϊκή και την Αίγυπτο, να κατέχονται από ισχυρές Ελληνικές εγκαταστάσεις. Τα αίτια του αποικισμού ήταν τη φορά αυτή ποικίλα.
Στην τάση για φυγή συντέλεσαν τόσο ο υπερπληθυσμός όσο και οι συχνές, όπως θα δούμε, και έντονες πολιτειακές και πολιτικές αλλαγές και αναστατώσεις. Πολλές φορές η πρωτοβουλία ανήκε σε ευγενείς που είτε είχαν λόγους να εγκαταλείψουν τον τόπο τους είτε φιλοδοξούσαν να τιμηθούν στην καινούργια πατρίδα, όπως όλοι οι ”οἰκισταί” και οι οικογένειές τους. Πέρα από αυτά, οι ελπίδες για δόξα και πλουτισμό συνοδεύονταν από μια δίψα για γνώση και περιπέτεια, από ένα πνεύμα ανήσυχο και φιλόμαθο, σαν του Οδυσσέα. Στις Ιωνικές αποικίες πρωτοεμφανίστηκε και γρήγορα διαδόθηκε στον Ελληνικό χώρο ένας καινούργιος, πιο περιορισμένος σε έκταση, τύπος κρατικής οντότητας, η πόλη – κράτος.
Σε αντίθεση με τις παλαιότερες επικράτειες, η πόλη – κράτος δε βασιζόταν στη φυλετική συγγένεια αλλά στον τοπικό πατριωτισμό και στη μεγαλύτερη ή μικρότερη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Συνήθως την πόλη – κράτος την αποτελούσαν ένας κύριος οχυρωμένος οικισμός και ένας αριθμός από μικρότερες γειτονικές κώμες. Παράδειγμα η Αθήνα και η Σπάρτη, που θα μπορούσαν, ήδη από τα μέσα του 8ου π.Χ. αιώνα, να χαρακτηριστούν πόλεις-κράτη. Δίπλα στην κατά παράδοση αγροτική οικονομία των Ελληνικών εγκαταστάσεων, το πλήθος και η διασπορά των αποικιών πέρα από τις θάλασσες δημιούργησε ζωηρή εμπορική κίνηση.
Οι αποικίες τροφοδοτούσαν τις μητροπόλεις με πρώτες ύλες, συχνά και με δούλους, και οι μητροπόλεις προμήθευαν στις αποικίες βιοτεχνικά και άλλα προϊόντα. Οι εμπορικές συναλλαγές έγιναν ευκολότερες και πολλαπλασιάστηκαν, όταν οι πόλεις, από τα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα και μετά, άρχισαν να σφραγίζουν και να κυκλοφορούν επίσημα νομίσματα. Εμπόριο, νόμισμα, πλούτος – φαινόμενα μεγάλης ανάπτυξης, που όμως είχε και τις αρνητικές της πλευρές. Οι ευγενείς, που πρώτοι εκμεταλλεύτηκαν τις νέες δυνατότητες, άρχισαν να δανείζουν στους αγρότες, με τόκο και με εγγύηση πρώτα τα λιγοστά τους κτήματα, ύστερα και την ελευθερία των ίδιων και της οικογένειάς τους.
Αυτός ο δανεισμός ”ἐπὶ τoῖς σώμασιν”, όπως ονομάστηκε, μετάτρεψε πλήθος ελεύθερους αγρότες σε δουλοπάροικους. Δημιούργησε έντονα κοινωνικά προβλήματα και αποτέλεσε έναν ακόμα ισχυρό λόγο για πολιτικές ταραχές και μεταρρυθμίσεις. Το πατροπαράδοτο πολίτευμα της κληρονομικής βασιλείας είχε αρχίσει κιόλας από τον 8ο π.Χ. αιώνα, αν όχι και νωρίτερα, να κλονίζεται, καθώς από τη μια οι βασιλιάδες είχαν την τάση να κάνουν κατάχρηση της εξουσίας τους, ή να μην είναι άξιοι να την ασκήσουν, από την άλλη οι διάφοροι ”εὐγενεῖς, εὐπατρίδαι ή ἄριστοι”, συνασπίζονταν να τους ανατρέψουν.
Συχνά, χρησιμοποιώντας τον πλούτο τους και τη λαϊκή δυσφορία, το πετύχαιναν όμως η μοιρασιά της εξουσίας δημιουργούσε τριβές και τα περισσότερα αριστοκρατικά πολιτεύματα που καθιδρύθηκαν αποδείχτηκαν βραχύβια. Πολιτικές επιπτώσεις είχε στα αρχαϊκά χρόνια και η αλλαγή στην πολεμική τακτική. Ο παλιός ηρωικός τρόπος, όπως μας είναι γνωστός από τον Όμηρο, όπου οι μάχες επιμερίζονταν σε μια σειρά από μονομαχίες, καταργήθηκε. Οι συγκρούσεις έγιναν τώρα ομαδικές, καθώς πολλοί μαζί ”ὁπλῖται” συγκροτούσαν μαχητική μονάδα, τη βαριά οπλισμένη φάλαγγα. Συμμετοχή στη φάλαγγα είχαν μόνο όσοι πολίτες μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν οι ίδιοι τον οπλισμό τους.
Κάτι που τους έδινε το δικαίωμα να διεκδικήσουν αυξημένα πολιτικά δικαιώματα. Η ικανοποίηση των αξιώσεών τους οδηγούσε σε τιμοκρατικά πολιτεύματα, όπου η εξουσία ήταν μοιρασμένη ανάλογα με τον πλούτο. Βασιλεία, αριστοκρατία, τιμοκρατία – όλα τα πολιτεύματα κινδύνευαν στα Αρχαϊκά χρόνια να ανατραπούν από ισχυρούς και φιλόδοξους άντρες που εκμεταλλεύονταν κάποιο τους αξίωμα για να συγκεντρώσουν ”δι᾽ ἀπάτης ἢ βίας” (Αριστοτέλης) την εξουσία στα χέρια τους και να εγκαθιδρύσουν τυραννίδα, έναν τρόπο διακυβέρνησης που επέτρεπε σε κάποιον «ανεύθυνο να κάνει ό,τι θέλει» (Ηρόδοτος).
Πολλά τα μαρτυρημένα κακουργήματα των τυράννων, λίγες οι θετικές τους ενέργειες, αλλά γενικά, ως πολιτικό φαινόμενο, η τυραννίδα, όπου επιβλήθηκε, εξάρθρωσε τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς και τελικά διευκόλυνε την πορεία προς τη δημοκρατία. Η ποικιλία των πολιτευμάτων και οι μεγάλες ταραχές και μεταπτώσεις που προκάλεσαν ας μην επισκιάσουν το γεγονός ότι σταδιακά, μέσα στους δύο αρχαϊκούς αιώνες, οι απλοί πολίτες, το πλήθος, ο δήμος, απόχτησαν φωνή, αντιστάθηκαν στην αυθαιρεσία των ανώτερων κοινωνικών τάξεων, συνειδητοποίησαν και διεκδίκησαν, συχνά με επιτυχία, τα δικαιώματα τους.
Έτσι, οι πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν την κατάργηση της κληρονομικής βασιλείας οδήγησαν πρώτα σε μια σειρά από ολιγαρχικά, αριστοκρατικά ή τιμοκρατικά, πολιτεύματα και στη συνέχεια, με καταλύτη τις τυραννίδες, στη δημοκρατία. Σημαντική νίκη των πολιτών αποτέλεσε η σύνταξη και η καταγραφή των νόμων. Μπορεί η γραπτή νομοθεσία να ευνοούσε τους ευγενείς και τους πλούσιους, μπορεί και οι παραβάσεις της από τους ισχυρούς να μην ήταν σπάνιες· πάλι όμως, και μόνο η ύπαρξη γραπτών νόμων αποτελούσε σημείο αναφοράς και εγγύηση δικαιοσύνης – και το κέρδος για τις λαϊκές τάξεις ήταν ακόμα μεγαλύτερο.
Όταν σε δύσκολες στιγμές, με την ολιγαρχική διοίκηση να έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο, το ίδιο το πλήθος διάλεγε και στήριζε στην εξουσία μια προσωπικότητα, δίνοντάς της λευκή εντολή να νομοθετήσει. Τέτοιοι ”αιρετοί νομοθέται, διαλλακταί ή αἰσυμνῆται”, υπήρξαν στα Αρχαϊκά χρόνια αρκετοί, ανάμεσά τους, στην Αθήνα, ο Σόλων.
Χρονολόγιο της Αρχαϊκής Περιόδου
740 π.Χ. / 730 – 720 / 710 π.Χ.: Α’ Μεσσηνιακός πόλεμος
700 π.Χ.: Ληλάντιος πόλεμος
7ος Αιώνας, α’ Μισό: Βασιλεία του Φείδωνα στο Άργος
683 π.Χ. / 682 π.Χ. ή 682 π.Χ. / 681 π.Χ.: Καθιέρωση ετήσιας θητείας των αρχόντων στην Αθήνα
675 π.Χ.: Ενσωμάτωση της Ελευσίνας στην Αθήνα
669 π.Χ.: Ήττα των Σπαρτιατών από τους Αργείους στις Υσιές
658 π.Χ. – 581 π.Χ.: Τυραννίδα των Κυψελιδών στην Κόρινθο
6ος Αιώνας, β’ Μισό: Β’ Μεσσηνιακός Πόλεμος
7ος Αιώνας, Μέσα: Μεταρρύθμιση του Λυκούργου
632 π.Χ.: Απόπειρα του Κύλωνα να καταλάβει την εξουσία στην Αθήνα
7ος Αιώνας, Ύστερος: Οι Αλευάδες της Λάρισας γίνονται ταγοί του θεσσαλικού Κοινού
595 π.Χ. – 590 π.Χ.: Α’ Ιερός πόλεμος
7ος Αιώνας, Τέλος: Οι Αθηναίοι καταλαμβάνουν το Σίγειο
621 π.Χ.: Νόμοι του Δράκοντα στην Αθήνα
594 π.Χ. / 593 π.Χ.: Ο Σόλων άρχων στην Αθήνα
590 π.Χ.: O Πιττακός αισυμνήτης στη Μυτιλήνη
562 π.Χ. / 561 π.Χ.: O Πεισίστρατος γίνεται τύραννος της Αθήνας
555 π.Χ.: Ο Μιλτιάδης ο Πρεσβύτερος καταλαμβάνει τη Θρακική Χερσόνησο.
546 π.Χ.: Κατάληψη της Ιωνίας από τους Πέρσες
546 π.Χ.: Ήττα των Αργείων από τους Σπαρτιάτες στη Θυρέα
6ος Αιώνας, Μέσα: Ίδρυση Πελοποννησιακής συμμαχίας
540 π.Χ. / 530 π.Χ.: Οριστική ενσωμάτωση της Σαλαμίνας στην Αθήνα
540 π.Χ. – 535 π.Χ.: Ήττα των Φωκαέων στην Αλαλία από τους Καρχηδονίους και τους Ετρούσκους
540 π.Χ. – 522 π.Χ.: Τυραννίδα του Πολυκράτη στη Σάμο
528 π.Χ. / 527 π.Χ.: Θάνατος του Πεισιστράτου
510 π.Χ.: Πτώση του Ιππία και τέλος της τυραννίδας στην Αθήνα
508 π.Χ. / 507 π.Χ.: Μεταρρύθμιση του Κλεισθένη
499 π.Χ. – 494 π.Χ.: Ιωνική επανάσταση
499 π.Χ. – 497 π.Χ.: Η Κύπρος συμμετέχει στην Ιωνική επανάσταση
495 π.Χ.: Ναυμαχία της Λάδης
494 π.Χ.: Άλωση της Μιλήτου από τους Πέρσες
490 π.Χ.: Πρώτη περσική εισβολή. Μάχη του Μαραθώνα
480 π.Χ.: Δεύτερη Περσική εισβολή. Μάχη των Θερμοπυλών. Ναυμαχία του Αρτεμισίου. Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Μάχη της Ιμέρας
479 π.Χ.: Μάχη των Πλαταιών. Απόβαση των Ελλήνων στη Μυκάλη
479 π.Χ.: Νίκη του Ιέρωνα επί των Καρχηδονίων στην Κύμη
478 π.Χ.: Κατάληψη της Σηστού από τους Έλληνες
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Με τον αποικισμό και τη γεωγραφική εξάπλωση, ο Ελληνικός ορίζοντας μεγάλωσε, οι Ελληνικοί πληθυσμοί ήρθαν σε επαφή με πλήθος λαούς και οι πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις πολλαπλασιάστηκαν. Από την Ελληνική πλευρά, ιδιαίτερα αισθητές τον 7ο π.Χ. αιώνα είναι οι ανατολικές επιδράσεις, που οι περισσότερες, όπως και θα το περιμέναμε, οφείλονται στο συναπάντημα των Ελληνικών αποικιών της Μικρασίας με τους ανατολίτες γειτόνους τους. Τα διάφορα Ελληνικά φύλα εξακολούθησαν φυσικά να μιλούν καθένα τη διάλεκτό του, όπως και ο κάθε τόπος το ιδίωμά του· και οι γλωσσικές αποκλίσεις μεταφέρονταν και στις αποικίες, που πάλι η καθεμιά τους κρατούσε τη διάλεκτο και το ιδίωμα της μητρόπολης.
Γλώσσα κοινή στα Αρχαϊκά χρόνια δεν είχε σχηματιστεί, αλλά βέβαια η συνεννόηση των Πανελλήνων μεταξύ τους δεν παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσκολίες. Η διασπορά του Ελληνισμού στις αποικίες και ο επιμερισμός του σε μικρότερες πολιτικές ενότητες, τις πόλεις – κράτη, αντισταθμίστηκε από ισχυρές ενωτικές δυνάμεις. Οι ιδιαίτερες σχέσεις που γεφύρωναν τις αποκεντρωμένες αποικίες με τις ελλαδικές μητροπόλεις τους, οι ποικίλες συμφωνίες ανάμεσα στις πόλεις – κράτη, οι αμυντικές συμμαχίες, οι θρησκευτικές ενώσεις (ἀμφικτυονίαι), οι πανελλήνιοι αγώνες και τα πανελλήνια μαντεία, γιορτές και προσκυνήματα – όλα αυτά όχι μόνο συγκράτησαν αλλά και δυνάμωσαν στην Αρχαϊκή εποχή την ενότητα και την αυτοσυνειδησία των Ελλήνων.
Εξαιρετική θέση κρατούσε στην κοινωνική ζωή των Αρχαϊκών αιώνων η θρησκεία. Τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο, τόσο στις περιορισμένες τοπικές λατρείες όσο και στα Πανελλήνια ιερά, τόσο στην επίσημη λατρεία των Ολύμπιων, όπως την είχαν καθιερώσει ο Όμηρος και ο Ησίοδος, όσο και στις απόκρυφες οργιαστικές και μυστηριακές της εκδηλώσεις, η Αρχαϊκή ευσέβεια ήταν βαθύτερη και εντονότερη παρά ποτέ άλλοτε στον αρχαίο κόσμο. Χαρακτηριστική ήταν η ραγδαία αύξηση της σημασίας του μαντείου των Δελφών, στον ”ὀμφαλόν” της γης, όπου ο αυστηρός και απόμακρος θεός Απόλλωνας είχε παραχωρήσει δίπλα του μια θέση στον πιο λαοφίλητο, οργιαστικό Θεό, τον Διόνυσο.
Η συνείδηση από όλους τους Έλληνες της κοινής καταγωγής, εθίμων και γλώσσας ενισχύθηκε στην Αρχαϊκή περίοδο. Παράλληλα, ωστόσο, καλλιεργήθηκε και ένα αίσθημα ιδιαίτερης “τοπικής” υπερηφάνειας, που σχετιζόταν με την ανάπτυξη των πόλεων – κρατών. Στην Αθήνα οι κοινωνικές δομές προσδιορίζονται σαφέστερα μεταξύ του 8ου και του 6ου αιώνα π.X. Ο δήμος, μια μορφή κοινωνικής συγκρότησης γνωστή από παλαιότερες εποχές, είναι ο τελευταίος που αποκτά θεσμοθετημένη υπόσταση στα τέλη του 6ου αιώνα π.X. Στη διάρκεια του ίδιου αιώνα γίνεται σαφής διαχωρισμός των τάξεων, ενώ παράλληλα αυξάνει -σε σχέση με το παρελθόν- η κοινωνική κινητικότητα.
Έχει υποστηριχτεί ότι η γεωμορφολογία του Ελληνικού χώρου ήταν η κυριότερη αιτία αυτής της πολυμορφίας μέσα στην ευρύτερη ενότητα. Είναι φανερό, ωστόσο, από παρατηρήσεις σε άλλες εποχές και τόπους, ότι ο φυσικός καταμερισμός του εδάφους είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για τη γέννηση μίας ανταγωνιστικής ποικιλομορφίας. Θα πρέπει μάλλον να δοθεί μεγαλύτερο βάρος στον τρόπο θεώρησης του κόσμου, όπως αυτός διαφαίνεται μέσα από την Ελληνική μυθολογία.
Η σχέση του ανθρώπου με το Θείο, η προώθηση αξιών όπως η ατομική πρωτοβουλία, η εφευρετικότητα, η αναγωγή της ιδιαιτερότητας σε δικαίωμα και της ελευθερίας σε αγαθό, η ιδέα του μέτρου και του καιρού, φανερώνουν τις ανθρωποκεντρικές ανησυχίες της κοινωνίας την Αρχαϊκή περίοδο. Οι πόλεις – κράτη, στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν καταρχάς και στη συνέχεια να επιβληθούν στις γειτονικές τους, επιστρατεύουν μια σειρά από ιδεολογικά – προπαγανδιστικά επιχειρήματα. Μεταξύ αυτών των επιχειρημάτων η ανωτερότητα της καταγωγής και ο συστηματικός εξωραϊσμός του παρελθόντος είναι ήδη πολύ αναπτυγμένα στα Αρχαϊκά χρόνια.
Οι πόλεις προβάλλουν μία ιδιαίτερη σχέση με κάποια θεότητα, κάποτε μάλιστα και την απευθείας καταγωγή τους από αυτήν. Άλλες, ωστόσο, αρκούνται σε μία ηρωική καταγωγή. Mε θεούς και ήρωες συνδέονται και οι θεσμοί και κάθε πόλη με φιλοδοξίες είναι πεπεισμένη για την ανωτερότητα των δικαιοδοτικών και πολιτειακών της θεσμών. Όπου δεν επαρκούν οι πανελλήνιοι θεοί και ήρωες, αναλαμβάνουν το ρόλο του ιδρυτή τοπικές θεότητες οι οποίες απολαμβάνουν ιδιαίτερες τιμές. Στις αποικίες ο ρόλος αυτός ανήκει δικαιωματικά στους οικιστές, οι οποίοι μετά το θάνατό τους κατά κανόνα ηρωποιούνται και αποκτούν την αίγλη και την αποδοχή του γενάρχη.
Σε μία αμφίδρομη διαδικασία, όπου τα στοιχεία σχετικά με την ίδρυση κάποιας πόλης έχουν εκλείψει από τη συλλογική μνήμη, “εφευρίσκεται” ένας ήρωας στον οποίο δίνεται το όνομα της πόλης. Ο ήρωας αυτός αποκαλείται επώνυμος και στην κοινή συνείδηση καταγράφεται ως ο πρόγονος από τον οποίο ιδρύθηκε η πόλη και προήλθε το όνομά της.
ΔΟΜΕΣ
Εισαγωγή στις Δομές
Οι βασικές κοινωνικές δομές κατά την Αρχαϊκή περίοδο παρουσιάζουν πολλά κοινά στοιχεία στις περισσότερες πόλεις και περιοχές του Ελληνικού κόσμου. Οι επί μέρους διαφοροποιήσεις οφείλονται κυρίως σε γεωμορφολογικούς και οικονομικούς παράγοντες. Στην Αθήνα, οι μορφές οργάνωσης εμφανίζουν μεγάλη ποικιλία και μία σχετικά χαλαρή ιεραρχική διάρθρωση. Μορφές οργάνωσης σε συγγενική βάση και άλλες σε τοπική αλληλοσυμπληρώνονται και καλύπτουν σχεδόν όλους τους τομείς του δημόσιου βίου, από την κατανομή της εξουσίας και την απονομή του δικαίου έως τις θρησκευτικές υποχρεώσεις και την εμπορική δραστηριότητα.
Η σύνθεση της Αθηναϊκής κοινωνίας μπορεί να εξεταστεί από διαφορετικές σκοπιές, όπως ο τόπος κατοικίας ή το επάγγελμα. Οι περισσότερες όμως εκδοχές συγκλίνουν προς μία κατανομή του πληθυσμού με βάση οικονομικά και περιουσιακά κριτήρια.
Μορφές Κοινωνικής Οργάνωσης
Οι γνώσεις μας για τη συγκρότηση της αρχαϊκής κοινωνίας προέρχονται κυρίως από τις κλασικές πηγές. Διαφαίνεται σε αυτές η ύπαρξη ομάδων συγκροτημένων σε τοπική ή συγγενική βάση· οι φυλές, οι Τριττύες και οι Ναυκραρίες συνιστούν την πρώτη περίπτωση, ενώ οι Φρατρίες και τα γένη τη δεύτερη. Όλες αυτές οι ομάδες περιελάμβαναν πολλούς οίκους, επικαλύπτονταν, τέμνονταν και συνέδεαν τα μέλη τους σε κοινωνική, πολιτική και θρησκευτική δράση. Υπήρχαν και άλλες με καθαρά θρησκευτικό χαρακτήρα, όπως οι θίασοι και οι οργεώνες. Εμφανίστηκαν δύο ειδών μορφές κοινωνικής συγκρότησης: εκείνες που βασίζονταν στη συγγένεια και εκείνες που είχαν ως αρχή τους τον τόπο διαμονής.
Και στις δύο περιπτώσεις ίσχυε η αρχή της κληρονομικότητας. Έτσι, ακόμα και στους δήμους -θεσμό κατεξοχήν τοπικό- η ιδιότητα του δημότη ήταν κληρονομική και δεν εξέλειπε με τη μετεγκατάσταση του πολίτη σε άλλη περιοχή. Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, πότε ακριβώς εμφανίζονται αυτές οι μορφές οργάνωσης, αλλά τουλάχιστον οι φυλές ανάγονται πιθανότατα στον 11ο αιώνα π.X., εφόσον συνδέονται άμεσα με την Ιωνική μετανάστευση, ενώ η ιδέα του έθνους και του φύλου είναι προφανώς ήδη οικεία στο Μυκηναϊκό κόσμο. Είναι πιθανόν και οι υπόλοιπες ομάδες να συγκροτήθηκαν από νωρίς, διαμορφώθηκαν όμως σταδιακά μετά το συνοικισμό και προσαρμόστηκαν στα δεδομένα της πόλης.
Α. Έθνος
Στην Αρχαϊκή περίοδο, η έννοια του έθνους έχει ήδη προσλάβει ένα γενικότερο χαρακτήρα, κατά τρόπο που να συμπεριλαμβάνει όλους τους Έλληνες. Αυτή η αντίληψη αναπτύσσεται κυρίως σε αντιπαράθεση με τους βαρβάρους, τους οποίους τώρα οι Έλληνες συναντούν όλο και συχνότερα στο πολυετές και περιπετειώδες εγχείρημα του αποικισμού. Μεταξύ τους, ωστόσο, οι Έλληνες δεν παύουν να διακρίνονται σε φύλα, ανάλογα με την καταγωγή τους: Ίωνες, Δωριείς και Αιολείς. Παράλληλα αναφέρονται ως “έθνη” και ομάδες που άλλοτε συμπίπτουν και άλλοτε όχι με τμήματα των τριών φύλων. Τα έθνη των Θεσσαλών και των Βοιωτών, για παράδειγμα, ανήκουν στο Αιολικό φύλο και οι Μακεδόνες στο Δωρικό.
Oι ομάδες, που είχαν συνείδηση της κοινής καταγωγής τους, οργανώνονταν σε κοινά, αμφικτιονίες και συμπολιτείες -λιγότερο ή περισσότερο χαλαρές- στο εσωτερικό των οποίων διατηρούνταν η αυτονομία των πόλεων (Αιτωλοί, Αχαιοί, Αρκάδες, Βοιωτοί). Η απαρχή της Αθηναϊκής πόλης συνδέεται από την παράδοση με το συνοικισμό. Ο μύθος αποδίδει στο Θησέα την πρωτοβουλία για την ένωση των διάφορων χωριών της Αττικής κάτω από την πολιτική εξουσία της Αθήνας. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Θησέας κατάργησε τα ιδιαίτερα συμβούλια του κάθε χωριού και ίδρυσε ένα κεντρικό βουλευτήριο και ένα πρυτανείο (Θησέας).
Με την ένωση αυτή σχετίζεται και η γιορτή, η γνωστή ως Συνοίκια, που γιορταζόταν τη 16η ημέρα του μήνα Εκατομβαιώνος (γύρω στα μέσα Ιουνίου) και πιθανώς καθιερώθηκε κατά τον 8ο αιώνα π.X. Τόσο η χρονολόγηση του συνοικισμού, όσο και η ταύτισή του με την εμφάνιση της Αθηναϊκής πόλης – κράτους αποτελούν αντικείμενο διένεξης ανάμεσα στους σύγχρονους ιστορικούς. H ενοποίηση της Αττικής δεν ήταν ένα στιγμιαίο φαινόμενο. H Ελευσίνα, για παράδειγμα, είχε παραμείνει για καιρό ένα ανεξάρτητο βασίλειο. Η προσάρτησή της στην Αθήνα συνδέεται, όπως μας πληροφορεί ο Θουκυδίδης, με το θρυλικό πόλεμο του Ερεχθέα. Η αμφισβητούμενη από τα Μέγαρα Αθηναϊκή κυριαρχία στη Σαλαμίνα εδραιώθηκε μόλις επί Σόλωνος.
Αλλά και όταν πια η ενοποίηση ολοκληρώθηκε γεωγραφικά, δεν εφαρμόστηκε σε όλους τους τομείς ομοιόμορφα. H Τετράπολις του Μαραθώνα (Μαραθών, Οινόη, Τρικόρυθος και Προβάλινθος) διατήρησε ως την Κλασική περίοδο κάποια στοιχεία αυτονομίας αποστέλλοντας ξεχωριστές θεωρίες στους Δελφούς και στη Δήλο. Σε μία πρώιμη περίοδο της ιστορίας της, η Aθήνα ανήκε στην Aμφικτιονία της Kαλαυρείας (Πόρου). Aυτή ήταν μια μάλλον χαλαρή πολιτική ένωση με θρησκευτικό της κέντρο το ιερό του Ποσειδώνα στην Kαλαυρεία. Περιελάμβανε εκτός από την Αθήνα και τον Πόρο, την Ερμιόνη, την Επίδαυρο, την Πρασιάδα, την Αίγινα, τη Ναυπλία και το Βοιωτικό Ορχομενό.
Β. Φυλή
Οι φυλές αντιπροσωπεύουν το βασικό χωρισμό των φύλων. Στην Αττική ο πληθυσμός ανήκε στο ιωνικό φύλο και οι φυλές ήταν τέσσερις. Αντίθετα, το δωρικό φύλο αποτελούνταν συνήθως από τρεις, όπως στη Σπάρτη και στην Κρήτη (Υλλείς, Πάμφυλοι, Δυμάνες). Η παράδοση για τις Αττικές φυλές αναφέρει διάφορα ονόματα, άλλα με γεωγραφική και άλλα με θρησκευτική αναφορά. Ο Στέφανος Βυζαντινός μνημονεύει για παράδειγμα φυλές με το όνομα Αυτόχθων, Παραλία, Ακταία και Διακρία. Σύμφωνα με ένα διαφορετικό χωρισμό οι τέσσερις φυλές αναφέρονται ως Διάς, Αθηναΐς, Ποσειδωνία και Ηφαιστιάς.
Αρκετά νωρίς, ωστόσο, επικράτησαν οι λεγόμενες “Ιωνικές” φυλές, των οποίων η ίδρυση αποδιδόταν στον Ίωνα, γιο του Ξούθου ή του Απόλλωνα. Αυτές ήταν οι Γελέωντες, οι Όπλητες, οι Αργαδείς και οι Αιγικορείς, οι οποίες απαντούν μαζί με άλλες και στους Ίωνες της Μικράς Ασίας. Τα ονόματά τους πιθανώς συνδέονται με κάποιες ιδιαίτερες λατρείες (π.χ. Ζευς Γελέων). Αρχικά, η φυλή ήταν η ένωση συγγενικών οικογενειών και η ιδιότητα του μέλους ήταν κληρονομική. Της φυλής προΐστατο ο φυλοβασιλέας, ο οποίος διατηρούσε υποτυπώδεις δικαστικές και ιεροτελεστικές λειτουργίες μέχρι την Κλασική περίοδο.
Τα μέλη της τα συνέδεαν δεσμοί αίματος, που αργότερα εκφράζονταν κυρίως ως αλληλεγγύη σε περίοδο πολέμου. Προκύπτει λοιπόν ότι η φυλή λειτουργούσε και ως στρατιωτική μονάδα. Με τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένη καταργήθηκαν οι παλαιές τέσσερις φυλές και αντικαταστάθηκαν από δέκα νέες τεχνητές, οι οποίες ονομάστηκαν από τοπικούς ήρωες. Γι’ αυτό το λόγο οι συγκεκριμένοι ήρωες, η επιλογή των οποίων έγινε από το μαντείο των Δελφών, αποκαλούνταν Επώνυμοι. Ο βωμός με τους ανδριάντες των Επώνυμων Ηρώων βρισκόταν στην Αγορά, απέναντι απο το Μητρώο.
Στους δέκα περιλαμβάνονται ο Ιπποθώον (Ιπποθωντίς), γιος του Ποσειδώνα και της Αλόπης, ο Αντίοχος (Αντιοχίς), γιος του Ηρακλή και της Μήδας, ο Αίας ο Τελαμώνιος (Αιαντίς), ο Λέως (Λεοντίς) -ο οποίος θυσίασε τις κόρες του, για να σωθεί η πόλη σύμφωνα με χρησμό του Απόλλωνα- ο Ερεχθέας (Ερεχθηίς), ο Αιγέας (Αιγηίς), ο Οινέας (Οινηίς), ο Ακάμας (Ακαμαντίς), γιος του Θησέα, ο Κέκροπας (Κεκροπίς) και ο Πανδίωνας (Πανδιωνίς). Οι φυλές στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο αυξήθηκαν κατά τρεις, με σκοπό να τιμηθούν ηγεμόνες και Αυτοκράτορες (Αντιγονίς, Δημητριάς, Αδριανίς).
Γ. Φρατρία
Οι φρατρίες περιελάμβαναν αδελφά γένη. Άλλωστε η λέξη φράτωρ -ή φράτηρ στη Δωρική της εκδοχή- είναι κοινή στις Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και δηλώνει τον αδερφό. Αλλά το γένος και η φρατρία συχνά αλληλοκαλύπτονταν και θα ήταν υπερβολικά απλουστευτικό να θεωρήσουμε το πρώτο ως απλή υποδιαίρεση της δεύτερης. Οι φρατρίες βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό στην κοινή λατρεία σε τοπικά ιερά. Στη Δεκέλεια, για παράδειγμα, υπήρχε ιερό των Δημοτιωνιδών, οι οποίοι εμφανίζονται τόσο ως γένος, όσο και ως φρατρία. Από το ιερό αυτό προέρχεται μία επιγραφή με τους ιδιαίτερους νόμους της φρατρίας. Στη Μυρρινούντα υπήρχε ιερό των Δυαλέων.
H φρατρία Μεδοντίς συνδεόταν με το δήμο του Γαργητού, ενώ η Θυμαίτις με τον ομώνυμό της δήμο. Στα τοπικά ιερά λατρεύονταν κυρίως ο Δίας Φράτριος και η Αθηνά Φρατρία, κάποτε και τοπικοί ήρωες. Μέχρι την εποχή του Κλεισθένη, οι φρατρίες είχαν εκτός από θρησκευτικές και πολιτικές αρμοδιότητες. Τουλάχιστον στην εποχή του Δράκοντα κάθε Αθηναίος ανήκε σε μια φρατρία, όπως συνάγεται από το ρόλο που ο νομοθέτης τής αποδίδει σε περίπτωση ανθρωποκτονίας. Υπήρχαν τρεις φρατρίες για κάθε μία φυλή, ήταν δηλαδή συνολικά δώδεκα. Προς το τέλος της Αρχαϊκής περιόδου μειώθηκε σταδιακά η σημασία τους και μετατράπηκαν σε απλές ενώσεις φρατόρων με κοινό ιερό και γιορτές, όπως τα Απατούρια.
H γιορτή αυτή, που γιορταζόταν κατά το μήνα Πυανεψιώνα (αντίστοιχο περίπου με το Σεπτέμβριο) είχε -και συνέχισε να έχει ακόμα και στην Κλασική περίοδο- θεμελιώδη ρόλο για την απόκτηση της ιδιότητας του Αθηναίου πολίτη. Την τρίτη ημέρα της γιορτής, που λεγόταν Κουρεότις, παρουσιάζονταν επίσημα στη φρατρία τα νέα μέλη της. Στο γραμματείο καταγράφονταν όλα τα αγόρια που είχαν γεννηθεί μετά τα προηγούμενα Απατούρια και παρουσιάζονταν για δεύτερη φορά οι έφηβοι στην ηλικία των δεκαοκτώ ετών, ώστε να αποκτήσουν δικαιώματα πλήρους μέλους. Τα υιοθετημένα παιδιά (εισποιητοί) επίσης παρουσιάζονταν στη φρατρία.
Το γεγονός αυτό αποτελούσε τη σημαντικότερη απόδειξη σε δικαστικές αντιπαραθέσεις ή αμφισβητήσεις του δικαιώματος του πολίτη και η μαρτυρία των φρατόρων ισοδυναμούσε με “πιστοποιητικό γεννήσεως”. Για τις γυναίκες τα πράγματα ήταν αρκετά διαφορετικά, αλλά φαίνεται πως και οι κόρες συνδέονταν κοινωνικά με τη φρατρία του πατέρα τους. Ανάμεσα στις λειτουργίες της φρατρίας ήταν και η αναγνώριση των γάμων και των κληρονομικών δικαιωμάτων.
Ο Κλεισθένης διατήρησε τον ίδιο αριθμό φρατριών και για τις δέκα φυλές. Η μεταρρύθμισή του δεν απέβλεπε στην κατάργηση της φρατρίας και του γένους, αλλά στον αποκλεισμό τους από το πολιτικό σύστημα. Γι’ αυτό και δεν έθιξε την κοινωνική και θρησκευτική σημασία τους. Η συμμετοχή σε φρατρία δεν ήταν πλέον απαραίτητη, για να έχει κανείς πολιτικά δικαιώματα, όμως οι φρατρίες συνέχισαν να διατηρούν τους δικούς τους καταλόγους, παράλληλα με εκείνους των δήμων (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία).
Συνέχισαν επίσης να έχουν ιδιοκτησία, καθώς και το δικαίωμα να ενάγουν στα δικαστήρια. Φρατρίες υπήρχαν και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, όπως στην Αίγινα, στην Κόρινθο, στη Θήβα και στους Δελφούς, από όπου μάλιστα σώζεται σε επιγραφή ο κανονισμός της φρατρίας των Λαβυαδών. Oι Δωριείς αποκαλούσαν συνήθως τη φρατρία πάτρα, με μόνη εξαίρεση την Κρήτη όπου ο αντίστοιχος θεσμός ονομαζόταν εταιρεία.
Δ. Γένος
Το γένος στην Αρχαϊκή Αθήνα ήταν θεσμός βασισμένος στη συγγένεια και η ιδιότητα του μέλους ήταν κληρονομική. Στις περισσότερες περιπτώσεις, βέβαια, τα γένη συνδέονταν και με συγκεκριμένους τόπους κατοικίας των μελών τους και με τα ιερά στα οποία τελούσαν λατρείες. Όπως και οι φρατρίες, έτσι και τα γένη ήταν αρχικά θεσμοί με πολλαπλές αρμοδιότητες: κοινωνικές, θρησκευτικές και πολιτικές. Οι τελευταίες -που αφορούσαν κυρίως τα γένη των ευπατρίδων- σταδιακά εξασθένησαν, έτσι ώστε μετά τον Κλεισθένη τα γένη να βρίσκονται ουσιαστικά εκτός πολιτικού συστήματος.
Σύμφωνα με το Αριστοτελικό σχήμα, που είχε κατασκευαστεί σε αναλογία με το έτος και τις υποδιαιρέσεις του και γι’ αυτό είναι μάλλον απίθανο να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, η κάθε φρατρία περιελάμβανε τριάντα γένη και το κάθε γένος τριάντα γεννήτες. Τα γένη είχαν έναν ήρωα – γενάρχη, ιδιάζουσες θρησκευτικές τελετές και κοινά οικογενειακά έθιμα. Πραγματοποιούσαν συναθροίσεις, που ονομάζονταν σύνοδοι, στις λέσχες και τελούσαν θυσίες σε κοινό βωμό (έρκος). Είχαν συνήθως έναν αρχιερέα και λάτρευαν τους θεούς των γεννητών, τον Απόλλωνα Πατρώο και το Δία Έρκειο.
Ορισμένα γένη είχαν επίσης κληρονομικά δικαιώματα ιεροσύνης, θυσιών και τελετών που αφορούσαν ολόκληρη την Αθηναϊκή πολιτεία. Από τους Ετεοβουτάδες, για παράδειγμα, προέρχονταν πάντα οι ιερείς της Αθηνάς Πολιάδος. Άλλα τέτοια ιερατικά γένη ήταν οι Πραξιεργίδες, οι Ευμολπίδες και οι Κήρυκες. Ανάλογα ιερατικά γένη υπήρχαν σε πολλά μέρη της Ελλάδας και συχνά συνδύαζαν την ιεροσύνη με τη μαντική, την ιατρική, τη μουσική ή τη Κηρυκεία (Τιλλίδες στην Ηλεία, Ασκληπιάδες στην Κω, Ομηρίδες στη Χίο, Ταλθιβιάδες στη Σπάρτη). Φαίνεται, ωστόσο, πως τα παλαιότερα γένη στην Αθήνα ήταν εκείνα που συνδέονταν με μια συγκεκριμένη τοποθεσία της αττικής υπαίθρου (π.χ. Κολιείς, Κηφισιείς, Σαλαμίνιοι).
Ε. Τριττύες και Ναυκραρίες
Η “Τριττύς” ήταν το ένα τρίτο της φυλής. Επομένως και στις τέσσερις φυλές αντιστοιχούσαν δώδεκα τριττύες. Μετά τις μεταρρυθμίσεις του 507 π.X. υπήρχαν τριάντα τριττύες για τις δέκα φυλές. Η καινοτομία όμως στο σχέδιο του Κλεισθένη -που απέβλεπε στη διάσπαση της τοπικής δύναμης των φυλών- ήταν ο χωρισμός των τριάντα αυτών τριττύων σε: δέκα “περί το άστυ”, δέκα “παράλιες” και δέκα “Μεσόγειες”. Με κλήρο δόθηκαν τρεις (μία από την κάθε κατηγορία) σε κάθε φυλή και σε αυτές κατανεμήθηκαν όλοι οι δήμοι. Οι δήμοι “περί το άστυ” ήταν οι μεγαλύτεροι.
Έτσι, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσε ο καθένας από αυτούς να αποτελεί μία τριττύα από μόνος του, ενώ αλλού μία τριττύα περιελάμβανε μέχρι και οκτώ ή εννιά δήμους. Αρχηγοί των τριττύων ήταν οι τριττύαρχοι. Αυτοί ήταν υπεύθυνοι για έργα οδοποιίας, για την κατασκευή τειχών και πλοίων, καθώς και για στρατολογικά θέματα. Πιθανώς αναλάμβαναν και ρόλο ιεροτελεστή σε ορισμένες λατρείες, καθώς αναφέρεται θυσία με το όνομα “τριττύς”. Η σύνδεση της τριττύας με λατρευτικές αρμοδιότητες φαίνεται και από το μοναδικό όνομα τριττύας που γνωρίζουμε: “Λευκοταίνιοι” (αυτοί που φορούν λευκή ταινία) και ονομάζει μια τριττύα της φυλής των Γελεώντων.
Η ”Ναυκραρία” ήταν η πρώτη διοικητική και φορολογική βαθμίδα της Αθηναϊκής πολιτείας. Η κάθε τριττύα περιελάμβανε τέσσερις ναυκραρίες, δηλαδή στην περίοδο πριν από τον Κλεισθένη οι ναυκραρίες ήταν συνολικά σαράντα οκτώ. Σύμφωνα με τον Πολυδεύκη, κάθε ναυκραρία είχε την υποχρέωση να παρέχει ένα πλοίο και δύο ιππείς. Διατηρούσε δικό της ταμείο από το οποίο πλήρωναν οι κωλακρέτες τα έξοδα των θεωρειών που έστελνε η πόλη στους Δελφούς. Η αρχή των ναυκραριών διατηρήθηκε από τον Κλεισθένη και ο αριθμός τους αυξήθηκε σε πενήντα (πέντε για την κάθε φυλή).
Ο αριθμός και η συμμετοχή τους στην Αθηναϊκή ναυτική δύναμη ταιριάζουν με την πληροφορία του Ηροδότου, ότι η Αθήνα πριν από τα Μηδικά είχε πενήντα πλοία. Ο προϊστάμενος της ναυκραρίας λεγόταν ναύκραρος και ήταν αρμόδιος, για να συλλέγει τις εισφορές και να διενεργεί δαπάνες. Ο ναύκραρος (κεφαλή του πλοίου) ήταν και καπετάνιος του πλοίου της ναυκραρίας του και βρισκόταν υπό τις διαταγές του πολέμαρχου. Οι αρμοδιότητες των ναυκράρων, με τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένη, πέρασαν στους δημάρχους.
Τόσο η αντικατάσταση στον πολιτικό τομέα της ναυκραρίας από το δήμο, όσο και τα ονόματα των ναυκραριών που συμπίπτουν με αττικά τοπωνύμια (π.χ. Κωλιάς) υποδηλώνουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο θεσμός είχε τοπική βάση. Οι νεότερες έρευνες δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη θρησκευτική και στη λατρευτική λειτουργία του θεσμού της ναυκραρίας.
ΣΤ. Οργεώνες και Θίασοι
Ένα από τα σωζόμενα αποσπάσματα των νόμων του Σόλωνα ορίζει ποιές ομάδες μπορούσαν να έχουν δικούς τους κανονισμούς, εφόσον βέβαια αυτοί δεν αντιτίθεντο στους νόμους της πόλης. Ο κατάλογος συμπεριλαμβάνει ευρύτερες ομάδες, όπως είναι οι δήμοι ή οι φρατρίες, και άλλες με συγκεκριμένους στόχους και μικρότερο αριθμό μελών, όπως οι έμποροι και οι επί λείαν οιχόμενοι (πειρατές). Το γεγονός ότι ο νομοθέτης μεριμνά για την οργάνωσή τους, σημαίνει ότι τέτοιες ομάδες -έστω και άτυπες- υπήρχαν στην εποχή του.
”Οργεώνες” ονομάζονταν τα μέλη ομάδων (για τις ίδιες τις ομάδες δεν αναφέρεται συγκεκριμένο όνομα) σχηματισμένων με σκοπό την ιδιωτική λατρευτική δραστηριότητα που σχετιζόταν με ήρωες και ελάσσονες θεότητες. Η σχέση των οργεώνων με τις άλλες ομάδες δεν είναι ξεκάθαρη. Σύμφωνα με το Φιλόχωρο, οι φρατρίες είχαν την υποχρέωση να δέχονται τους οργεώνες, όπως τους γεννήτες. Φαίνεται πως η ιδιότητα του μέλους ήταν κληρονομική και η μαρτυρία των οργεώνων -μαζί με εκείνη των φρατόρων και των δημοτών- χρησιμοποιούνταν ως απόδειξη σε περιπτώσεις υιοθεσίας.
Δεν αποτελούσαν, ωστόσο, υποδιαιρέσεις της φρατρίας, εφόσον μπορούσαν να περικλείουν και μέλη διαφορετικών φρατριών και στην Κλασική περίοδο ακόμα και γυναίκες και μετοίκους. Είχαν τέλος δικαίωμα ιδιοκτησίας και αγωγής στα δικαστήρια. Ανάλογες ήταν οι λειτουργίες των θιάσων, η λατρεία των οποίων μπορούσε να σχετίζεται και με σημαντικούς θεούς και ήρωες, όπως το Διόνυσο και τον Ηρακλή.
Όλες οι αναφορές και οι επιγραφές σχετικά με τους θιάσους προέρχονται από την Κλασική περίοδο, όμως δεν υπάρχουν στοιχεία για την αρχική εμφάνισή τους. Ήταν οργανώσεις με κληρονομικό χαρακτήρα και τουλάχιστον στα κλασικά χρόνια δέχονταν ως μέλη και παιδιά (ή σύμφωνα με άλλη ερμηνεία δούλους). Διοργάνωναν κοινά συσσίτια και αναφέρονται ως σύσσιτοι ή ομόταφοι όταν είχαν κοινό τόπο και έθιμα ταφής.
Κοινωνική Σύνθεση
Οι κοινωνικές τάξεις στην Αρχαϊκή περίοδο διαμορφώθηκαν με βάση οικονομικά κριτήρια, ενώ οι παλαιότεροι διαχωρισμοί είχαν στηριχτεί στην καταγωγή. Ένας περιορισμένος αριθμός ευγενών, όσων δηλαδή προέρχονταν από καλή γενιά και ονομάζονταν ευπατρίδες, είχε τα περισσότερα δικαιώματα στην κατανομή της εξουσίας. Oι ευπατρίδες ήταν μεγαλογαιοκτήμονες και νέμονταν τα σημαντικότερα αξιώματα, όπως για παράδειγμα του επώνυμου άρχοντα και του πολέμαρχου. Σύντομα όμως η αριστοκρατική δομή της κοινωνίας αντικαταστάθηκε από την τιμοκρατική.
Σύμφωνα με την τελευταία, η καταγωγή δεν μπορεί από μόνη της να είναι καθοριστική αλλά η οικονομική ισχύς, δηλαδή τα εισοδήματα, είναι εκείνα που πρέπει να προσδιορίζουν τη θέση του κάθε πολίτη. Ανάλογα με το εισόδημα καταβαλλόταν και ο φόρος, που λεγόταν τίμημα. Πολλοί από τους παλιούς αριστοκράτες συνέχισαν, ωστόσο, να βρίσκονται στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, εφόσον εκτός από την καταγωγή διέθεταν και περιουσία. Από τα ιδιαίτερα κληρονομικά τους δικαιώματα διατήρησαν ελάχιστα, κυρίως όσα σχετίζονταν με τις θρησκευτικές εξουσίες και συνδέονταν αποκλειστικά με ένα συγκεκριμένο γένος.
Οι τέσσερις τάξεις που προέβλεπε η Σολωνική νομοθεσία δεν ήταν κατασκεύασμα του νομοθέτη, αλλά προϋπήρχαν. Μόνο όμως τότε, στις αρχές του 6ου αιώνα π.X., οι τάξεις αυτές απέκτησαν σαφές οικονομικό περίγραμμα με βάση το εισόδημα των πολιτών και καθορίστηκαν τόσο οι μεταξύ τους σχέσεις όσο και οι υποχρεώσεις τους απέναντι στην πολιτεία. Η κοινωνική κινητικότητα -περιορισμένη κατά τον 7ο αιώνα π.Χ.- αυξήθηκε σημαντικά κατά τον 6ο, κυρίως εξαιτίας της ανάπτυξης της εμπορικής δραστηριότητας. Ένα παράδειγμα πολίτη που ανέβηκε απευθείας δύο τάξεις στην ιεράρχηση της κοινωνίας παραδίδεται από τον Αριστοτέλη και μάλλον δεν αποτελούσε μεμονωμένο φαινόμενο (Αθηναίων Πολιτεία).
Γύρω στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. διαμορφώθηκαν τρεις ισχυρές κοινωνικές ομάδες με διαφορετικά συμφέροντα. Οι ομάδες αυτές, που ονομάζονταν στάσεις και που εξέφραζαν ως ένα βαθμό τις τάξεις των πολιτών χωρίς όμως να συμπίπτουν απόλυτα με αυτές, τελικά ήρθαν σε σύγκρουση. Ήταν οι παλιοί ευπατρίδες της πεδιάδας -την ηγεσία των οποίων είχε το γένος των Φιλαϊδών- οι έμποροι και οι ψαράδες της παραλίας -που εκπροσωπούσαν κυρίως τις μεσαίες τάξεις και καθοδηγούνταν από τους Αλκμαιωνίδες- και οι χωρικοί των βουνών που ανήκαν στις δύο κατώτερες τάξεις και στήριζαν τον Πεισίστρατο. Ο τελευταίος τελικά επικράτησε και εγκαθίδρυσε τυραννίδα.
Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη οδήγησαν οριστικά από την τιμοκρατία προς τη δημοκρατία. Τα περισσότερα αξιώματα της πολιτείας έγιναν προσιτά στον κάθε πολίτη με μόνη εξαίρεση αυτά των αρχόντων και των ταμιών.
Τάξεις και Εισόδημα
Σε μια κοινωνία που χαρακτηριζόταν κατά κύριο λόγο από μη νομισματική οικονομία, όπως αυτή της αρχαϊκής Αθήνας, οι τάξεις προσδιορίζονταν αρχικά με βάση τη συνεισφορά των πολιτών στον πόλεμο. Η ανώτερη τάξη αναλάμβανε τα υψηλότερα διοικητικά και στρατιωτικά αξιώματα, μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν του πολέμαρχου και του τριήραρχου. Τα μέλη της αμέσως επόμενης τάξης συμμετείχαν στον πόλεμο με το άλογό τους (η συντήρηση του οποίου ήταν δαπανηρή) και γι’ αυτό ονομάζονταν ιππείς. Οι ζευγίτες -όσοι δηλαδή μπορούσαν να εκτρέφουν ένα ζευγάρι βόδια- αποτελούσαν το κυρίως σώμα της αθηναϊκής στρατιωτικής δύναμης, τους καλούμενους οπλίτες.
Οι θήτες, που αποτελούσαν την κατώτερη τάξη, στρατεύονταν μόνον ως κωπηλάτες. Ο Σόλωνας προσδιόρισε με ακρίβεια τις τάξεις, καθορίζοντας ως κριτήριο το ύψος των εγγείων προσόδων. Τα σιτηρά μετρούνταν σεμεδίμνους και τα υγρά (κρασί, λάδι) σε μετρητές. Ο μέδιμνος και ο μετρητής είχαν διαφορετικό όγκο, αλλά την ίδια αξία μεταξύ τους. Aργότερα μάλιστα η αξία του καθενός ισοδυναμούσε με μία δραχμή. Όσοι είχαν εισόδημα πάνω από πεντακόσιους μεδίμνους σιτηρών αποτελούσαν την ανώτερη τάξη και αποκαλούνταν πεντακοσιομέδιμνοι. Είχαν αυξημένες υποχρεώσεις απέναντι στην πολιτεία και συμμετείχαν στις πιο δαπανηρές χορηγίες, που ονομάζονταν λειτουργίες.
Ως αντάλλαγμα, είχαν πρόσβαση στα ανώτερα αξιώματα των αρχόντων και των ταμιών. Ακόμα και στην Κλασική περίοδο, όταν πια μπορούσε πρακτικά ο οποιοσδήποτε πολίτης να εκλεγεί άρχων, οι ταμίες συνέχισαν να εκλέγονται από τους πεντακοσιομέδιμνους. Οι πολίτες που είχαν εισόδημα μεταξύ 500 και 300 μεδίμνων αποτελούσαν την τάξη των ιππέων. Εκείνοι με εισόδημα μεταξύ 300 και 200 μεδίμνων ήταν οι ζευγίτες, ενώ όσοι είχαν ακόμα μικρότερο ανήκαν στους θήτες. Οι ονομασίες αυτές ήταν σε χρήση και παλαιότερα, αλλά μετά το Σόλωνα απέκτησαν σαφές οικονομικό περιεχόμενο.
Ο υπολογισμός του εισοδήματος με βάση τις έγγειες προσόδους δεν ήταν κατάλληλος για τους δημιουργούς (βιοτέχνες, εμπόρους). Γι’ αυτό το λόγο υπολογίστηκε χρηματικό ισοδύναμο και λίγο αργότερα (πιθανώς γύρω στα 581 π.X.) τους επιτράπηκε να ενταχθούν στις τρεις ανώτερες τάξεις, ανάλογα με το εισόδημά τους (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν).
ΔΙΚΑΙΟ
Εισαγωγή στο Δίκαιο
Η κωδικοποίηση του δικαίου κατά την Αρχαϊκή περίοδο οφείλεται από τη μια στη χρήση της γραφής και από την άλλη στο όλο και πιεστικότερο αίτημα για ισονομία. Οι παραδόσεις για τους πρώτους νομοθέτες χάνονται στα όρια του θρύλου. Η αθηναϊκή νομοθεσία, ακόμη και μετά την Αρχαϊκή περίοδο, φέρει τη σφραγίδα του Δράκοντα και του Σόλωνα. Στον τελευταίο οφείλεται η συγκρότηση ενός νέου δικαστικού σώματος και ο καταμερισμός αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα διάφορα δικαστήρια. Πολλές από τις ρυθμίσεις του, που αφορούσαν τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό δίκαιο, συνέχισαν να ισχύουν και κατά την Κλασική περίοδο.
Παραδόσεις και Νομοθέτες
Σήμερα είναι γενικά αποδεκτό ότι στο α’ μισό του 7ου αιώνα π.X. διατυπώθηκε στις Ελληνικές πόλεις η ανάγκη για γραπτούς νόμους. Το έργο αυτό πραγματοποιούσε συνήθως κάποιος άρχοντας της πόλης περιβεβλημένος με ιδιαίτερες εξουσίες. Στην Αθήνα της πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, το δίκαιο απένειμαν οι άρχοντες κατά τη βούλησή τους. Ο παλαιότερος θεσμός του βασιλιά είχε πια μετατραπεί σε άρχοντα βασιλέα. Ο τελευταίος από τις αρχικές νομοθετικές και δικαστικές του εξουσίες πλέον ασκούσε μόνον όσες σχετίζονταν με την προάσπιση και την εφαρμογή του ιερού δικαίου.
Εξαιτίας αυτού μεριμνούσε και για τα εγκλήματα ασέβειας ή ανθρωποκτονίας, δεδομένου ότι ο φόνος θεωρούνταν πάντα ανοσιούργημα, επέσυρε την οργή των θεών και έφερε άγος στην πόλη. Ένας από τους αρχαιότερους νομοθέτες, για τον οποίο όμως δεν είμαστε βέβαιοι αν υπήρξε πραγματικά ή πρόκειται για μυθικό πρόσωπο, ήταν ο Λυκούργος της Σπάρτης. Η ιδιαιτερότητα της μορφής του συνδέεται με το γεγονός ότι ο ίδιος απαγόρευσε να καταγραφούν οι νόμοι που θέσπισε, αλλά ταυτόχρονα πρόβλεψε και αυστηρή τιμωρία σε όποιον επιχειρούσε να τους αλλάξει. Πράγματι η Σπάρτη δε διέθετε γραπτό δίκαιο, τουλάχιστον ως την Κλασική περίοδο.
Άλλωστε και η λέξη ρήτρα, όπως αποκαλούνταν ο νόμος στη Σπάρτη, υποδηλώνει τον προφορικό του χαρακτήρα. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι οι παλαιότεροι γραπτοί νόμοι ήταν του Ζάλευκου για τους Επιζεφύριους Λοκρούς και τους χρονολογούσαν συμβατικά γύρω στο 662 π.X. O ίδιος ο Ζάλευκος μάλιστα ισχυριζόταν ότι τους είχε παραλάβει από την Αθηνά. H απόδοση των νόμων σε θεία έμπνευση αποτελούσε κοινό φαινόμενο στους πρώιμους νομοθέτες, δίχως άλλο για να περιβάλουν το έργο τους με τον αναγκαίο σεβασμό και να εξασφαλίσουν την πιστή τήρησή του. Ο Λυκούργος, επίσης, ισχυριζόταν ότι οι νόμοι του προέρχονταν από το μαντείο των Δελφών.
Μία ανάλογη παράδοση ήταν διαδεδομένη και στην Κρήτη, όπου η νομοθεσία και η απονομή της δικαιοσύνης σχετίζονταν με τις μυθικές μορφές του Μίνωα και του Ραδάμανθη. Oι νόμοι του Ζάλευκου, όπως και εκείνοι του Δράκοντα στην Αθήνα, θεωρούνταν πολύ σκληροί. Ορισμένοι μάλιστα όπως ο λεγόμενος lex talionis, αναλογούσαν στο γνωστό “οφθαλμόν αντί οφθαλμού”. Ωστόσο, οι πηγές διίστανται ως προς την απόδοσή του στο Ζάλευκο. Σύμφωνα με το Διόδωρο, ο παραπάνω νόμος οφείλεται σε έναν άλλο νομοθέτη του 7ου αιώνα π.X., που επίσης καταγόταν από Ελληνική αποικία της Δύσης. Πρόκειται για το Χαρώνδα, νομοθέτη της Κατάνης.
Σε αυτόν αποδίδονται νόμοι σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές, την υποχρεωτική συμμετοχή των πολιτών στα δικαστικά όργανα, καθώς και για πρώτη φορά η πρόβλεψη ποινικής δίωξης σε περίπτωση ψευδομαρτυρίας. Η διαδικασία αυτή ονομαζόταν επίσκεψις. Oι περιπτώσεις του Ζάλευκου και του Χαρώνδα αφορούν νομοθεσίες που σχετίζονται με την ίδρυση μίας νέας πόλης. Άλλες παλαιότερες πόλεις ζητούσαν τη βοήθεια ενός νομοθέτη κυρίως όταν αντιμετώπιζαν κοινωνικές εντάσεις. Έτσι ο Πιττακός, γνωστότερος από κατοπινές πηγές ως ένας από τους επτά σοφούς, ορίστηκε αισυμνήτης στη Μυτιλήνη, αξίωμα για το οποίο δεν ξέρουμε πολλά.
Στην προκειμένη περίπτωση όμως φαίνεται πως αντιστοιχούσε σε εξουσία τυράννου με διάρκεια δέκα χρόνων. Συχνά ο νομοθέτης έπρεπε να παίξει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα σε συγκρουόμενες κοινωνικές τάξεις και αποκαλούνταν καταρτιστήρ ή διαλλάκτης, όπως για παράδειγμα ο Δημώναξ στην Κυρήνη, ο Αρίσταρχος στην Έφεσο και ο Σόλων στην Αθήνα (Ηρόδοτος, Ιστορίαι). Δεν ήταν ωστόσο σπάνιο το φαινόμενο να προτιμάται για νομοθέτης κάποιος ξένος προς την πόλη, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αμεροληψία.
Ο Δημώναξ, για παράδειγμα, καταγόταν από τη Μαντίνεια και ο Αρίσταρχος από την Αθήνα. Αντίστοιχα, κάποιος Ανδρομάδας από το Ρήγιο έγραψε νόμους για μία άγνωστη πόλη της Χαλκιδικής και ο Φιλόλαος από την Κόρινθο νομοθέτησε στη Θήβα. Για το έργο άλλων νομοθετών είναι γνωστά μόνον αποσπασματικά στοιχεία: ο Αριστείδης από την Κέα νομοθέτησε σχετικά με την ευκοσμία των γυναικών, ενώ ο Φείδων από την Κόρινθο και ο Φαλέας από τη Χαλκηδόνα σχετικά με τον αριθμό και την έκταση των κτημάτων.
Α. Δράκων και Σόλων
Γύρω στα 621 π.X., όταν επώνυμος άρχοντας ήταν ο Αρίσταιχμος, οι Αθηναίοι ανέθεσαν στο Δράκοντανα νομοθετήσει. Για πρώτη φορά οι νόμοι βρέθηκαν καταγραμμένοι και μπορούσε ο οποιοσδήποτε να ανατρέξει σε αυτούς. Η μεταβολή θεωρείται καθοριστικής σημασίας σε σχέση με το παρελθόν, όταν μόνον οι ευπατρίδες είχαν τη γνώση και το δικαίωμα ερμηνείας του νόμου. Από τους νόμους του Δράκοντα ο μόνος που παρέμεινε σε ισχύ, μετά το Σόλωνα με κάποιες τροποποιήσεις μέχρι και την εποχή του Δημοσθένη, ήταν ο νόμος περί ανθρωποκτονίας.
Έχουν εκφραστεί αμφιβολίες για το αν τελικά ο Δράκων είχε νομοθετήσει και για άλλα θέματα, οι οποίες όμως δε φαίνεται να ευσταθούν. Οι νόμοι του Δράκοντα υπήρξαν, και έχουν παραμείνει παροιμιώδεις για τη σκληρότητά τους, παρότι δε γνωρίζουμε τίποτα πέρα από αυτόν περί ανθρωποκτονίας. Έχει θεωρηθεί ότι οι νόμοι του προέβλεπαν τη θανατική ποινή για όλα τα εγκλήματα, αλλά κι αυτό φαίνεται μάλλον υπερβολικό.
Το πιθανότερο είναι πως η συχνότερη ποινή για τα εγκλήματα ήταν η ατιμία ή η εξορία, και μόνο στην περίπτωση της μη συμμόρφωσής του ο ένοχος διακινδύνευε τη ζωή του. Τα ελάχιστα γνωστά σπαράγματα από τη νομοθεσία του Δράκοντα οφείλονται κυρίως στον Αριστοτέλη (Αθηναίων Πολιτεία). Για το λόγο αυτό ορισμένες αναφορές, όπως ότι η απαραίτητη περιουσία για την κατάληψη των δημόσιων αξιωμάτων εκτιμόταν χρηματικά και ότι η αναλογία της περιουσίας για να εκλεγεί κανείς άρχοντας ή στρατηγός ήταν ένα προς δέκα, θα πρέπει να θεωρηθούν ως αναχρονισμοί, αταίριαστοι με τον 7ο αιώνα π.X.
Η νομοθεσία του Δράκοντα προφανώς δεν κατόρθωσε να εξομαλύνει τις αντιθέσεις της αθηναϊκής κοινωνίας και σε διάστημα μίας γενιάς η ανάγκη για νέα μέτρα έγινε επιτακτική. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης κλήθηκε ο Σόλων και η επιλογή του ίσως να συνδέεται και με το γεγονός ότι είχε πρωτοστατήσει στην ανάκτηση της Σαλαμίνας. Ο Σόλων ήταν γιος του Εξηκεστίδη, ευγενή που συνδεόταν με τον οίκο των Μεδοντιδών. Ο διορισμός του ωςδιαλλακτής, ο οποίος συνέπεσε με την εκλογή του σε επώνυμο άρχοντα, πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά γύρω στο 594 / 593 π.X.
Στο ποιητικό του έργο εκφράζονται συχνά οι πολιτικές και φιλοσοφικές του απόψεις (Διογένης Λαέρτιος, Σόλων, Ελεγειών, Τετραμέτρων ). Έχει υποστηριχτεί ότι στην εποχή του δε συνηθιζόταν ακόμη η χρήση του πεζού λόγου για τέτοια θέματα. Το σημαντικό πάντως είναι ότι μπορούμε από το έργο αυτό να αντλήσουμε πληροφορίες για την κοινωνική κατάσταση και για τα προβλήματα που υπήρχαν στην Αθήνα πριν από τη νομοθετική του δράση, καθώς και για τα μέτρα που έλαβε εκείνος για να τα αντιμετωπίσει. Στοιχεία για τη ζωή του, γνωστά και από παλαιότερες πηγές, συγκεντρώνονται στο Βίο του, που συνέταξε ο Πλούταρχος (Σόλων).
Φαίνεται πως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ήταν η μετριοπάθεια σε μια εποχή εντάσεων και οξυμένων αντιθέσεων. Εκτός από το πολιτικό και πολιτειακό σκέλος τους, οι μεταρρυθμίσεις του περιελάμβαναν επίσης νομοθετήματα σχετικά με το ενοχικό, το ιδιωτικό και το δικαιοπρακτικό δίκαιο. Στο τελευταίο υπάγεται και η ίδρυση της Ηλιαίας. Αφού ολοκλήρωσε το έργο που του είχε ανατεθεί, έφυγε αυτοεξόριστος για δέκα χρόνια. Η παράδοση θέλει αυτή την οικειοθελή αναχώρηση ως έναν τρόπο για να αποφύγει τα παράπονα όσων διαφωνούσαν με τις ρυθμίσεις του, αλλά παράλληλα και ως μία περίοδο δοκιμασίας των νέων μέτρων (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία).
Β. Δικαστήρια
Το πρώτο Αθηναϊκό δικαστήριο ήταν ο Άρειος Πάγος. Σύμφωνα με την παράδοση συστήθηκε όταν ήταν βασιλιάς ο Δημοφώντας, ο γιος του Θησέα, και είχε ως αρμοδιότητα να δικάζει τα σοβαρά εγκλήματα, όπως ήταν ο φόνος εκ προμελέτης (φόνος εκ προνοίας). Σύμφωνα με μία άλλη παράδοση, αναφερόμενη από τον Ελλάνικο, το όνομα του Αρείου Πάγου προερχόταν από τη δίκη και την αθώωση του Θεού Άρη για τη δολοφονία του Αλιρρόθιου, γιου του Ποσειδώνα. Εκεί δικάστηκε και ο Ορέστης για το φόνο της μητέρας του και ύστερα από ισοψηφία αθωώθηκε χάρη στην ψήφο της Θεάς Αθηνάς. Έκτοτε, η ισοψηφία σε περιπτώσεις φόνου θεωρούνταν αθωωτική για τον κατηγορούμενο.
Αναμφίβολα ο Άρειος Πάγος προήλθε από την αρχική βουλή των γερόντων η συμμετοχή στην οποία αποτελούσε προνόμιο των ευγενών. Στην Αρχαϊκή περίοδο είχε οριστεί να συμμετέχουν όλοι όσοι είχαν διατελέσει άρχοντες στο παρελθόν. Στην εποχή της βασιλείας του Δημοφώντα αποδίδεται και ο σχηματισμός του σώματος των εφετών, αν και γι’ αυτούς γίνεται λόγος για πρώτη φορά στους νόμους του Δράκοντα. Οι εφέτες ήταν 51, αλλά δεν είναι σαφές αν αποτελούσαν ταυτόχρονα και μέλη του Αρείου Πάγου ή αν πρόκειται για ένα εντελώς ξεχωριστό σώμα. Στην αρμοδιότητά τους βρίσκονταν ορισμένες υποθέσεις φόνου που δεν εκδικάζονταν από τον Άρειο Πάγο.
Ανάλογα με την περίσταση συνεδρίαζαν σε διαφορετικό μέρος. Για δίκες ακουσίου φόνου, απόπειρας φόνου και φόνου μετοίκου, ξένου ή δούλου συνεδρίαζαν στο Παλλάδιο του Φαλήρου. Στις περιπτώσεις που ο δράστης υποστήριζε ότι επρόκειτο για δίκαιο φόνο, συνεδρίαζαν στο ναό του Απόλλωνα Δελφινίου. Όποιος, ενώ ήταν ήδη εξόριστος για άλλο φόνο, αντιμετώπιζε νέα κατηγορία φόνου, δικαζόταν στη Φρεαττύδα. Οι εφέτες στέκονταν στην ακτή και ο κατηγορούμενος σε ένα πλοίο, για να μη μολύνει την πόλη. Τέλος, στο Πρυτανείο εκδικάζονταν υποθέσεις κατά άψυχων αντικειμένων που είχαν προξενήσει το θάνατο κάποιου ή όταν γενικά ο δράστης ήταν άγνωστος.
Η εκδίκαση όμως τέτοιων υποθέσεων δεν ήταν στην αρμοδιότητα των εφετών αλλά των πρυτάνεων (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία). Παράλληλα δημιουργήθηκε και το αξίωμα του θεσμοθέτη. Ο θεσμός στην Αρχαιότητα ήταν μία κατηγορία γενικότερη από το νόμο και όχι απαραίτητα διατυπωμένη σε οριστική (γραπτή) μορφή. Η ισχύς των θεσμών πήγαζε από την πεποίθηση ότι ήταν πανάρχαιοι απαράβατοι κανόνες, συνυφασμένοι με τις πρώτες κοινωνίες που είχαν δημιουργηθεί από μόνιμα εγκατεστημένους γεωργούς. Η παράβασή τους επέφερε από απλές κατάρες (αραί) μέχρι αποκλεισμό και εκδίωξη από την κοινωνία, με ταυτόχρονη δήμευση της περιουσίας (ατιμία).
Οι ιεροί αυτοί θεσμοί αποδίδονταν στη Δήμητρα Θεσμοφόρο. Την τήρησή τους επέβλεπαν οι θεσμοθέτες, που στην Αρχαϊκή Αθήνα ήταν έξι. Φρόντιζαν επίσης για την κωδικοποίησή τους, καθώς και για την καταγραφή και δημοσίευση των αποφάσεων, ώστε να διευκολύνονται οι μελλοντικές κρίσεις. Από τα τέλη του 7ου αιώνα π.X. οι εξουσίες των θεσμοθετών επεκτάθηκαν και οι ίδιοι πλαισίωσαν τον άρχοντα βασιλέα, τον πολέμαρχο και τον επώνυμο άρχοντα αποτελώντας όλοι μαζί τους Εννέα άρχοντες (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν). Ο Κλεισθένης πρόσθεσε και έναν γραμματέα, ώστε ο αριθμός των αρχόντων να ανταποκρίνεται στον αριθμό των νέων φυλών.
Οι θεσμοθέτες μετά τον Κλεισθένη κινούν ιδιωτικές και δημόσιες αγωγές (δίκες και γραφές) που σχετίζονται με την ασφάλεια και την τάξη στην πόλη, αλλά οι εξουσίες τους είναι πλέον περισσότερο τυπικές και λιγότερο ουσιαστικές. Στις αρχές του 6ου αιώνα π.X. μεταξύ των μεταρρυθμίσεων που εφάρμοσε ο Σόλωνας ήταν και η συγκρότηση της Ηλιαίας, του πρώτου λαϊκού δικαστηρίου. Μπορούσαν να παρακαθήσουν σε αυτό όλοι οι πολίτες άνω των τριάντα ετών, εφόσον δήλωναν την επιθυμία συμμετοχής τους με το να καταγραφούν στους σχετικούς πίνακες. Η επιλογή τους γινόταν με κλήρωση, για την οποία χρησιμοποιούσαν ειδικό μηχανισμό: το κληρωτήριο.
Στην Κλασική περίοδο πέρασε στην Ηλιαία (η οποία αυτή την εποχή για ορισμένους μελετητές είναι απλώς δικαιοδοτική σύνοδος της Εκκλησίας του δήμου) η αρμοδιότητα εκδίκασης όλων των εγκλημάτων που ως τότε υπάγονταν στον Άρειο Πάγο και στους άρχοντες. Η Βουλή των 500, που ιδρύθηκε από τον Κλεισθένη, είχε κι αυτή ορισμένες δικαστικές εξουσίες σε υποθέσεις τραυματισμών με πρόθεση θανάτωσης (τραύματα εκ προνοίας). Σ’ αυτήν ανήκε επίσης ο έλεγχος όλων των Αθηναίων αρχόντων, με μόνη εξαίρεση τους στρατηγούς τους οποίους έλεγχε αποκλειστικά η Ηλιαία.
Δικαιοδοτικές αρμοδιότητες είχαν σε ορισμένες περιπτώσεις και οι Ένδεκα, ένα σώμα με αστυνομικά καθήκοντα. Οι Ένδεκα ορίζονταν με κλήρο και εκτός από την εποπτεία του δεσμωτηρίου, των κρατουμένων και των θανατικών εκτελέσεων, μπορούσαν και να δικάσουν ορισμένους εγκληματίες, όταν είχαν συλληφθεί επ’ αυτοφόρω. Τέτοιες ήταν οι περιπτώσεις των κλεφτών, των δουλεμπόρων που προσπαθούσαν να πουλήσουν ελεύθερους ανθρώπους ως δούλους (ανδραποδισταί), των “ριφιφίδων” (τοιχωρύχοι), και των “τσαντάκηδων” (βαλαντιοτόμοι). Οι Ένδεκα ασκούσαν τα δικαστικά τους καθήκοντα με δύο τρόπους: είτε δι’ απαγωγής είτε δι’ εφηγήσεως.
Στην πρώτη περίπτωση έφερναν μπροστά τους τον κατηγορούμενο που είχε συλληφθεί επ’ αυτοφόρω, ενώ στη δεύτερη πήγαιναν οι ίδιοι στον τόπο του εγκλήματος και τον συνελάμβαναν (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία). Εκτός από τα δικαστήρια και τους δικαιοδοτικούς θεσμούς της πόλης υπήρχαν και για την επίλυση των μικροδιαφορών τοπικοί δικαστές κατά δήμους ή φυλές. Ο Πεισίστρατος εισήγαγε το δικαστήριο των τετταράκοντα.
Σ’ αυτό οι δικαστές προέρχονταν από όλες τις φυλές, αλλά κληρώνονταν να εκδικάσουν υποθέσεις σε φυλές άλλες από τη δική τους, όπως τουλάχιστον αναφέρεται από το Δημοσθένη σχετικά με τους Οινείς και τους Ερεχθιείς. Τέλος υπήρχαν οι διαιτητές, στους οποίους θεωρητικά ανήκαν όλοι οι Αθηναίοι άνω των εξήντα ετών.
Δημόσιο Δίκαιο
Στο δημόσιο δίκαιο υπάγονται κυρίως όλες οι ρυθμίσεις σχετικά με τους πολιτειακούς θεσμούς, την κατανομή και την άσκηση της εξουσίας. Οι αρμοδιότητες της Εκκλησίας, η λειτουργία της Βουλής, οι εξουσίες των πρυτάνεων, ο έλεγχος των αρχόντων και των στρατηγών, η σύσταση και η λειτουργία των δικαστηρίων είναι οι σπουδαιότερες από αυτές τις ρυθμίσεις. Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι θεσμοί που έλεγχαν τη νομοθετική δραστηριότητα, τα μέτρα προστασίας του νομοθετικού συστήματος και γενικότερα οι δικονομικές ρυθμίσεις. Στην ίδια κατηγορία ανήκαν και θεσμοί όπως ο οστρακισμός και η δοκιμασία.
Οι κατηγορίες που με σύγχρονους όρους θα ονομάζαμε εμπράγματο και ενοχικό δίκαιο εξετάζονται σε συνάφεια με το δημόσιο δίκαιο, από το οποίο εν μέρει εξαρτιόνταν. Άλλωστε οι παρεμβάσεις της πόλης ήταν συχνές και δυναμικές. Το ενοχικό δίκαιο περιλαμβάνει εκούσιες και ακούσιες σχέσεις. Τέλος, το λεγόμενο σήμερα ποινικό δίκαιο πέρασε στη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου από την έννοια της προσωπικής ή οικογενειακής αντεκδίκησης στον έλεγχο της πόλης, η οποία καθόρισε κυρώσεις και ποινές καθώς και τον τρόπο επιβολής του.
Α. Δικαιοδοτικό Δίκαιο
Μία από τις σημαντικότερες μεταβολές, που αφορούσαν την απονομή της δικαιοσύνης και έλαβαν χώρα κατά την Αρχαϊκή περίοδο, ήταν ο εκδημοκρατισμός της δικαστικής εξουσίας. Παλαιότερα οι άρχοντες μπορούσαν να κρίνουν και να ενεργούν αυτόβουλα, σταδιακά όμως η δύναμή τους συρρικνώθηκε, γεγονός το οποίο θα πρέπει να συνδυαστεί με την ύπαρξη γραπτών νομικών κωδίκων. Οι παλαιότεροι κώδικες προέρχονται από το Δρηρό και τη Γόρτυνα της Κρήτης. Στην Αθήνα η αυξανόμενη δύναμη του δήμου εκφράστηκε κυρίως μέσω της σύστασης της Ηλιαίας.
Έτσι, στους άρχοντες απέμειναν αρμοδιότητες περισσότερο τυπικές, όπως η εισαγωγή -η παρουσίαση δηλαδή της υπόθεσης προς εκδίκαση στο δικαστήριο- ένα μέρος των ανακρίσεων και η άσκηση καθηκόντων προέδρου (ηγεμονία). Στο Αττικό δίκαιο υπήρχαν δύο τύποι αγωγής: η γραφή, που ήταν δημόσια αγωγή και η δίκη που ήταν ιδιωτική. Υπάρχουν σήμερα αρκετές αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με τα κριτήρια που προσδιόριζαν ποιά υπόθεση θα κρινόταν ως δημόσια και ποιά ως ιδωτική. Το βέβαιο είναι, ωστόσο, ότι τα κριτήρια αυτά απείχαν πολύ από τα σύγχρονα.
Στις γραφές, για παράδειγμα, κατατάσσονταν η κυκλοφορία κίβδηλων νομισμάτων, η δωροδοκία των αρχόντων, η βλάβη του δημοσίου συμφέροντος, καθώς επίσης η κλοπή και η μοιχεία. Η υπεράσπιση δηλαδή της ιδιωτικής περιουσίας και της οικογένειας αποτελούσαν ζωτικά συμφέροντα της ίδιας της πόλης. Αντίθετα, η δίωξη για φόνο είχε ιδιωτικό χαρακτήρα, γιατί προϋπήρχε της σύστασης της πόλης και αποτελούσε κυρίως παράβαση των θρησκευτικών κανόνων, στο βαθμό που γινόταν αιτία μιάσματος. Όσον αφορά την ποινή οι αγωγές χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: σε αγώνες τιμητούς και αγώνες ατίμητους.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκαν τα εγκλήματα για τα οποία ο νομοθέτης δεν είχε προβλέψει την ποινή και οι διάδικοι πρότειναν μόνοι τους αυτήν που θεωρούσαν καταλληλότερη. Φυσικά, οι κατηγορούμενοι πρότειναν συνήθως την πλήρη απαλλαγή τους. Το ιδιαίτερο όμως χαρακτηριστικό αυτής της διαδικασίας ήταν το γεγονός πως οι δικαστές δεν είχαν το δικαίωμα να προτείνουν μία τρίτη, διαφορετική ποινή. Όφειλαν να επιλέξουν και να εφαρμόσουν μία από τις δύο προτάσεις, εκείνη δηλαδή του ενάγοντος ή εκείνη του εναγομένου.
Στη δεύτερη κατηγορία, των ατίμητων αγώνων, ανήκαν τα εγκλήματα των οποίων η ποινή προσδιοριζόταν με σαφήνεια από το νομοθέτη. Με αυτόν τον τρόπο δικάζονταν, για παράδειγμα, από τους Ένδεκα με έκτακτη δημόσια αγωγή (απαγωγή) οι κακούργοι που συλλαμβάνονταν επ’ αυτοφόρω. Άλλες μορφές καταγγελίας ήταν η εφήγηση (κλήση των αρχόντων για επιτόπια έρευνα), η φάση (για παραβιάσεις δικαιωμάτων ορφανών), η απογραφή (πραγματική απογραφή των περιουσιακών στοιχείων ως προοίμιο πιθανής δήμευσης) και η εισαγγελία (υπέρ ορφανών και επικλήρων ή υπέρ προστασίας της ασφάλειας της πόλης).
Ο θεσμός της εισαγγελίας αποδίδεται στο Σόλωνα, καθώς και η καινοτομία της παραπομπής στο δικαστήριο δι’ εφέσεως. Τις εφέσεις εκδίκαζε το νεοσύστατο δικαστήριο της Ηλιαίας. Τέλος, για να εκδικαστεί οποιαδήποτε αγωγή, έπρεπε ο ενάγων να καταθέσει ένα χρηματικό ποσό, που ονομαζόταν πρυτανεία σε περίπτωση γραφής και παράσταση σε περίπτωση δίκης. Η απουσία του κατηγορουμένου, εφόσον είχε κλητευθεί, επέτρεπε τη διεξαγωγή δίκης ερήμην (δίκη έρημος).
Β. Ενοχικό Δίκαιο – Εκούσια Συναλλάγματα
Σύμφωνα με την κατάταξη του Αριστοτέλη, όλες οι διαπροσωπικές πράξεις (συναλλάγματα) χωρίζονται σε εκούσιες και ακούσιες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν η αγοροπωλησία, το δάνειο, η εγγύηση, το χρησιδάνειο, η παρακαταθήκη και η μίσθωση. Η πώληση γινόταν με άμεση αντικαταβολή και σχεδόν ποτέ με πίστωση. Σύμφωνα μάλιστα με μία αρχαία μαρτυρία, υπήρχε νόμος του Πιττακού, ο οποίος απαγόρευε την πίστωση. Στην περίπτωση που ένας από τους συμβαλλόμενους δεν μπορούσε να παραδώσει άμεσα είτε το πωλούμενο αντικείμενο είτε το αντίτιμό του, σύναπταν αρραβώνα, ένα είδος δημοσιοποιημένης προκαταρκτικής συμφωνίας.
Η συμφωνία αυτή ήταν δεσμευτική και η παράβασή της επέσυρε δικαστική δίωξη. Ο αρραβώνας, ωστόσο, είναι γνωστός μόνον από κλασικές πηγές και η εφαρμογή του στην Αρχαϊκή περίοδο είναι αβέβαιη. Μεταξύ των υποχρεώσεων του πωλητή ήταν και η ανακοίνωση στον αγοραστή των ελαττωμάτων του πωλούμενου αντικειμένου (προλέγειν). Μία από τις αρχαιότερες τυπικές συμβάσεις του Ελληνικού δικαίου ήταν το δάνειο. Έχει υποστηριχτεί ότι για την εγκυρότητά του ήταν απαραίτητη η παρουσία μαρτύρων, αλλά φαίνεται ότι, όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις, οι μάρτυρες έπαιζαν προφανώς μόνο αποδεικτικό ρόλο.
Από την Κλασική περίοδο γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα σχετικά με την ξεχωριστή κατηγορία που αποτελούσαν τα ναυτικά δάνεια (χρήματα ναυτικά). Ιδιαίτερα γνωρίσματά τους ήταν η ανάληψη του κινδύνου, η συνομολόγηση εξαιρετικά υψηλών τόκων, η εγγύηση και το σχετικό έγγραφο. Ας μην ξεχνάμε ότι την εποχή για την οποία γίνεται λόγος, η ναυσιπλοΐα ήταν ένα εγχείρημα με πολλούς κινδύνους (καιρός, πειρατές, εχθρικά φύλα κοντά στα λιμάνια προορισμού). Για το λόγο αυτό οι ναυτικοί τόκοι μπορούσαν να ξεπερνούν και το 30% για κάθε ταξίδι, όταν οι έγγειοι τόκοι δεν ήταν πάνω από 12% ετησίως.
Οι διαφορές που προέκυπταν από τέτοιες συμβάσεις κρίνονταν στα ναυτοδικεία και στα εμποροδικεία. Τέλος, ως εγγύηση (υποθήκη) θεωρούνταν το ίδιο το πλοίο όταν δανειζόταν ο καπετάνιος, ή μέρος του εμπορεύματος όταν δανειζόταν ο έμπορος που ναύλωνε το πλοίο. Σε συγγενικές και θρησκευτικές μορφές οργάνωσης (όπως οι σύσσιτοι και οι οργεώνες) ανάγονται οι ρίζες των κεφαλαιουχικών εταιρειών που ονομάζονταν κοινωνίαι χρημάτων. Ο Σόλωνας τούς παραχώρησε το δικαίωμα να συντάσσουν το καταστατικό τους, για το οποίο χρειαζόταν απλώς η έγκριση των μελών.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την ισχύ του ήταν να μην εναντιώνεται στους κείμενους νόμους. Από την ίδρυσή τους οι εταιρείες αποκτούσαν δικαιοπρακτική ικανότητα για όλες τις πράξεις που δεν απαιτούσαν ιδιότητες φυσικού προσώπου. Διέθεταν επίσης εργοληπτική αρμοδιότητα έναντι της πόλης (εκληπτορία) για επιχειρήσεις μεταλλείων, εμπορίου και άλλων δημόσιων έργων.
Γ. Ενοχικό Δίκαιο – Ακούσια Συναλλάγματα
Στη δεύτερη αριστοτελική κατηγορία των ενοχικών σχέσεων, η οποία περιελάμβανε τα ακούσια συναλλάγματα, ενέπιπταν τα λαθραία και τα βίαια. Λαθραία ονομάζονταν όσα διαπράττονταν κρυφά όπως η κλοπή, η μοιχεία, η φαρμακεία, η προαγωγεία, η δουλαπατία, η δολοφονία και η ψευδομαρτυρία. Ταβίαια περιελάμβαναν όσα προϋπέθεταν τη χρήση βίας, όπως η ανθρωποκτονία, η αρπαγή, η πήρωση, η κακηγορία, η αικία και ο προπηλακισμός. Η κλοπή και η μοιχεία διώκονταν με γραφή. Προβλεπόταν μάλιστα για ειδικές περιπτώσεις γραφή κλοπής δημοσίων και ιερών. Με γραφή εξάλλου διώκονταν οι άσωτοι, καθώς και όσοι παρουσίαζαν πνευματικές ή ψυχικές διαταραχές (γραφή αργίας και παρανοίας).
Αντίθετα, η δυσφήμιση (κακηγορία) επέσυρε δίκη, όπως άλλωστε και ο τραυματισμός: δίκη τραύματος εκ προνοίας ή δίκη βλάβης. Σχετικά με την ύβρη έχουν διατυπωθεί τα τελευταία χρόνια διιστάμενες απόψεις. Η παραδοσιακή άποψη θεωρούσε ύβρη οτιδήποτε προσέβαλλε τους θεούς. Ορισμένοι νεότεροι μελετητές υποστηρίζουν εντούτοις ότι η ύβρις ήταν σαφώς μία παράνομη πράξη, κοινωνικού όμως και όχι θρησκευτικού χαρακτήρα. Υπό αυτή την οπτική γωνία ύβρις θα ήταν κάθε πράξη που προσέβαλλε την τιμή ενός πολίτη.
Τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν μπορούν να οδηγήσουν σε βέβαιη άποψη, αλλά μπορούμε να πούμε με σχετική βεβαιότητα ότι η γραφή ύβρεως -γνωστή κυρίως από το Δημοσθένη- αποτελεί μάλλον ένα νομοθετικό μέτρο της Κλασικής περιόδου. Και αυτό συνάγεται και από το γεγονός ότι στην Αρχαϊκή περίοδο κάθε ενέργεια προσβλητική για την τιμή κάποιου, καλυπτόταν από τη δίκη αικίας.
Δ. Ποινικό Δίκαιο
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί ο φόνος. Από την αντεκδίκηση και την αυτοδικία της Ομηρικής εποχής, το Ελληνικό δίκαιο πέρασε σταδιακά στην ποινή, αναθέτοντας στην πόλη την τιμωρία του ενόχου. Ελάχιστα στοιχεία σώζονται για τη νομοθεσία περί φόνου από το έργο των πρώτων νομοθετών. Συγκεκριμένες ποινές για ανθρωποκτονία αποδίδονται στο Ζάλευκο, το Χαρώνδα και τον Ανδροδάμα. Από το Δρηρό της Κρήτης προέρχεται επιγραφή με σχετικές αναφορές η οποία χρονολογείται στο β’ μισό του 7ου αιώνα π.X. Το πληρέστερο γνωστό κείμενο νόμου περί ανθρωποκτονίας είναι ο νόμος του Δράκοντα.
Λίγα στοιχεία του ήταν γνωστά από τον Αριστοτέλη, ώσπου τον περασμένο αιώνα ήρθε στο φως μία μαρμάρινη στήλη του τέλους του 5ου αιώνα π.X., στην οποία αναδημοσιευόταν ο συγκεκριμένος νόμος. Η καινοτομία του βρίσκεται στη ρητή πλέον δίωξη όποιου επιχειρήσει να αντεκδικηθεί. Η ποινή που οριζόταν για φόνο μη εκ προνοίας ήταν η εξορία, αλλά διέφερε από την απλή φυγή, στην οποία υποχρεωνόταν παλαιότερα ο δράστης για να γλιτώσει τα αντίποινα. Ο Δράκων προβλέπει την προστασία της ζωής του ακόμα και στην εξορία, αποδίδοντας έτσι στην πόλη το ρόλο του επίσημου και μοναδικού “εκδικητή”. Το άλλο στοιχείο που ρυθμίζεται από το νόμο, ήταν μία πρακτική που προφανώς εφαρμοζόταν από αιώνες.
Πρόκειται για τη διαδικασία της αιδέσεως, δηλαδή την παραχώρηση συγγνώμης από μέρους των συγγενών του θύματος, γεγονός που επέτρεπε στο δράστη να αποφύγει την εξορία. Η παραχώρηση δινόταν με αντάλλαγμα κάποια χρηματική ποινή και ήταν απαραίτητο να συμφωνήσουν ομόφωνα όλοι οι αγχιστείς του θύματος, όσοι δηλαδή δικαιούνταν να κινήσουν δίκη φόνου. Σε περίπτωση που δεν υπήρχαν συγγενείς, τη συγγνώμη μπορούσαν να παραχωρήσουν δέκα μέλη της φρατρίας του θύματος. Σημαντικός νεοτερισμός είναι η διάκριση του φόνου σε εκ προνοίας (εκ προμελέτης), μη εκ προνοίαςκαι ακούσιο φόνο (εξ αμελείας).
Δε σώζεται το απόσπασμα που ρύθμιζε την ποινή για το φόνο εκ προνοίας, αλλά πρέπει να υποθέσουμε ότι η ποινή θα ήταν αυτή που ίσχυε παραδοσιακά, δηλαδή η θανάτωση. Η εκτέλεσή της αφηνόταν σε κάποιο συγγενή του θύματος, αλλά μόνο εφόσον είχε βεβαιωθεί η ενοχή του κατηγορουμένου από τον Άρειο Πάγο. Η ρύθμιση αυτή που επέτρεπε στον οποιονδήποτε να σκοτώσει το φονιά, αν αυτός προσπαθούσε να διαφύγει (μη φεύγειν κτείναντα), ήταν σε ισχύ τουλάχιστον ως την Κλασική περίοδο. Η νομοθεσία του Σόλωνα, που αποτελεί το ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στη νομοθεσία του Δράκοντα και σε εκείνη της Κλασικής περιόδου, εισήγαγε και νέες ποινές εκτός από την εξορία.
Μεταξύ τους συγκαταλέγονται το ανάθεμα, μία πρώτη μορφή της ατιμίας και τα ιερά πρόστιμα. Η ατιμία την εποχή του Σόλωνα ισοδυναμούσε με την απαγόρευση να παίρνει κανείς το λόγο στις δημόσιες συνελεύσεις, να εισέρχεται στην αγορά και στα ιερά, να συμμετάσχει σε θυσίες ή αθλητικούς αγώνες και βέβαια να αναλαμβάνει δημόσια αξιώματα. Μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα π.X. η ατιμία είχε χαρακτήρα κληρονομικό και μπορούσε να βαρύνει και τα παιδιά του δράστη. Στο Σόλωνα οφείλονται επίσης οι γραφές κακώσεως, δημόσιες αγωγές προορισμένες να προστατεύουν ορφανά, υπέργηρους γονείς και επικλήρους.
Ε. Εμπράγματο Δίκαιο
Το ατομικό δικαίωμα κυριότητας ήταν μία έννοια που δεν την είχε ακόμη επεξεργαστεί το αρχαϊκό δίκαιο. Η κυριότητα δεν απείχε πολύ από κατοχή συνάδουσα με το δίκαιο. Η σημαντικότερη μορφή ιδιοκτησίας ήταν η έγγεια, αλλά οι πηγές δεν είναι σαφείς όταν μιλούν για παλαιούς χωρισμούς του εδάφους και για κατανομή του ανά οικογένειες. Δε διευκρινίζεται αν επρόκειτο για απλή χρησικαρπία ή για πραγματική κυριότητα. Το κατάλοιπο μίας παλαιότερης αντίληψης για την κοινή κτήση των γαιών, διαβλέπει κανείς μέσα στις συχνές αποφάσεις αναδασμών όπως του Δημώνακτα στην Κυρήνη και του Λυκούργου στη Σπάρτη.
Πολλές από τις ρυθμίσεις κυριότητας υπόκειντο σε περιορισμούς προς όφελος του δημόσιου ή ιδιωτικού συμφέροντος. Έτσι ένας νόμος, που αποδίδεται στο Σόλωνα, όριζε ότι ο κάτοχος αγρού με πηγάδι όφειλε να επιτρέπει την άντληση νερού για την άρδευση και των γειτονικών του χωραφιών. Η καταπάτηση της κυριότητας μπορούσε να διωχθεί με δίκη εξαγωγής. Αντίστοιχα, η υπεράσπιση της κυριότητας από κάποιον που την αμφισβητούσε γινόταν μέσω της δίκης εξουλής. Τέλος, το ιδιόμορφο ζήτημα που αφορά την υποθήκευση της εγγείου ιδιοκτησίας σχετίζεται με τη σεισάχθεια του Σόλωνα και επιδέχεται διάφορες ερμηνείες, ανάλογα με τον προσδιορισμό των εκτημόρων.
Ορισμένοι θεωρούν τους εκτημόρους χρεωμένους μικροϊδιοκτήτες, που υποθήκευσαν τους αγρούς τους και στη συνέχεια υποχρεώθηκαν να προσαρτηθούν σε αυτούς κατά τρόπο ανάλογο με τους είλωτες στη Σπάρτη. Οι όροι (σημάδια) μάλιστα, τους οποίους ο Σόλωνας επαίρεται στα ποιήματά του ότι αφαίρεσε, θα πρέπει να ερμηνευτούν ως αποδεικτικά στοιχεία της υποθήκευσης. Όμως με την παραπάνω εκδοχή δε συμφωνούν όλοι οι μελετητές. Για ορισμένους οι εκτήμοροι θα πρέπει να θεωρηθούν ακτήμονες πολίτες, υποχρεωμένοι να παρέχουν την εργασία τους στους μεγαλογαιοκτήμονες ευπατρίδες.
Όσοι από αυτούς δεν κατάφερναν να καταβάλουν το προκαθορισμένο μέρος από τη σοδειά θεωρούνταν αγώγιμοι, ανήκαν δηλαδή στον κύριο του αγρού. Ο Σόλωνας απελευθέρωσε όσους βρέθηκαν εξαιτίας των οφειλών τους σε κατάσταση δουλείας και παράλληλα κατάργησε το δανεισμό επί τοις σώμασι (με υποθήκη το σώμα). Η υποθήκευση εγγείων συνεχίστηκε και στην Κλασική περίοδο, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε πια να οδηγήσει σε στέρηση της προσωπικής ελευθερίας.
Ιδιωτικό Δίκαιο
Το αττικό ιδιωτικό δίκαιο στηριζόταν εξ ολοκλήρου στην έννοια του οίκου, ο οποίος αναφέρεται σε έναν απλό και συνάμα εύστοχο ορισμό του ως “ένα σύνολο προσώπων, πραγμάτων και θρησκευτικών συνηθειών”. Ο οίκος υπόκειται σε ένα δίκαιο εντελώς ξεχωριστό από εκείνο της πόλης. Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο ήταν ο πολίτης, ο οποίος εκτός από ενεργό μέλος των θεσμών της πόλης ήταν και η κεφαλή του οίκου στον οποίο ανήκε. Η πόλη, ωστόσο, δεν ήταν αδιάφορη για όσα συνέβαιναν στον οίκο. Αντιμετώπιζε τον επικεφαλής της οικογένειας ως κύριο και διαχειριστή της περιουσίας της, η οποία όμως αποτελούσε ταυτόχρονα και το αντικείμενο συγκυριότητας με τα υπόλοιπα μέλη.
Γι’ αυτό άλλωστε η πόλη διατηρούσε το δικαίωμα να επεμβαίνει σε περιπτώσεις που το ιδιοκτησιακό καθεστώς διαταρασσόταν, να καθορίζει τις κληρονομικές ρυθμίσεις και να διατηρεί κάποιον έλεγχο στο γάμο και στο διαζύγιο. Στενότερος ήταν ο έλεγχος για την είσοδο με υιοθεσία κάποιου νέου μέλους στον οίκο, αλλά και για τη μεταβίβαση της περιουσίας μέσω διαθήκης ή εξ αδιαθέτου. Ειδικές διατάξεις προέβλεπαν την περίπτωση που ο πολίτης δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του προς τα μέλη του οίκου του. Το μέσο με το οποίο εξασφαλιζόταν η δυνατότητα παρέμβασης ήταν η γραφή κακώσεως. Μία μήνυση δηλαδή που μπορούσε να καταθέσει οποιοσδήποτε τρίτος εναντίον του οικογενειάρχη για παραβίαση των δικαιωμάτων των οικείων του.
Επιπλέον, η γραφή ασεβείας επέτρεπε να μηνυθεί όποιος δε μεριμνούσε για την τιμωρία φόνου που είχε συμβεί στην οικογένειά του. Καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση των ρυθμίσεων του οικογενειακού δικαίου ήταν ο όρος αγχιστεία. Η αγχιστεία περιελάμβανε όλες τις σχέσεις που δημιουργούνταν στα όρια της νόμιμης οικογένειας και προσδιόριζε τη συγγένεια και τους βαθμούς της, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό σε πολλές περιπτώσεις όπως είναι η κληρονομιά, η διεκδίκηση επικλήρου και η δίκη φόνου. Περιελάμβανε μέχρι και τα παιδιά των πρώτων εξαδέλφων, δηλαδή και τους συγγενείς πέμπτου βαθμού.
Α. Κληρονομικές Ρυθμίσεις
Η κληρονομική διαδοχή για τον Αθηναϊκό οίκο ισοδυναμούσε με τη μεταβίβαση της εξουσίας του κυρίου του οίκου σε ένα νέο πρόσωπο. Αυτό το πρόσωπο, μαζί με την κυριότητα και τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων, αναλάμβανε και τη δημόσια εκπροσώπηση του οίκου. Τα επιμέρους δικαιώματα των μελών του είχαν ισχύ μόνον έναντι του οικογενειακού δικαίου. Για την πόλη εκφραστής των δικαιωμάτων αυτών ήταν πάντοτε ο πολίτης. Με το θάνατό του, η πόλη εξέταζε τα δικαιώματα του κάθε μέλους, ώστε να ελέγχεται η διαδοχή. Η διαθήκη στην αρχαία Αθήνα -όπως άλλωστε και οι περισσότερες δικαιοπραξίες- δεν ήταν υποχρεωτικό να συντάσσεται γραπτά.
Οι μάρτυρες όμως ήταν απαραίτητοι, εφόσον ήταν μόνο προφορική. Δεν ίσχυε επίσης η αρχή της εγκυρότητας της νεότερης διαθήκης. Σε περίπτωση μεταβολής μίας γραπτής διαθήκης έπρεπε να καταστραφούν όλα τα αντίγραφα της παλαιότερης. Πολλοί λόγοι μπορούσαν να καταστήσουν άκυρη μία διαθήκη. Πρώτα από όλα έπρεπε να είναι σύννομη με το δικαίωμα της κληροδοσίας, καθώς μόνο οι άντρες μπορούσαν να συντάσσουν διαθήκη. Κι από τους άντρες πάλι αποκλείονταν όσοι είχαν τιμωρηθεί με ατιμία, όσοι από τους δημόσιους λειτουργούς δεν είχαν λογοδοτήσει ακόμα για το δημόσιο χρήμα που διαχειρίστηκαν και -σύμφωνα με ένα νόμο του Σόλωνα που μας παραδίδει ο Δημοσθένης- όσοι δεν είχαν ακέραιες τις πνευματικές τους ικανότητες.
Ως αιτίες για να ισχύσει η τελευταία περίπτωση μπορούσαν να θεωρηθούν τα γηρατειά, η παραφροσύνη (μανία), η επίδραση κάποιου φίλτρου ή γυναίκας και τέλος η οποιαδήποτε άσκηση βίας στο διαθέτη. Όσον αφορά την ίδια την κληρονομιά, μόνο οι άμεσοι απόγονοι μπορούσαν να την αποκτήσουν αυτοδίκαια. Οι υπόλοιποι, όπως οι εκ πλαγίου, ήταν απαραίτητο να τη διεκδικήσουν με αίτηση προς τον επώνυμο άρχοντα. Η οριστική απόφαση (επιδικασία) μπορούσε να δοθεί από τον άρχοντα για τις απλές υποθέσεις. Όταν περισσότεροι συγγενείς διεκδικούσαν την κληρονομιά, η υπόθεση παραπεμπόταν στο δικαστήριο.
Β. Διαθήκη
Υπάρχουν αρκετά διαφορετικές απόψεις σχετικά με τη διαθήκη, το τι ακριβώς σήμαινε και από ποιόν μπορούσε να συνταχτεί. Η παλαιότερη επικρατούσα άποψη θεωρούσε ότι η διαθήκη μπορούσε να συνταχτεί μόνο από κάποιον που δεν είχε νόμιμους άρρενες κατιόντες, ενώ σε αντίθετη περίπτωση οι ειδικές ρυθμίσεις που διέταζε ο αποθανών αποτελούσαν απλώς επίσκηψη (διαταγή – οδηγία). Σύμφωνα με τις νεότερες έρευνες, οι απόψεις αυτές θα πρέπει να τροποποιηθούν ως εξής: διαθήκη μπορούσε να συντάξει οποιοσδήποτε, απλά σε περίπτωση που είχε νόμιμους γιους δεν μπορούσε να διαθέσει τα περιουσιακά αγαθά του οίκου του, χωρίς να τους λάβει υπόψη.
Με τη διαθήκη εξάλλου ήδη πριν από τη νομοθεσία του Σόλωνα, μπορούσε και όποιος δεν είχε νόμιμους κατιόντες να φροντίσει για τη συνέχιση του οίκου του μέσω της λεγόμενης δια διαθήκης υιοθεσία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σύγχυση τόσο μεταξύ των αρχαίων πηγών -οι οποίες ορισμένες φορές αποκαλούν διαθήκη την υιοθεσία και άλλοτε καταχρηστικά την επίσκηψη- όσο και μεταξύ των σύγχρονων μελετητών που ερμηνεύουν διαφορετικά τον ίδιο όρο. Με τη διαθήκη μπορούσε κανείς, επίσης, να ορίσει επίτροπο για τα ανήλικα παιδιά του και κύριο για τις ενήλικες γυναίκες, να προβλέψει το γάμο της χήρας ή της κόρης του, προβαίνοντας μάλιστα και στην ανάλογη εγγύη.
Καθώς επίσης και να συστήσει προίκα και στις δύο περιπτώσεις. Μπορούσε ακόμη να ρυθμίσει το χωρισμό της περιουσίας μεταξύ των γιων του και να αποφασίσει για μικρές δωρεές ή κληροδοτήματα σε τρίτους. Τέλος, δικαιούνταν να δίνει οδηγίες σχετικά με την κηδεία του (εκφορά) και να ζητά από τους κληρονόμους του τη δίωξη οποιουδήποτε υπευθύνου για το θάνατό του.
Γ. Κληρονομιά εξ Αδιαθέτου
Τα περισσότερα στοιχεία που γνωρίζουμε για το νόμο περί κληρονομιάς προέρχονται από ένα λόγο του Ψευδο-Δημοσθένους και αφορούν ρυθμίσεις που ίσχυαν κατά την Κλασική περίοδο. Όμως οι ρυθμίσεις αυτές -σύμφωνα με τη γνώμη των ειδικών- πιθανότατα να ανάγονται στην εποχή του Σόλωνα. Από τον εν λόγω νόμο μαθαίνουμε έμμεσα αυτό που ίσχυε παλαιότερα, πως δηλαδή στην κληρονομιά καλούνταν μόνον οι άρρενες και οι εξ αρρένων κατιόντες. Στη περίοδο μετά το Σόλωνα η κληρονομική διαδοχή διαμορφώνεται με βάση την αγχιστική σχέση, δηλαδή με τους δεσμούς αίματος. Ρυθμιστική απέβαινε η κατάταξη των συγγενών σε γένη, όπου ως γένος θα πρέπει να εννοηθούν εδώ όλοι οι απόγονοι ενός γεννητή (μια γενιά).
Οι κατιόντες του αποθανόντος αποτελούσαν το πρώτο γένος, ενώ εκείνοι του πατέρα του το δεύτερο. Το τρίτο γένος περιελάμβανε τους κατιόντες του παππού, το τέταρτο του προπάππου του αποθανόντος κ.ο.κ. Από όλους τους αγχιστείς δικαιώματα μπορούσαν να προβάλλουν μόνον οι κατιόντες του αποθανόντος και οι κατιόντες του πατέρα του. Είναι βεβαιωμένο ότι οι κατ’ ευθεία γραμμή κατιόντες προηγούνταν από τους εκ πλαγίου συγγενείς. Σε περίπτωση που αυτοί ήταν ανήλικοι, εκπροσωπούνταν από επίτροπο. Όταν ο αποθανών άφηνε γιους και θυγατέρες, οι τελευταίες είχαν δικαιώματα μόνο στην προίκα (επίπροικοι). Όταν άφηνε μόνο θυγατέρες, ίσχυαν οι ιδιαίτερες ρυθμίσεις περί επικλήρων.
Τέλος, επικρατεί η άποψη ότι μόνο αν δεν είχε νόμιμους κατιόντες ο αποθανών η κληρονομιά θα περιερχόταν στους εκ πλαγίου, παρότι ορισμένοι θεωρούν ότι σε αυτή την περίπτωση καλούνταν πλέον στην κληρονομιά και οι ανιόντες (αρχικά από τη μεριά του πατέρα και ύστερα από εκείνη της μητέρας του αποθανόντος). Η κλήση των ανιόντων δε συνάδει με τη βασική ιδέα της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, που ήταν η ανεύρεση ενός καινούργιου αρχηγού για τον οίκο.
Δ. Γάμος και Διαζύγιο
Τον αρχαιότερο θεσμό του γάμου δι’ αγοράς, σύμφωνα με τον οποίο ο μελλοντικός σύζυγος έπρεπε να πληρώσει για την απόκτηση της γυναίκας του, αντικατέστησε ο γάμος δι’ εγγύης. Η εγγύη (εγγύηση) δεν ήταν παρά η συμφωνία μεταξύ του κυρίου της γυναίκας και του μελλοντικού της συζύγου. Συνάπτονταν με αμοιβαία υπόσχεση πως η συγκεκριμένη γυναίκα θα παραδοθεί από τον πρώτο και αντίστοιχα θα τιμηθεί ως σύζυγος από το δεύτερο. Η παράδοσή της όμως, αποτελούσε μια εντελώς ξεχωριστή πράξη. Ο γάμος υφίστατο μόνο όταν είχε υπάρξει συνοίκηση. Από την άλλη, για να έχει η συνοίκηση αξία γάμου και να μη θεωρείται απλή παλλακεία, έπρεπε απαραίτητα να έχει προηγηθεί η εγγύη.
Από τα χρόνια του Σόλωνα τουλάχιστον και μετά, η εγγύη αποτελούσε προϋπόθεση για τη νομιμότητα του γάμου. Η παλλακεία, αν και σαφώς κατώτερη του γάμου, ήταν ωστόσο κοινωνικά αποδεκτή. Υπήρχε μάλιστα και νομικό πλαίσιο που προσδιόριζε τη σχέση της παλλακίδας και των παιδιών που έφερνε στον κόσμο με τον κύριό της. Το διαζύγιο στην αρχαία Αθήνα μπορούσε να οφείλεται στη θέληση του ενός από τους συζύγους και σε ορισμένες περιπτώσεις στη θέληση κάποιου τρίτου. Όταν ο άντρας έδιωχνε τη γυναίκα του επρόκειτο για απόπεμψη, ενώ όταν εγκατέλειπε η γυναίκα τη συζυγική εστία για απόλειψη.
Ιδιορρυθμία του Αθηναϊκού δικαίου ήταν η περίπτωση της αφαίρεσης, η οποία μπορούσε να ασκηθεί από τον πατέρα της γυναίκας, διακόπτοντας έτσι το γάμο. Σε άλλες περιπτώσεις η αφαίρεση σχετιζόταν με τις επικλήρους. Η έννοια της μοιχείας στην αρχαία Αθήνα ήταν διαφορετική από τη σημερινή, εφόσον για να στοιχειοθετηθεί μοιχεία δεν ήταν απαραίτητο να είναι παντρεμένη η γυναίκα. Οι γυναίκες όφειλαν να είναι πιστές στους συζύγους τους. Πριν από το γάμο ή στη διάρκεια της χηρείας όφειλαν πίστη στους κυρίους τους. Η μοιχεία θεωρούνταν έγκλημα που μπορούσε να επισύρει αυτοδικία από μέρους του αρχηγού της οικογένειας.
Ε. Προίκα και Επίκληρος
Η προίκα, αν και συχνά η σύστασή της συνέπιπτε χρονικά με την εγγύη, αποτελούσε μία εντελώς ξεχωριστή πράξη. Σήμερα δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι ένας γάμος ήταν έγκυρος, ακόμα κι αν δεν είχε υπάρξει προίκα. Η προίκα ή φερνή μπορούσε να σχετίζεται με τα κληρονομικά δικαιώματα της γυναίκας και αποτελούνταν από ό,τι της δινόταν όταν παντρευόταν. Σε περίπτωση λύσης του γάμου, έπρεπε να επιστραφούν όλα, ακόμα και όσα ο σύζυγος είχε λάβει μόνο εικονικά. Δεν ήταν σπάνιο, άλλωστε, το φαινόμενο να δηλώνονται ως προίκα από το σύζυγο περιουσιακά στοιχεία που ποτέ δεν είχε λάβει.
Η γυναίκα στο Αττικό δίκαιο δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα, και συνεπώς τα οικογενειακά της δικαιώματα έπρεπε πάντα να αντιπροσωπεύονται δημοσίως από κάποιον άντρα. Αυτός ονομαζόταν κύριος και μπορούσε να είναι ο πατέρας, ο σύζυγος, ο μεγαλύτερος γιος ή ο αδελφός. Όταν υπήρχαν γιοι στην οικογένεια, η κόρη εξαντλούσε τα δικαιώματά της -συμπεριλαμβανομένων και των κληρονομικών- με την προίκα, και τότε ονομαζόταν επίπροικος. Στην περίπτωση όμως που δεν υπήρχαν γιοι, λεγόταν επίκληρος και είχε δικαίωμα σε ολόκληρη την περιουσία, ως η μοναδική απόγονος του χωρίς άρρενες οίκου. Ο νόμος της πόλης όμως δεν επέτρεπε στη γυναίκα να είναι κάτοχος του κλήρου.
Λειτουργούσε λοιπόν ως φορέας του κλήρου και διαμέσου αυτής ο κλήρος μεταβιβαζόταν στους γιους της. Για να μη χάνεται όμως ο κλήρος από την οικογένεια, ο νόμος όριζε ότι η επίκληρος περιερχόταν μαζί με τον κλήρο στον πλησιέστερο από τους εκ πλαγίου άρρενες συγγενείς. Σε περίπτωση άρνησής του, κατέληγε στον αμέσως επόμενο και ούτω καθεξής. Ο πλησιέστερος αυτός αγχιστέας μπορούσε να την παντρευτεί, εφόσον ήταν ανύπαντρη, ή να προβεί σε αφαίρεση επικλήρου, αν ήταν ήδη παντρεμένη. Η μόνη περίπτωση -όπου πλέον καμία επέμβαση αγχιστέων δε γινόταν δεκτή- προέκυπτε, όταν η επίκληρος ήταν παντρεμένη και είχε αποκτήσει γιο, στον οποίο θα μεταβίβαζε τον κλήρο.
Η προστασία της επικλήρου υπαγόταν σε ιδιαίτερες διατάξεις, όπως η γραφή κακώσεως και η εισαγγελία και προκαλούσε την επέμβαση του επώνυμου άρχοντα. Εξαιρετική περίπτωση αποτελούσε η ύπαρξη στον οίκο μίας νόμιμης κόρης κι ενός υιοθετημένου γιου. Η κόρη τότε λεγόταν φυσική επίκληρος και οι απόγονοί της συνέχιζαν να έχουν προτεραιότητα στον κλήρο σε σχέση με τους απ’ ευθείας απογόνους του υιοθετημένου. Έτσι, η μόνη λύση, για να εξασφαλίσει τους απογόνους του κάποιος υιοθετημένος, ήταν να παντρευτεί τη θετή αδελφή του.
ΣΤ. Υιοθεσία
Η υιοθεσία στην αρχαία Αθήνα ήταν δυνατή για τον αρχηγό του οίκου, εφόσον δεν είχε νόμιμους γιους. Η τεχνητή αυτή ένταξη ενός νέου μέλους στην οικογένεια ονομαζόταν ποίηση ή εισποίηση και αναλογούσε στη διαδικασία με την οποία η πόλη δεχόταν στους κόλπους της και αναγνώριζε ως πολίτη κάποιον ξένο. Τα δικαιώματα του υιοθετημένου δεν ήταν ποτέ ακριβώς τα ίδια με αυτά των φυσικών μελών του οίκου. Δεν μπορούσε, για παράδειγμα, να συντάξει διαθήκη και οι αγχιστείς του θετού πατέρα του προηγούνταν στην κληρονομιά του υιοθετημένου από τους δικούς του απογόνους. Με τον ίδιο τρόπο που γινόταν η αναγνώριση της υιοθεσίας -με την παρουσίαση δηλαδή του υιοθετημένου γιου στη φρατρία- μπορούσε να γίνει και η αναγνώριση των νόθων εξ αστής.
Αυτοί ήταν γιοι που είχαν γεννηθεί από μητέρα Ατθίδα, η οποία όμως δεν ήταν η νόμιμη σύζυγος. Αφού αναγνωριζόταν, ο νόθος εισερχόταν στον οίκο και μπορούσε να πάρει τη θέση γνήσιου γιου. Αντίθετα, οι νόθοι εκ ξένης δεν μπορούσαν να αναγνωριστούν και από τα μέσα του 5ου αιώνα π.X. δε θεωρούνταν καν πολίτες. Η πατρική εξουσία ήταν ιδιαίτερα ισχυρή εξαιτίας τόσο της νομοθεσίας όσο και των κοινωνικών αντιλήψεων της εποχής. Φαίνεται πως σε αυτές τις αντιλήψεις περισσότερο παρά σε νομική κατοχύρωσή της οφειλόταν η υποχρέωση του γιου να ζητήσει τη συγκατάθεση του πατέρα, για να παντρευτεί (επιβεβαίωση).
Μία άλλη μορφή άσκησης της πατρικής εξουσίας ήταν η αποκήρυξη. Όπως φαίνεται από το όνομά της, η διαδικασία αυτή πραγματοποιούνταν με κήρυκα, ο οποίος ανακοίνωνε σε όλη την πόλη την απόφαση του πατέρα να αποκλείσει από τον οίκο το γιο του. Μία τέτοια τιμωρία μπορούσε βέβαια να εφαρμοστεί μόνον ύστερα από εξαιρετικά σοβαρά παραπτώματα. Ανάμεσα στα δικαιώματα του πατέρα και κυρίου του οίκου ήταν και η απαγόρευση ή η επιβολή έκτρωσης στη σύζυγό του, καθώς και η απόφαση έκθεσης του βρέφους, ιδιαίτερα συχνή στην περίπτωση των κοριτσιών.
ΑΞΙΕΣ
Η επανεμφάνιση της γραφής σε μία νέα, πολύ εύχρηστη μορφή συντέλεσε αποφασιστικά στην εδραίωση παλαιών και στη διαμόρφωση νέων αξιών της αρχαϊκής κοινωνίας. Ισχυροποιήθηκε η συνείδηση της κοινής γλώσσας και καταγωγής, οριστικοποιήθηκε η παράδοση των ομηρικών επών και γεννήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της ατομικότητας. Δεν εξάλειψαν, ωστόσο, παραδόσεις που -επιτρέποντας έναν αναχρονισμό- θα τις ονομάζαμε “μεταφυσικές”. Από την πίστη στη μαντική και τη μαγεία -με έντονη την επιρροή του Ανατολικού κόσμου- αναδύθηκαν σταδιακά οι πρώτες επιστήμες όπως η ιατρική. Το Δελφικό μαντείο, ως πανελλήνιο ιερό, συνέβαλε στη διαμόρφωση των κοινωνικών αξιών και των πολιτικών θεσμών της Αρχαϊκής περιόδου.
Εμφάνιση Γραφής
Το μεγαλύτερο πολιτισμικό επίτευγμα των Αρχαϊκών χρόνων είναι αναμφισβήτητα η υιοθέτηση της Φοινικικής γραφής από τους Έλληνες και η προσαρμογή της στις φωνητικές ανάγκες της Ελληνικής γλώσσας. Σήμερα επικρατεί η άποψη ότι η γνώση της γραφής εξέλειψε με το τέλος του Μυκηναϊκού κόσμου. Η Γραμμική B, που είχε χρησιμοποιηθεί κυρίως από ειδικευμένους ανακτορικούς γραφείς για τη σύνταξη απογραφικών καταλόγων, λόγω της πολυπλοκότητάς της δεν απέκτησε ποτέ ευρεία χρήση. Όσο ψηλά κι αν ανεβάσουμε το χρονολογικό όριο για την υιοθέτηση της Φοινικικής γραφής, τα παρόντα στοιχεία δείχνουν ότι για μερικούς αιώνες η γραφή είχε ξεχαστεί στην Ελλάδα.
Όταν η γνώση της γραφής επανακτήθηκε, διευρύνθηκαν και οι χρήσεις της σε σύγκριση με τη Μυκηναϊκή εποχή. Η καινοτομία που εισήγαγαν οι Έλληνες και καθόρισε την εξέλιξη της Ελληνικής, αλλά και όλων των υπόλοιπων Ευρωπαϊκών γλωσσών, έγκειται στη χρήση γραμμάτων για την απόδοση των φωνηέντων φθόγγων. Το βορειοσημιτικό αλφάβητο περιελάμβανε 22 σύμβολα για τη δήλωση των συμφώνων και των ημιφώνων. Ορισμένοι από τους φθόγγους αυτούς ήταν άγνωστοι στο Ελληνικό φωνολογικό σύστημα και πιθανότατα γίνονταν αντιληπτοί από τους Έλληνες περισσότερο ως φωνήεντα, παρά ως λαρυγγικές παύσεις.
Το αποτέλεσμα ήταν να χρησιμοποιηθούν το aleph για το α, το he για το ε, το yod για το ι, το vav για το υ και το ayin για το ο. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της χρήσης του αλφάβητου παρατηρούνται πολλές διαφοροποιήσεις από περιοχή σε περιοχή. Ορισμένα βασικά γράμματα του Φοινικικού προτύπου δε διατηρούν παντού την ίδια φωνητική αξία. Επίσης οι Ελληνικές προσθήκες χαρακτήρων, που επελέγησαν ή εισήχθησαν εξαιτίας της ανάγκης να εκφραστούν τα δασέα σύμφωνα φ και χ, καθώς και τα διπλά ψ, ξ, ζ δεν είναι παντού οι ίδιες. Ποικίλες ήταν και οι μορφές γραφής που αναπτύχθηκαν, όπως επίσης και οι επιλογές χαρακτήρα, για να εκφραστεί η δασύτητα των φωνηέντων και να διαφοροποιηθούν τα μακρά από τα βραχέα.
Η διαδικασία πρόσληψης και εμπλουτισμού του αλφάβητου, που ολοκληρώθηκε με την εισαγωγή του ω, φαίνεται πως είχε πραγματοποιηθεί ως τις αρχές του 7ου αιώνα π.X. H ομογενοποίηση, εντούτοις, και η επικράτηση του πιο αναπτυγμένου και πληρέστερου μοντέλου αλφάβητου, αυτού της Ιωνίας -διήρκεσε πολλούς αιώνες και πήρε την πραγματική του υπόσταση, μόνο μετά την καθιέρωσή του στην Αθήνα το 403 – 402 π.X., όταν άρχοντας ήταν ο Ευκλείδης. Η γραφή των αριθμών ομογενοποιήθηκε μόλις στους Ελληνιστικούς χρόνους.
Έχουν προταθεί πολλά κριτήρια για την ταξινόμηση των τοπικών γραφών με βάση την παρουσία, την απουσία ή την επιλογή κάποιων χαρακτήρων για την έκφραση ενός δεδομένου φθόγγου. Ωστόσο, κανένα από τα συστήματα που προκύπτουν δεν παρέχει καθολικά ικανοποιητικές απαντήσεις. Έντονη διαφοροποίηση εντοπίζεται μεταξύ των αλφαβήτων της Χαλκίδας και της Αθήνας. Από το πρώτο θα προκύψει η Λατινική γραφή, ενώ το δεύτερο θα υποκατασταθεί από το Ιωνικό, για να γίνει στη συνέχεια η κοινή γραφή όλων των Ελλήνων, η οποία -χωρίς σοβαρές τροποποιήσεις- επιβίωσε μέχρι σήμερα.
Α. Μορφές Γραφής
Oι Έλληνες στην αρχή έγραφαν, όπως και οι Φοίνικες, από τα δεξιά προς τα αριστερά (επί τα λαιά) χωρίς διαχωρισμό των λέξεων ή των φράσεων. Η ακολουθία των γραμμάτων μπορούσε να πάρει οποιαδήποτε φορά, ανάλογα με την επιφάνεια στην οποία έγραφαν. Εμφανίζονται έτσι κυκλικές ή πεταλοειδείς επιγραφές. Στις επίπεδες επιφάνειες βέβαια επικράτησε η οριζόντια γραφή. Πολύ νωρίς άρχισε να εφαρμόζεται ένας πρωτότυπος τρόπος συνεχόμενης γραφής, που αποκαλούνταν βουστροφηδόν. Φτάνοντας στην άκρη του στίχου η επιγραφή συνέχιζε στον επόμενο με αντίθετη πλέον φορά, ακριβώς όπως η πορεία που ακολουθούν τα βόδια κατά το όργωμα.
Και οι δύο αυτοί τρόποι εγκαταλείφθηκαν στη διάρκεια του 6ου αιώνα π.X. και επικράτησε η γραφή με φορά από αριστερά προς τα δεξιά, η οποία ήταν πιο πρακτική, καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων είναι δεξιόχειρες. Ο διαχωρισμός των λέξεων άρχισε να σημαίνεται με δύο ή τρεις στιγμές σε κάθετη διάταξη. Οι σωζόμενες επιγραφές από την Αρχαϊκή περίοδο βρίσκονται χαραγμένες ή ζωγραφισμένες σε πηλό, λαξευμένες σε λίθο ή χαραγμένες σε μέταλλο. Τα υλικά αυτά αντιπροσωπεύουν ό,τι μπόρεσε να αντέξει στο χρόνο και είναι αυτονόητο ότι ευρύτερη χρήση είχαν άλλα φθαρτά υλικά, όπως το ξύλο, το δέρμα, το κερί και ο πάπυρος.
Το πλέον διαδεδομένο μέσο γραφής πρέπει να ήταν οι ξύλινοι πίνακες με επικάλυψη κεριού, στους οποίους τα γράμματα χαράσσονταν με το στύλο και μπορούσαν εύκολα να σβηστούν και να ξαναγραφούν. Στα λευκώματα -που ήταν ξύλινοι πίνακες με επικάλυψη γύψου- έγραφαν με τη βοήθεια χρωματικής ουσίας. Η σύνδεση δύο ή περισσότερων τέτοιων πινάκων επέτρεπε τη δημιουργία δίπτυχου ή πολύπτυχου αντίστοιχα, ικανού να προστατεύει τη γραφή και να επιτρέπει το σφράγισμα και την εξασφάλιση του απόρρητου.
Η λέξη δέλτος που στα Ελληνικά σημαίνει τον απλό πίνακα γραφής, είναι Σημιτικής προέλευσης και εύλογα μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι η δέλτος στην Ελλάδα είναι τόσο παλιά όσο και το αλφάβητο. Δέρμα περιτυλιγμένο σε ξύλινη ράβδο, ο λεγόμενος κύλινδρος, ήταν σε ευρεία χρήση στην Ασσυριακή Αυτοκρατορία. Ανάλογοι κύλινδροι ήταν γνωστοί στην Ελλάδα κατά τον 7ο αιώνα π.X., όπως φαίνεται από την αναφορά του Αρχίλοχου στη ράβδο (σκυτάλη). Η χρήση της λέξης διφθέρα (δέρμα) ήταν τόσο εδραιωμένη στο σχετικό με τη γραφή λεξιλόγιο, ώστε -σύμφωνα με τον Ηρόδοτο- να αποκαλούνται έτσι ακόμη και οι πάπυροι.
Οι τελευταίοι εισάγονταν στην Ελλάδα είτε απευθείας από την Αίγυπτο είτε μέσω των Φοινικικών εμπορικών σταθμών, όπως ήταν η Βύβλος. Η προέλευση αυτή οδήγησε στην ονομασία του παπύρου σε “βίβλος” και “βιβλίο”. Η διάδοσή του ως προσιτό, αν και οπωσδήποτε ακριβό, μέσο γραφής συνδέεται προφανώς με την ίδρυση της Ελληνικής αποικίας της Ναυκράτιδος στην Αίγυπτο, γύρω στα 600 π.X. Στα πρώτα χρόνια της γραφής το λεύκωμα και το δέρμα, και στη συνέχεια ο πάπυρος, θα πρέπει να θεωρηθούν τα κύρια υλικά για τα δημόσια έγγραφα. Αντίστοιχα, η ιδιωτική γραφή εμφανίζεται την ίδια περίοδο κυρίως σε όστρακα και πρέπει να υποθέσουμε και σε κερωμένους πίνακες, που όμως δε σώθηκαν.
Β. Χρήσεις Γραφής
Οι αρχαιότερες επιγραφικές μαρτυρίες είναι άτυπα χαράγματα σε κεραμική. Σε αυτές αναγράφεται το όνομα του ιδιοκτήτη ή του κατασκευαστή, σημειώνεται η ανάθεση του αντικειμένου σε κάποιο θεό, ενώ σε κάποιες διακρίνεται μια παιγνιώδης διάθεση. Η εικασία που αποδίδει αποκλειστικά την “εφεύρεση” του αλφάβητου στην ανάγκη καταγραφής της επικής ποίησης σαφώς δε συνάδει με τα παραπάνω ευρήματα. Παρ’ όλα αυτά είναι προφανής η επιρροή που άσκησε η ποίηση στις πρώτες χρήσεις της γραφής, καθώς αυτές έχουν συχνά τη μορφή εξαμέτρου. Στην ιδιωτική χρήση της γραφής συμπεριλαμβάνεται επίσης η μαγική, με τη μορφή καταδέσμων (τώρα πια γνωστών και από τον 6ο αιώνα π.X.) ή επιγραφών χωρίς νόημα.
Τα προξενικά ψηφίσματα, οι συνομολογίες συνθηκών και οι νόμοι προφανώς γράφονταν αρχικά σε φθαρτά υλικά. Οι νόμοι του Σόλωνα είχαν αναγραφεί σε κύρβεις, δηλαδή σε ξύλινους ασπρισμένους πίνακες στηριγμένους σε άξονες. Σε περίπτωση που ιδιαίτεροι λόγοι επέβαλλαν τη διατήρησή τους στο χρόνο, τα δημόσια έγγραφα αντιγράφονταν με λάξευση σε λίθο ή χαράσσονταν σε μέταλλο. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία πως τα αντίγραφα αυτά είχαν ανάλογο και σε ορισμένες περιπτώσεις -όπως στην Αθήνα- μεγαλύτερο κύρος από το αρχικό έγγραφο σε φθαρτό υλικό, το οποίο προφανώς φυλάσσονταν σε αρχείο.
Στην Αθήνα, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, οι δημόσιες επιγραφές εκτίθενται σε κοινή θέα. Το γεγονός αυτό εκφράζει από τη μία τις δημοκρατικές αντιλήψεις και από την άλλη την επιθυμία να τεθούν κάτω από τον έλεγχο του θεού ορισμένες πλευρές της οικονομικής διαχείρισης. Τέτοιο ρόλο έχουν για παράδειγμα οι κατάλογοι αφιερωμάτων ή συνεισφορών και οι λογαριασμοί οικοδομικών εργασιών στην Ακρόπολη.
Γ. Συνθήκες Γραφής
Ο τόπος και ο χρόνος της υιοθέτησης του αλφάβητου, καθώς και το από ποιον υιοθετήθηκε, συζητήθηκαν και συζητιούνται ακόμη προκαλώντας έντονες αντιπαλότητες στους κόλπους της επιστημονικής κοινότητας. Οι παλαιότερες επιγραφές σώζονται σε όστρακα κεραμικών αγγείων από τη Νάξο, την Ίσχια στον κόλπο της Νάπολης, την Αθήνα, την Εύβοια, τον Ωρωπό (σε αλιευτικό βαρίδι) και την Αλ Μίνα στη Συρία. Η τελευταία έχει επιπλέον θεωρηθεί ως ένας από τους πιο πιθανούς τόπους υιοθέτησης του Φοινικικού αλφάβητου. Οι Έλληνες έμποροι, βλέποντας το όφελος που αποκόμιζαν οι Φοίνικες από τη χρήση της γραφής για εμπορικούς λόγους, δε δίστασαν να τους μιμηθούν.
Ωστόσο, αν και η αρχική ώθηση οφειλόταν σε οικονομικούς παράγοντες, άλλοι ήταν οι λόγοι που επέτρεψαν και στη συνέχεια συντέλεσαν στην ταχεία και ευρεία διάδοση της γραφής στον Ελληνικό κόσμο. Ακόμη και τα παιδιά μπορούσαν να μάθουν το καινούργιο αλφάβητο με τα λίγα σημεία. Τα αρχαιότερα αλφαβητάρια που έφτασαν ως εμάς αποδεικνύουν μία συστηματική προσπάθεια εκμάθησής του. Τα τελευταία χρόνια έχει ιδιαίτερα τονιστεί η σημασία του έπους ως αποφασιστικού παράγοντα στη διαδικασία εισαγωγής και διάδοσης της γραφής. Οι Ομηρικοί ήρωες -με μία μόνο εξαίρεση- μοιάζουν να ζουν σε έναν κόσμο χωρίς γραφή, σε αντίθεση με τον Ησίοδο, που αναμφίβολα γράφει τα έργα του.
Αν και το θέμα είναι ακόμη ανοιχτό για τις ομηρικές σπουδές, φαίνεται πιθανότερο ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια διαπλάστηκαν μέσα σε μια μακρά προφορική παράδοση, ενώ πήραν τη μορφή που σήμερα γνωρίζουμε μάλλον από ένα δημιουργό, είτε αυτός γνώριζε γραφή είτε όχι. Η ανάγκη της καταγραφής μίας τόσο εκτεταμένης και σημαντικής λογοτεχνίας συντέλεσε στην άμεση αποδοχή και στη διευρυμένη χρήση του αλφάβητου που είχαν αρχικά υιοθετήσει οι Έλληνες έμποροι. Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, δεν πρέπει να αγνοηθεί το αίτημα για γραπτό δίκαιο που αναπτυσσόταν παράλληλα με την οργάνωση της πόλης. Η πρόσβαση από όλους τους πολίτες στο κείμενο του νόμου ήταν εγγύηση για δίκαιη κρίση.
Η συμμετοχή στα κοινά εξαρτήθηκε σταδιακά σε τέτοιο βαθμό από την εγγραμματοσύνη, ώστε στο τέλος της Αρχαϊκής περιόδου σημαντικές πολιτειακές λειτουργίες, όπως ο οστρακισμός, να απευθύνονται μόνο σε εγγράμματους πολίτες. Τα αρχαιότερα δείγματα γραφής σε όστρακα αγγείων ανάγονται περίπου στα μέσα του 8ου αιώνα π.X. Η ταυτόχρονη εμφάνισή τους σε διάφορα σημεία του Ελληνικού κόσμου, με σημαντικές ήδη διαφοροποιήσεις στα γράμματα, οδήγησε στην άποψη ότι θα πρέπει να προηγήθηκε μία μακρά περίοδος εξέλιξης. Οι νεότερες έρευνες εντούτοις υποστηρίζουν ότι η λεγόμενη εξέλιξη -ή καλύτερα η διαδικασία μετάδοσης- συνέβη εξαιρετικά σύντομα, σε διάστημα λίγων μόλις δεκαετιών.
Η χρονική στιγμή της εισαγωγής του αλφάβητου προσδιορίζεται επομένως στις αρχές του 8ου αιώνα π.X. Όπως ήδη αναφέραμε, ο τόπος αυτής της πολιτισμικής ώσμωσης αναμφίβολα ήταν ένα από τα σημεία επαφής των Ελλήνων με τους Φοίνικες. Προτάθηκαν κατά καιρούς διάφορες περιοχές όπως η Θήρα, η Ρόδος, η Κρήτη και η Εύβοια. Καθώς όμως τα στοιχεία για την παρουσία των Eυβοέων στην Ανατολή αυξήθηκαν θεαματικά τα τελευταία χρόνια, η Αλ Μίνα στη Συρία συγκεντρώνει την προτίμηση των περισσότερων ειδικών. Παράλληλα διαμορφώθηκε η άποψη ότι σε αυτό το πρώιμο στάδιο της υιοθέτησης του αλφάβητου από τους Έλληνες, πραγματοποιήθηκε και η μετάδοσή του -μέσω των τελευταίων- στους Φρύγες και τους Ετρούσκους.
Δ. Αριθμητικό Σύστημα
Το αριθμητικό σύστημα που γνωρίζουμε για την Αρχαιότητα εμφανίζεται για πρώτη φορά σε επιγραφές του 5ου αιώνα π.X., αλλά προφανώς διαμορφώθηκε στη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου. Το σύστημα αυτό βασίζεται σε έναν τρόπο γραφής που ήταν γνωστός στην Ασσυρία και τη Φοινίκη και ονομάζεται ακροφωνικό. O αριθμός δηλαδή γραφόταν με το πρώτο γράμμα της λέξης που τον δήλωνε: Π για πέντε, Δ για δέκα, Η για εκατό, Χ για χίλια και Μ για δέκα χιλιάδες (μύρια). Oι μονάδες σημειώνονταν με μία κάθετο. Τα πολλαπλάσια αυτών των αριθμών δηλώνονταν με επανάληψη και με εγγραφή του αντίστοιχου γράμματος μεταξύ των κεραιών του Π (όταν πρόκειται για πολλαπλάσιο του πέντε).
Tο σύστημα αυτό αντικαταστάθηκε στους πρώτους Αυτοκρατορικούς χρόνους με το αλφαβητικό, του οποίου η χρήση συνεχίστηκε και στη Βυζαντινή περίοδο.
Μαντική
Στην Αρχαϊκή περίοδο διαμορφώνεται μία σειρά από πρακτικές και τελετουργίες που σχετίζονται με την πρόβλεψη του μέλλοντος, την εξάσκηση της μαγείας και την ιατρική. Οι περισσότερες από αυτές συναντιούνται ήδη στην Αίγυπτο, τη Βαβυλώνα, την Ασσυρία και τη Σκυθία, από όπου οι Έλληνες της Ιωνίας καταρχήν και στη συνέχεια και εκείνοι της κυρίως Ελλάδας δανείζονται στοιχεία, για να τα συνθέσουν με προϋπάρχουσες τοπικές παραδόσεις. Τα μαντικά γένη των ιστορικών χρόνων συνδέουν την καταγωγή τους με κάποιο μυθικό πρόσωπο. Κατά τα χρόνια αυτά γίνεται σταδιακά η μετάβαση από τη μαντική και τη μαγεία προς τη θεραπευτική και την ιατρική· ωστόσο, ποτέ δε διαχωρίζονται εντελώς.
Παράλληλα τα μαντεία, και ιδιαίτερα τα Απολλώνεια, αποκτούν μεγαλύτερη σημασία και έχουν ισχυρή επιρροή στην κοινωνία και την πολιτική. Μοναδική περίπτωση, ως προς την ισχύ και την έκταση της επιρροής του, αποτέλεσε το μαντείο των Δελφών. Εφαρμόζονται διάφορες μέθοδοι μαντικής, αλλά προς το τέλος της Αρχαϊκής περιόδου επικρατεί κυρίως η εκστατική μαντική.
Α. Απολλώνεια Μαντεία
Στην Αρχαϊκή περίοδο, πέρα από τους Μάντεις, τις Σίβυλλες και τους Ορφικούς προφήτες, τα πολυάριθμα μαντεία ήταν κυρίως εκείνα που εξασκούσαν την πρόγνωση του μέλλοντος. Τα περισσότερα από αυτά έπαψαν να λειτουργούν στη διάρκεια της Κλασικής εποχής και μόνο τα σημαντικότερα κατόρθωσαν να επιβιώσουν ως τα πρώιμα Χριστιανικά χρόνια. Ανάμεσά τους βέβαια το πιο φημισμένο ήταν το μαντείο του Απόλλωνα στους Δελφούς. Οι χρησμοί δίνονταν από την Πυθία, η οποία αρχικά ήταν μία παρθένα διαλεγμένη από τις κόρες των σημαντικών οικογενειών των Δελφών, ενώ αργότερα προτιμήθηκε μία ηλικιωμένη γυναίκα.
Η Πυθία, αφού πλενόταν με νερό της Κασταλίας πηγής, καθόταν στον ιερό τρίποδα μέσα στο ναό και μασώντας φύλλα δάφνης έπινε νερό από την ίδια πηγή ή από την Κασσωτίδα. Με τη διαδικασία αυτή έπεφτε σε έκσταση και την ακατάληπτη συνήθως χρησμοδοσία της ερμήνευαν ο προφήτης και το ιερατείο του θεού. Ως πρώτη Πυθία αναφέρεται η Φημονόη, η οποία έδινε χρησμούς σε εξάμετρους στίχους. Το μαντείο τιμούσαν ιδιαίτερα οι Δωριείς, και από τους Ίωνες περισσότερο οι Αθηναίοι. Από πολύ νωρίς εδραιώθηκε ο πολιτικός του ρόλος τόσο μεταξύ των Ελλήνων, όσο και μεταξύ των άλλων λαών της Μικράς Ασίας.
Σ’ αυτά τα χρόνια, που οι Έλληνες ταξιδεύουν και εγκαθίστανται σε όλη τη Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο, δε νοείται η αποστολή αποικισμού χωρίς τη προηγούμενη συγκατάθεση και τη συμβουλή του Απόλλωνα. Το νερό που ανάβλυζε από κάποια ιερή πηγή κατείχε ιδιαίτερη σημασία στα μαντεία του Απόλλωνα. Στο άλλο σημαντικό ιερό του στην Κλάρο της Μικράς Ασίας ο προφήτης έπινε από την πηγή και χρησμοδοτούσε μέσω του Θεσπιωδού και του Ιερέα. Στα Δίδυμα κοντά στη Μίλητο, όπου βρισκόταν ένα ακόμη μεγάλο μαντείο του θεού, το νερό της ιερής πηγής έδινε μαντική ικανότητα σε μία γυναίκα, αλλά και εκεί η διατύπωση και η ερμηνεία του χρησμού ήταν υπόθεση του ιερέα του Απόλλωνα.
Μαντικό νερό αναφέρεται και στο μαντείο του Απόλλωνα στο Πτώο της Βοιωτίας, ενώ ιδιαίτερη σημασία είχε το νερό των πηγών της Λήθης και της Μνημοσύνης στο μαντείο του Τροφωνίου στη Λειβαδιά. Ο πιστός έπινε και από τις δύο, για να ξεχάσει το παρελθόν του και να θυμάται όσα θα του αποκαλύπτονταν. Ήδη στην Αρχαϊκή περίοδο εκτός από τη μαντεία με βάση το “λάλον ύδωρ”, υπήρχαν και πολλές άλλες μέθοδοι μαντικής, αρκετές από τις οποίες είχαν τις ρίζες τους στην Ανατολή. Στην περιοχή της Φωκίδας και της Βοιωτίας υπήρχαν πολλά μαντεία του Απόλλωνα. Μερικά από αυτά κατόρθωσαν να επεκτείνουν τη φήμη τους και πέρα από τα όρια του ελλαδικού χώρου.
Τέτοια ήταν η περίπτωση του μαντείου του θεού στις Αβαίς της Φωκίδας και του Ισμηνίου στη Θήβα. Και τα δύο είχαν προσελκύσει το ενδιαφέρον του Κροίσου -του βασιλιά της Λυδίας- ο οποίος είχε στείλει πολύτιμα αφιερώματα. Στη Θήβα υπήρχε ακόμη ένα ιερό και μαντείο του Απόλλωνα, όπου λατρευόταν με την επωνυμία Σπένδιος. Τέλος, κοντά στον Ορχομενό αναφέρεται από τον Πλούταρχο (Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων) το μαντείο του Τεγυραίου Απόλλωνα. Στο Άργος ο Απόλλων Δειραδιώτης χρησμοδοτούσε μέσω μίας γυναίκας, η οποία όμως αντί για νερό γευόταν αίμα σφαγίου θυσιασμένου τη νύχτα.
Περισσότερο γνωστό, αλλά και ιδιόρρυθμο στη λειτουργία του, ήταν το μαντείο του θεού στη Δήλο. Χρησμοδοτούσε μόνο κατά το θέρος, ενώ το χειμώνα ο θεός μετοικούσε στα Πάταρα της Λυκίας, όπου λατρευόταν με την προσωνυμία Λυκίος. Ο Απόλλωνας ήταν αναμφισβήτητα ο κυρίαρχος θεός της μαντικής τέχνης. Υπήρχαν όμως μαντεία αφιερωμένα και σε άλλους θεούς ή ήρωες όπως στο Δία, στη Δήμητρα και την Κόρη, στο Διόνυσο, στον Ηρακλή και στον Αμφιάραο.
Β. Δελφικό Μαντείο
Στην Αρχαϊκή περίοδο το μαντείο των Δελφών συνδέεται στενά με τρεις τομείς που χαρακτηρίζουν την κοινωνική και οικονομική εξέλιξη της Ελληνικής κοινωνίας: τον αποικισμό, τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και την τυραννίδα. Ο Απόλλωνας έπαιζε το ρόλο του ερμηνευτή της θέλησης των θεών και σε αυτόν κατέφευγαν οι Έλληνες κάθε φορά που ζητούσαν λύση σε ένα σοβαρό τους πρόβλημα. Πάντοτε τον συμβουλεύονταν πριν επιχειρήσουν την ίδρυση μιας αποικίας. Ο χρησμός δινόταν προσωπικά στον οικιστή. Παράλληλα συνοδευόταν από πληρεξούσιο που συγκέντρωνε στο πρόσωπο του οικιστή του διάφορες λειτουργίες όπως του βασιλιά, του θρησκευτικού αρχηγού, του στρατιωτικού ηγέτη και του νομοθέτη.
Συνήθως ο τόπος στον οποίο έπρεπε να ιδρυθεί η αποικία, καθώς και η καταλληλότερη εποχή για το εγχείρημα αυτό, προσδιορίζονταν από το μαντείο. Το δελφικό ιερό σε όλη τη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου ήταν ενεργά και σταθερά αναμεμιγμένο στις κοινωνικοπολιτικές αλλαγές, ιδιαίτερα μάλιστα σε εκείνες που αφορούσαν την κοινωνική οργάνωση. Η Σπάρτη διατηρούσε πολύ στενούς δεσμούς με το μαντείο. Παρά τις αμφιβολίες που υφίστανται σήμερα σχετικά με το πρόσωπο του Λυκούργου και τις μεταρρυθμίσεις που του αποδίδονται, είναι βέβαιο πως ήδη από τα χρόνια του Τυρταίου, ο ρόλος των Δελφών σε αυτές τις βαθειές αλλαγές θεωρούνταν βέβαιος και σημαντικός.
Στην Αθήνα πάλι ο Σόλων συνεργάστηκε με το μαντείο για μία τουλάχιστον από τις μεταρρυθμίσεις του. Προκειμένου να σπάσει το θρησκευτικό μονοπώλιο της αριστοκρατίας ίδρυσε το σώμα των πυθόχρηστων. Αυτοί ήταν “εξηγηταί” που δεν ανήκαν υποχρεωτικά στους ευπατρίδες και αποφαίνονταν για θέματα λατρείας. Επιλέγονταν “από τον Απόλλωνα” με βάση έναν επιλεκτικό κατάλογο που δινόταν στην Πυθία. Κατά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, με ανάλογο τρόπο επιλέχτηκαν από την Πυθία μεταξύ εκατό αρχηγετών οι δέκα επώνυμοι, ένας για την κάθε φυλή.
Το μαντείο, επίσης, συνέχιζε να παρακολουθεί τις αποικίες και μετά την ίδρυσή τους. Σε περιπτώσεις μάλιστα κοινωνικής κρίσης πρότεινε κάποιον ως κριτή, με σκοπό να μεσολαβήσει για την αποκατάσταση της τάξης. Τέτοια ήταν, για παράδειγμα, η περίπτωση του Δημώνακτος από τη Μαντίνεια, που στάλθηκε ως καταρτιστήρ (μεσολαβών κριτής) στην Κυρήνη. Ιδιάζουσα υπήρξε η σχέση των Δελφών με την τυραννίδα, καθώς σε πολλές περιπτώσεις υποστήριξαν τους τυράννους. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία που μας παραδίδει ο Ηρόδοτος σχετικά με την προφητεία του μαντείου για τον Κύψελο ως μελλοντικό τύραννο της Κορίνθου.
Ανάλογη υποστήριξη έλαβε, αν και απέτυχε, ο Κύλων στην Αθήνα και οι Ορθαγορίδες στη Σικυώνα. Εξάλλου, ο Περίανδρος της Κορίνθου και ο Πιττακός, που αναφέρεται από τον Αλκαίο ως τύραννος της Μυτιλήνης, συμπεριλαμβάνονταν στους επτά σοφούς της Αρχαιότητας και συνδέονταν σύμφωνα με ορισμένες εκδοχές με το Δελφικό ιερό. Όταν όμως η τυραννίδα είχε επιτελέσει το ρόλο της και δεν ανταποκρινόταν πια στις αυξανόμενες απαιτήσεις των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων, οι Δελφοί δε δίστασαν να πάρουν σαφή θέση εναντίον της.
Ενδεικτική είναι η στάση του μαντείου στην ύστερη τυραννίδα των Πεισιστρατιδών: υποστηρίζει τους Αλκμαιωνίδες -το κατεξοχήν αντίπαλο γένος τους- παρακινεί αδιάλειπτα τους Σπαρτιάτες να καταλύσουν την Αθηναϊκή τυραννίδα και συνδράμει τον Κλεισθένη και το ομαλό πέρασμα από την τυραννίδα στη δημοκρατία. Από τον 8ο ως τον 6ο αιώνα π.X. το μαντείο των Δελφών βρίσκεται στην ακμή της ισχύος και της επιρροής του. Όσο συχνότερα απευθύνονται σε αυτό για συμβουλές ή πληροφορίες τόσο αυξάνονται οι ειδικές γνώσεις του σε ζητήματα γεωγραφίας, πολιτικών ισορροπιών και κοινωνικών εντάσεων. Οι επιτυχείς αποικισμοί διευρύνουν την επιρροή και τη φήμη του και ενισχύουν την ηγετική του θέση ως Πανελλήνιου ιερού.
Εξάλλου, τόσο οι αποικίες όσο και οι τύραννοι διάφορων πόλεων πλουτίζουν το ιερό μέσω αφιερωμάτων και ιερών πρεσβειών. Αν και συντηρητικό σε θρησκευτικά και λατρευτικά ζητήματα, το μαντείο υποστηρίζει σχεδόν πάντα τις αλλαγές που επιβάλλουν οι κοινωνικές ανάγκες. Η θεία αυθεντία του Απόλλωνα συνδέεται με τη νομοθεσία πόλεων και οι Δελφοί αναλαμβάνουν ρόλο εγγυητή της κοινωνικής γαλήνης. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι υπερβολική η άποψη ότι αποτελούσαν τον “Ομφαλό” της Αρχαϊκής κοινωνίας και έδρασαν αποφασιστικά για την επίλυση πολλών από τις κρίσεις που τη συγκλόνισαν.
Γ. Παραδόσεις και Μάντεις
Στα χρόνια του Ομήρου έχουν ήδη διαμορφωθεί οι παραδόσεις για τις μάγισσες, όπως τη Μήδεια και την Κίρκη, τους θεραπευτές όπως το Χείρωνα και κυρίως τους μάντεις όπως τον Τειρεσία. Αν και οι γνωστές πηγές είναι μεταγενέστερες, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην ίδια περίπου εποχή διαμορφώθηκαν άλλες παραδόσεις όπως αυτή των Ορφικών προφητών και χρησμών καθώς και εκείνη των Σιβυλλικών χρησμών. Κατά μία εκδοχή του μύθου Μαινάδες διαμέλισαν τον Ορφέα και πέταξαν το κεφάλι και τη λύρα του στον Έβρο. Το κύμα το έβγαλε στην Άντισσα της Λέσβου κι εκεί σε μια σπηλιά του Διονύσου η κεφαλή συνέχισε να τραγουδά και να χρησμοδοτεί. Έκτοτε ομιλούσες κεφαλές και μαντείες συνδέθηκαν με ταορφικά μυστήρια.
Η διδασκαλία του Ορφισμού, που προήλθε από την επαφή της Θρακοφρυγικής λατρείας του Διονύσου με Ελληνικά θρησκευτικά στοιχεία, είχε κοσμολογικό και εσχατολογικό περιεχόμενο. Οι μύστες καλούνταν Ορφοτελεσταί και εξασκούσαν τη μαντική και τη θεραπευτική. Στους Κλασικούς χρόνους, αν κρίνουμε από τις απόψεις του Πλάτωνα, δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης. Η Σίβυλλα πάλι, που αρχικά θεωρούνταν μάντισσα από τη Μάρπησσο του Ελλησπόντου ή τις Ερυθρές της Ιωνίας, προφήτευε κατά τον ανατολικό τρόπο, δηλαδή μετέβαινε από πόλη σε πόλη και από χώρα σε χώρα. Σύμφωνα με τον Παυσανία ήρθε και στους Δελφούς όπου καλούνταν Ηροφίλη.
Οι προφητείες της κομίστηκαν στην Κύμη της Καμπανίας και στη Ρώμη. Με τον καιρό δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι επρόκειτο για μία ιέρεια που έζησε πριν από πολλά χρόνια και συμπιλήθηκαν διάφορες συλλογές με τις προφητείες της που επέζησαν και μετά το τέλος του αρχαίου κόσμου. Ωστόσο, η κατεξοχήν κοιτίδα μάντεων και γιατρών ήταν η Πελοπόννησος και η Βοιωτία. Από την αργεία μαντική οικογένεια των Αμυθαονιδών καταγόταν ο Μελάμποδας, ο οποίος κάποτε έσωσε τη ζωή του, επειδή είχε γίνει απαραίτητος στους δεσμώτες του λόγω των θεραπευτικών του ικανοτήτων.
Στο Ησιόδειο έπος “Μελαμποδία” αναφέρονται στοιχεία για ένα μάντη που συνδέει την Ελληνική με την ανατολική παράδοση. Πρόκειται για το Μόψο, εγγονό του Τειρεσία. Ο Μόψος, που πιστεύεται πως είναι εκείνος που νίκησε σε μαντικό αγώνα τον Κάλχα, ταξίδεψε στη Μικρά Ασία, ίδρυσε το μαντείο της Κλάρου και έφτασε ως την Κιλικία. Θεωρείται ιδρυτής της πόλης Μοψουεστία, αναφέρεται σε Χεττιτική επιγραφή του 8ου αιώνα π.X. και σχετίζεται με την καταγωγή των βασιλέων – μάντεων της Πάφου στην Κύπρο. Μαζί με το Μόψο αναφέρονται συχνά ο Αμφίλοχος και ο Αμφιάραος, που τιμούνται ως ήρωες και συνιδρυτές του μαντείου στη Μόλλο της Κιλικίας.
Oι Έλληνες μάντεις στους ιστορικούς χρόνους θεωρούν ότι ανήκουν σε οικογένειες που έλκουν την καταγωγή τους από κάποιο μυθικό πρόσωπο. Η σημασία που απέδιδαν οι σύγχρονοί τους σε αυτήν την καταγωγή ήταν αναμφισβήτητα πολύ μεγάλη, όπως φαίνεται από την περίπτωση του Τεισαμενού, ο οποίος κατόρθωσε να αποκτήσει σημαντική επιρροή στη Σπάρτη τον 5ο αιώνα π.X., μόνο και μόνο γιατί ανήκε στην οικογένεια των Μελαμποδιδών. Άλλα σημαντικά μαντικά γένη της Πελοποννήσου ήταν οι Ιαμίδες και οι Κλυτιάδες από την Ολυμπία, ενώ στη Βοιωτία οι Βάκιδες διατήρησαν τη φήμη τους μέχρι την εποχή του Παυσανία.
Από την Αθήνα δε γνωρίζουμε αντίστοιχα γένη, αν και οι Ευμολπίδες και οι Κύρηκες -που έλεγχαν το ιερό της Ελευσίνας- πιθανώς να ασκούσαν ανάλογες λειτουργίες. Επίσης μια ύστερη αναφορά σχετίζει το Αμφιάρειο του Ωρωπού με την οικογένεια του ρήτορα Αισχύνη. Στα Δίδυμα της Ιωνίας οι Βραγχίδες συνδέθηκαν τόσο στενά με την ιστορία του μαντείου, ώστε αυτό να αναφέρεται συχνά με το όνομά τους. Τέλος στην Καρία ήταν περιώνυμη η οικογένεια των Τελμισσίων και στη Σικελία των Γαλεωτών, ειδικών στην ερμηνεία “τεράτων και ενυπνίων”. Προς τη μαγεία και το μυστηριακό κόσμο συγκλίνει και η πρώιμη Πυθαγόρεια σκέψη, η οποία εκδηλώθηκε σαφέστερα προς αυτή την κατεύθυνση με τον Εμπεδοκλή και το Νεοπυθαγορισμό.
Δ. Μέθοδοι Μαντικής
Στην Αρχαϊκή περίοδο είναι βεβαιωμένη η χρησμοδότηση στα περισσότερα Απολλώνεια μαντεία με βάση τις μαντικές ιδιότητες του νερού μίας ιερής πηγής και την εκστατική θεοληψία της ιέρειας. Ωστόσο, σε παλαιότερες εποχές εφαρμοζόταν η μέθοδος των ιερών κλήρων ή θριών. Η μέθοδος αυτή, που πιθανόν χρησιμοποιούνταν και στους Δελφούς, πριν επικρατήσει η εκστατική μαντική, συνίστατο στην ανάσυρση μιας μαντικής ψήφου από ένα δοχείο που περιείχε πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους. Ο χρησμός δινόταν με βάση τα σύμβολα που έφερε η ψήφος.
Μία ανάλογη πρακτική ήταν σε χρήση ως τα Κλασικά χρόνια στο ιερό του Ηρακλή στη Βούρα της Αχαΐας, όπου όμως οι ψήφοι εκεί είχαν αντικατασταθεί από αστραγάλους. Ο πιστός έριχνε τέσσερις αστραγάλους και στη συνέχεια λάμβανε απάντηση με τη βοήθεια πίνακα που ερμήνευε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς. Μία από τις αρχαιότερες μεθόδους μαντικής στον Ελληνικό κόσμο -και μάλιστα η σημαντικότερη επί αιώνες- ήταν η οιωνοσκοπία. Η μέθοδος αυτή είχε φτάσει στον Ελληνικό κόσμο από την Ασσυρία και τη Βαβυλωνία.
Αυτήν εφάρμοζε ο Τειρεσίας, ο φημισμένος Κάλχας που συνόδευσε τους Αχαιούς στην Τροία, και αυτή ήταν που τελούνταν στο αρχαιότερο και πλέον σεβάσμιο Ελληνικό μαντείο, στο ιερό του Δία στη Δωδώνη. Εκεί ο ιερέας παρακολουθούσε το πέταγμα και τη συμπεριφορά των πελείων (περιστεριών) που κάθονταν στις ιερές δρύες. Ο χρησμός δίνονταν με σύμβολα και όχι με λόγια, όπως άλλωστε και στο μαντείο του Άμμωνα Δία στη Λιβύη. Ο Ηρόδοτος αναφέρει κοινή προέλευση για τα δύο μαντεία. Το μαντείο στην όαση της Σίβα είχε σίγουρα Αιγυπτιακή καταγωγή, αλλά από πολύ νωρίς πέρασε στον έλεγχο των Ελλήνων της Κυρηναϊκής.
Η οιωνοσκοπία εξασκούνταν και σε άλλα ιερά. Ο προφήτης κοιτώντας προς το βορρά λάμβανε ως καλό σημάδι την εμφάνιση οιωνού (πουλιού) από την ανατολή και κακό από τη δύση. Ο χρησμός εξειδικευόταν ανάλογα με το είδος και το πέταγμα του πουλιού. Παρατηρούνταν ιδιαιτέρως ο αετός, το γεράκι, η γλαύκα και ο ερωδιός. Φαίνεται όμως πως στη Δωδώνη ήταν πιο σημαντική και μάλλον παλαιότερη, μία άλλη μέθοδος: η μαντική από τυχαίους ήχους ή από τα θροΐσματα της ιερής δρυός και τους ήχους από τους χάλκινους λέβητες που την κοσμούσαν. Οι ήχοι αυτοί, που ονομάζονταν κλήδωνες ή φήμες, ερμηνεύονταν από το ιερατείο.
Μία αντίστοιχη παράδοση είναι γνωστή και για το ιερό του Ισμήνιου Απόλλωνα στη Θήβα. Στην Αχαϊκή πόλη των Φαρών υπήρχε στην αγορά ένα άγαλμα του Ερμή. Ο ενδιαφερόμενος να συμβουλευτεί το θεό, το πλησίαζε και ψιθύριζε στο αυτί του το ερώτημα. Στη συνέχεια απομακρυνόταν κρατώντας κλειστά τα αυτιά του, τα οποία ελευθέρωνε μόνο αφότου είχε βγει από την αγορά. Η πρώτη φράση που θα άκουγε αποτελούσε και το χρησμό του θεού. Η ιεροσκοπία ή ιερομαντεία προέρχεται επίσης από την Ανατολή και είναι βεβαιωμένη η εξάσκησή της στη Βαβυλώνα. Πρόκειται συνήθως για μαντική που βασίζεται στην παρατήρηση των σπλάχνων του θυσιασμένου ζώου.
Μια ειδική κατηγορία της, η ηπατοσκοπία, έγινε πολύ δημοφιλής στους Ετρούσκους. Στον Ελληνικό κόσμο συνηθίζονταν περισσότερο άλλες εκδοχές της ιερομαντείας, όπως η μαντεία δι’ εμπύρων και η καπνομαντεία. Η πρώτη εξέταζε τη φωτιά και τα κατάλοιπα της θυσίας και η δεύτερη τον καπνό. Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρούσαν επίσης τη συμπεριφορά του ζώου που οδηγούνταν σε θυσία. Με μαντεία δι’ εμπύρων χρησμοδοτούσε το Ισμήνιο της Θήβας και το ιερό του Δία στην Ολυμπία. Μια άλλη ανατολικής προέλευσης μέθοδος μαντικής ήταν η λεκανομαντεία, η οποία αναφέρεται και από τον Αισχύλο (Αγαμέμνων).
Η χρησμοδότηση γινόταν με παρατήρηση κυματισμών ή αντανακλάσεων σε μία επιφάνεια νερού. Παρόμοια ήταν και η μαντική μέθοδος για αρρώστους που εφαρμοζόταν στο τέμενος της Δήμητρας και της Κόρης στην Πάτρα. Ο πιστός, αφού προσευχόταν και έκαιγε θυμίαμα, κοίταζε σε ένα κάτοπτρο κρεμασμένο πάνω από τα ήρεμα νερά της ιερής πηγής, όπου μπορούσε να δει τον εαυτό του ζωντανό ή νεκρό. Άλλη ειδική κατηγορία μαντείων αποτελούσαν εκείνα, στα οποία ο Θεϊκός χρησμός αποκαλυπτόταν στον πιστό μέσω ονείρων. Όλα τους σχετίζονται με την ίαση και με Θεότητες ή ήρωες θεραπευτές.
Ο πιστός έπρεπε να πέσει σε εγκοίμηση μέσα σε ιερό χώρο, περίβολο ή άβατο, και τα όνειρα τού αποκάλυπταν την έκβαση της αρρώστιας του. Με αυτόν τον τρόπο λειτουργούσε το Θηβαϊκό Αμφιάρειο και το Αμφιάρειο του Ωρωπού. Η μέθοδος αυτή συνηθιζόταν και σε πολλά Ασκληπιεία, εκ των οποίων το πιο γνωστό ήταν βέβαια της Επιδαύρου. Οι πιστοί εκεί ξάπλωναν στο εγκοιμητήριο ήάβατο περιμένοντας το θεόσταλτο όνειρο. Πολλές φορές μάλιστα η εμπειρία του ονείρου ήταν ταυτοχρόνως και θεραπεία. Αντίστοιχη λειτουργία είχαν το ονειρομαντείο στον Οίτυλο της Λακωνίας, το Χαρώνειο άντρο -αφιερωμένο στη Δήμητρα και την Κόρη στη Νύσα της Καρίας- και το μαντείο στο άντρο του Τροφωνίου στη Λειβαδιά.
Στο τελευταίο ο πιστός υποβαλλόταν σε μια σειρά από τελετουργίες με αποκορύφωση τη νυκτερινή εισέρπυση στους δαιδαλώδεις και στενούς διαδρόμους του σπηλαίου. Κατά την έξοδό του ο πιστός διηγούνταν στους ιερείς ό,τι είχε δει και ακούσει. Αυτοί έδιναν ερμηνεία, αλλά στην πραγματικότητα εκείνο που επιδρούσε καθοριστικά στον πιστό ήταν ο ψυχικός κλονισμός του από τη δοκιμασία. Στην ίδια αρχή στηριζόταν επίσης η λειτουργία των νεκυομαντείων ή ψυχοπομπείων.Οι πιστοί σε αυτά, ύστερα από θυσία στους χθόνιους θεούς, επικαλούνταν τις ψυχές νεκρών, από τις οποίες λάμβαναν χρησμό. Το πιο φημισμένο νεκυομαντείο ήταν στην Εφύρα της Θεσπρωτίας, κοντά στις εκβολές του Αχέροντα.
Ε. Μαντική και Ιατρική
Μάντεις και γιατροί αναφέρονται από τον Όμηρο ως οι πρώτοι περιοδεύοντες επαγγελματίες. Για να δηλωθεί η κινητικότητα και των δύο χρησιμοποιείται ο όρος “επιδημία”. Η διάκριση μεταξύ τους δεν είναι σαφής και οι περισσότεροι από τους μυθολογικούς μάντεις, αλλά και εκείνους που φέρονται να έδρασαν κατά τους ιστορικούς χρόνους, θεωρούνται προικισμένοι με ασυνήθιστες μαγικές και θεραπευτικές ικανότητες. Πολλοί θρύλοι συνδέονται με τη ζωή και τη δράση τους, όπως οι πολυετείς εγκοιμήσεις του Μελάμποδα και του Επιμενίδη. Η ζωή τους και οι περιοδείες τους ενέχουν μία ιδιαίτερη υπαρξιακή διάσταση.
Συχνά έχουν διαπράξει μιαν υπέρβαση, έχουν τιμωρηθεί υπερβολικά αυστηρά για αυτήν και έχουν αποζημιωθεί από τους θεούς με το χάρισμα της μαντικής. Τέτοιες ήταν οι περιπτώσεις του Τειρεσία, που τυφλώθηκε από την Ήρα, και της Κασσάνδρας, που αρνήθηκε τον Απόλλωνα (Αισχύλος, Αγαμέμνων). Ο Κάλχας και ο Έλενος είχαν αρνηθεί την πατρίδα τους και είχαν προσφέρει υπηρεσίες στους εχθρούς της. Η ιδέα του μιάσματος, μάλλον Μεθομηρική, είναι ήδη ευρέως αποδεκτή κατά τον 7ο αιώνα π.X. Αναπτύχθηκε βαθμιαία και εκ παραλλήλου με τη λατρεία των ψυχών των νεκρών και των χθόνιων θεοτήτων.
Σύμφωνα με αυτή κάθε δράστης ανθρωποκτονίας είναι ακάθαρτος και το στίγμα του επισύρει την οργή των Θεών σε ολόκληρη την κοινότητα που ανήκει. Για να ικανοποιηθούν οι Ερινύες, ο δράστης οφείλει να υποβληθεί σε εξαγνισμό. Το μίασμα απομακρύνεται με καθαρμό, του οποίου το τελετουργικό μπορεί κατά περίπτωση να διαφέρει, έχει πάντως ως στόχο να εξευμενίσει τους Θεούς. Η Κρήτη, είτε γιατί συνδεόταν στενότερα με την Ανατολή, είτε γιατί εκεί επιβίωναν παλαιότερες παραδόσεις, ήταν ονομαστή για τους ειδικούς σε καθαρμούς μάγους και μάντεις της. Ο ίδιος ο Απόλλωνας, μετά το φόνο του Πύθωνα καθάρθηκε από τον Κρητικό Καρμάνορα.
Αργότερα μάλιστα οι καθαρμοί έγιναν υπόθεση για την οποία το μαντείο ήταν ο καλύτερος σύμβουλος. Όταν η Αθήνα χρειάστηκε να καθαρθεί από το Κυλώνειο άγος, η Πυθία συμβούλεψε να κληθεί από την Κρήτη ο μάντης και ιερέας Επιμενίδης. Σε άλλη περίπτωση οι Δελφοί έδωσαν οδηγίες στον Πυθαγόρα, τύραννο της Εφέσου, για να απαλλαγεί η πόλη του από μίασμα που προκάλεσε λοιμό. Αλλά και η Σπάρτη είχε νωρίτερα καταφύγει στη βοήθεια του Θάλητα από τη Γόρτυνα, για να απαλλαγεί από λοιμό. Ως δάσκαλο του τελευταίου, ο Αριστοτέλης αναφέρει τον Ονομάκριτο το Λοκρό.
H Διοτίμα, η μάγισσα από τη Μαντίνεια, λέγεται πως με θυσίες που είχε υποδείξει, γλίτωσε πολλούς από το μεγάλο λοιμό της AΑήνας στις αρχές του Πελοποννησιακού πολέμου. Τέλος είναι γνωστό πως οι Λακεδαιμόνιοι, μετά το θάνατο του Παυσανία, είχαν ζητήσει το καθαρμό της πόλης τους από νεκρομάντεις από τη Φιγάλεια. Η αντίληψη ότι οι μάντεις-θεραπευτές ήταν περιπλανόμενοι ανάγεται σε παλαιότερες εποχές. Οι ιδιότητες αυτές αποδίδονται σε διάφορους Θεούς και ήρωες από τη μυθολογική παράδοση που διαμορφώθηκε από το τέλος του Μυκηναϊκού κόσμου ως τα χρόνια του Ησιόδου. Στη Θεσσαλία οι παραδόσεις αυτές φαίνεται να έχουν βαθιές ρίζες που οδηγούν στον κένταυρο Χείρωνα, δάσκαλο του Αχιλλέα στη θεραπευτική.
Η Τρίκκη (Τρίκαλα) θεωρείται ο αρχαιότερος τόπος λατρείας του Ασκληπιού. Οι μέχρι σήμερα αρχαιολογικές έρευνες, αν και έχουν εντοπίσει το ιερό, δεν έχουν εντούτοις πιστοποιήσει την παλαιότητά του. Οι γιοι του Ασκληπιού, Μαχάων και Ποδαλείριος, ήταν οι γιατροί των Ελλήνων στην Τροία. Φαίνεται μάλιστα πως μία υποτυπώδης εξειδίκευση ήταν ήδη εφικτή, καθώς ο Ποδαλείριος ειδικεύεται στην παθολογία και ο Μαχάων στη χειρουργική. Ο τελευταίος είχε τέσσερις γιους, όλοι τους γιατροί, μεταξύ των οποίων και ο Αλεξάνωρ, ιδρυτής του δεύτερου σε αρχαιότητα Ασκληπιείου (και πρώτου στη νότια Ελλάδα) στην Τιτάνη της Σικυωνίας. Στην Επίδαυρο η λατρεία του Ασκληπιού έφτασε σχετικά αργά.
Ωστόσο, προϋπήρχε και λατρευόταν ήδη εκεί μία άλλη τοπική μυθική μορφή θεραπευτή, ο Μαλεάτας. Οι απόγονοι του Ποδαλείριου εγκαταστάθηκαν στην Κω και άσκησαν την ιατρική, μεταδίδοντας πάντα τις γνώσεις τους από γενιά σε γενιά. Το ενδοξότερο μέλος αυτής της οικογένειας, που ονομάζονταν Ασκληπιάδες, ήταν ο Ιπποκράτης. Τα ιατρικά γένη συνεχίζουν και εξειδικεύουν την παράδοση τωνμαντικών γενών με αυστηρή ενδοοικογενειακή μεταβίβαση της γνώσης. Η τήρηση αυτού του κανόνα διασφαλίζεται μάλιστα με όρκο στους Ιπποκρατίδες, ακριβώς όπως συνηθιζόταν στους Βαβυλώνιους μάγους και τους Χαλδαίους αστρονόμους.
Οι ιατρικές γνώσεις είχαν αρχίσει να συστηματοποιούνται ήδη πριν από τον Ιπποκράτη. Ένας από τους σπουδαιότερους γιατρούς στο τέλος της Αρχαϊκής περιόδου ήταν ο Δημοκίδης από τον Κρότωνα. Όταν αιχμαλωτίστηκε από το Δαρείο ως μέλος της αυλής του Πολυκράτη της Σάμου, κατόρθωσε να οριστεί προσωπικός γιατρός της βασίλισσας Άτοσσας. Αφού κέρδισε την εμπιστοσύνη της με θεαματικές θεραπείες, ελευθερώθηκε με τη βοήθειά της. Την ίδια εποχή έδρασε και ο θεραπευτής Αλκμαίων, ο οποίος επίσης καταγόταν από τον Κρότωνα.
Άτομο
Από τον 8ο ως τον 6ο αιώνα π.X. οι κοινωνικές μεταβολές οδηγούν σε μία σταδιακή αποδυνάμωση του οίκου και της φρατρίας προς όφελος της πόλης. Παράλληλα, ο πολίτης αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως άτομο με προσωπικές ευθύνες και δικαιώματα παρά ως μέλος μίας ευρύτερης ομάδας. Η προσωπικότητα ξεχωρίζει και οι ικανότητες μπορούν να εκτιμηθούν περισσότερο από άλλους παράγοντες, όπως η καταγωγή και η περιουσία (αν και αυτό παραμένει η εξαίρεση και όχι ο κανόνας). Οι προϋποθέσεις αυτές επιτρέπουν την αφύπνιση της ατομικής συνείδησης.
Μεγαλύτερα και σπουδαιότερα βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση έγιναν κατά την Κλασική περίοδο, τις ρίζες τους ωστόσο τις ανακαλύπτουμε ξεκάθαρα ήδη από την Αρχαϊκή. Πρόκειται για τον πρσδιορισμό της θέσης του ατόμου μέσα στην πόλη. Η παρουσία και επιβολή ξεχωριστών “τύπων” ανθρώπων που παρεκλίνουν από τον κανόνα επιτρέπει την απόδοση μίας ιερότητας στη μοναδικότητα του ατόμου. Η συσχέτιση του ατόμου με ομάδες της επιλογής του ενδυναμώνουν το αίσθημα ελευθερίας και ευθύνης. Στο πεδίο μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου βίου βρήκαν έδαφος να αναπτυχθούν μία σειρά από πρακτικές που σχετίζονται με την εκπαίδευση, τον έρωτα, τις κοινωνικές συναναστροφές και τα ταφικά έθιμα.
Οι πρακτικές αυτές εκφράζουν την επιθυμία του ατόμου να σημαδέψει το χρόνο διαμέσου της εξουσίας που η προσωπικότητα αποκτά στη συλλογική μνήμη. Στην περίοδο αυτή η προσωπικότητα απεγκλωβίζεται από τις συμβάσεις του μύθου και για πρώτη φορά εμφανίζεται επώνυμη, ως παράγοντας διαμόρφωσης του ιστορικού γίγνεσθαι. Η ταχεία εξάπλωση της χρήσης της γραφής επέτρεψε να φτάσουν ως εμάς δείγματα μίας τάσης εξατομίκευσης της δημιουργίας, που οπωσδήποτε δεν ήταν τα μοναδικά. Στο χώρο των τεχνών οι επώνυμοι καλλιτέχνες διατρανώνουν την πίστη τους στην ατομικότητα υπογράφοντας τα έργα τους.
Στη λογοτεχνία της εποχής, οι προσωπικότητες των ποιητών “ενδύονται το πρώτο πρόσωπο” και δε διστάζουν να προβάλλουν το “εγώ”, καινοτομώντας σε σχέση με την Ομηρική παράδοση. Το άτομο αντιμέτωπο με τον κόσμο επιχειρεί καταρχάς να τον αντιληφθεί και να τον προσδιορίσει, πολύ πριν οδηγηθεί να μελετήσει τον εαυτό του. Η φιλοσοφία στην Ιωνία ανοίγει τη σχέση του “εγώ προς αυτό” και αναμφισβήτητα συμβάλλει στη διαμόρφωση της ιδέας του άλλου. Δε γνωρίζει όμως -ούτε άλλωστε και η φιλοσοφία των Κλασικών χρόνων- τη μορφή αυτοσυνείδησης του εσωτερικού κόσμου με καρτεσιανούς όρους, έτσι δηλαδή όπως αντιλαμβάνεται την ατομική προσωπικότητα ο σύγχρονος δυτικός κόσμος.
Α. Διαφορετικότητα
Η ατομικότητα του σύγχρονου ανθρώπου ανάγει την καταγωγή της στις πρώιμες μορφές ατομικότητας που στην Ελλάδα αναπτύχθηκαν από τα “ηρωικά” ως τα Αρχαϊκά χρόνια. Στο πλαίσιο της παραδοσιακής κοινωνίας οι πρώτες εκδηλώσεις ατομικότητας εκφράζονταν ως αντιπαραθέσεις προς αυτήν. Το “διαφορετικό” αυτό άτομο, αντιβαίνοντας τα ειωθότα της εποχής και της ομάδας, οδηγούνταν σε μια μορφή απομόνωσης, αλλά ταυτόχρονα περιβαλλόταν από το σεβασμό και το δέος που ενέπνεαν η διαφορετικότητα, η ισχύς ή η γνώση του. Στην αρχαϊκή Ελλάδα συναντιούνται δύο κυρίως τύποι εξωκόσμιου ατόμου: ο ήρωας πολεμιστής και ο εμπνευσμένος μάντης ή μάγος.
Το πρότυπο του πρώτου αποτέλεσε η μορφή του Αχιλλέα. Η υπερφυσική δύναμη, η αποφασιστικότητα και καμιά φορά το αλόγιστο θάρρος χρησιμεύουν στην κοινότητα, έστω κι αν εμφανίζονται χωρίς πρόθεση να την υπηρετήσουν. Στην Αθήνα το μοντέλο αυτό ενσαρκωνόταν, περισσότερο και από το Θησέα, στο πρόσωπο του βασιλιά Κόδρου. Τέτοια πρότυπα ήταν σε ισχύ και στους Ιστορικούς χρόνους, όπως αποδεικνύει η περίπτωση του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, του Κυνεγείρου στο Μαραθώνα και των Ιερολοχιτών της Θήβας. Oι σύγχρονοί τους δε δίστασαν να τους συγκρίνουν με τον ομηρικό ήρωα, γιατί όπως κι εκείνος οδήγησαν το ιδεώδες του μαχητή πέρα από τα όριά του.
Με το θάνατό τους μετουσίωσαν σε εξοχότητα την τόλμη και τη διαφορετικότητα και επέτρεψαν στην πόλη να ιδιοποιηθεί το παράδειγμά τους, προβάλλοντάς το και τιμώντας το μέσα από τους θεσμούς. Το άλλο πρότυπο υπήρξε ο απόκοσμος σοφός, ο οραματιστής και γνώστης των παρελθόντων και μελλούμενων, ο άνθρωπος που συνομιλεί με τη φύση και τους θεούς. Ο Τειρεσίας υπήρξε αναμφισβήτητα το ενδοξότερο παράδειγμα. Ο ασυνήθιστος τρόπος ζωής, η συνεχής άσκηση και η υπέρβαση της θνησιμότητας κάνουν αυτά τα άτομα ιερά. Από την άλλη όμως η ιδιαιτερότητά τους και η απόστασή τους από την ομάδα τούς επιτρέπουν να παίξουν ρυθμιστικό ρόλο σε περιπτώσεις κρίσης.
Μορφές όπως του Επιμενίδη, του Ερμότιμου και του Θάλητα προετοιμάζουν το έδαφος για την εμφάνιση του Σόλωνα, του Πιττακού ή του Εμπεδοκλή. Όταν η κοινωνία βρίσκεται σε αδιέξοδο πάντα αναζητά τα “διαφορετικά” και “ξεχωριστά” άτομα για να διευθετήσουν τις κρίσεις, να μεταβάλλουν τους θεσμούς, να κατευνάσουν τις ταραχές και να εξαγνίσουν την κοινότητα. Ο τύπος αυτός του “ιερού σοφού” θα αντικατασταθεί στην Κλασική περίοδο από τον “εγκόσμιο σοφό”, του οποίου χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί ο Σωκράτης.
Β. Εκφράσεις Ατομικότητας
Η δομή της Αρχαϊκής κοινωνίας στην Ελλάδα είναι η προϋπόθεση αλλά και το όριο ανάπτυξης της ατομικής συνείδησης. Η γενική αρχή της ισότητας των μελών της γίνεται εμφανής με την απουσία μίας ιερατικής κάστας (σε αντίθεση με κοινωνίες όπως της Ινδίας ή της Ρώμης) και συνεπώς με τη θεωρητικά ανοιχτή πρόσβαση στα ιερατικά αξιώματα. Ένας άλλος τομέας που αλληλεπιδρά με την αρχή της ισότητας είναι η συμμετοχή στον πόλεμο και ειδικά στη φάλαγγα των οπλιτών. Όσοι λάμβαναν μέρος στην άμυνα της πόλης, μπορούσαν να συμμετάσχουν και στη διαχείριση της εξουσίας. Και στις δύο περιπτώσεις, βέβαια, το φαινόμενο δεν απέκτησε ούτε καθολικότητα ούτε ομοιογένεια.
Αποτέλεσε, ωστόσο, τη γένεση μιας ατομικότητας που δεν ήταν πια βασισμένη στο μοτίβο του ήρωα ή του “ιερού άντρα”. Το άτομο αρχίζει να διακρίνεται ταυτόχρονα από διαφορετικές οπτικές γωνίες: ως εκφραστής πολιτικής βούλησης, ως υποκείμενο δικαίου και ως ιδιωτεύον πρόσωπο. Η αγωγή έπαιξε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της ατομικότητας και δεν ήταν η ίδια σε κάθε πόλη. Στη Σπάρτη των κοινών συσσιτίων και της αυστηρής στρατιωτικής πειθαρχίας υπήρχαν λιγότερα περιθώρια. Στην Αθήνα, αντίθετα, η φροντίδα του σώματος συνδεόταν άμεσα με την καλλιέργεια του πνεύματος και η άμιλλα είχε ως αποκορύφωση τη βράβευση του ατόμου και όχι της ομάδας στην οποία ανήκε.
Οι Πανελλήνιοι αγώνες στην Ολυμπία, τους Δελφούς, τη Νεμέα και τον Ισθμό έδιναν τη δυνατότητα για διακρίσεις καθαρά ατομικές. Οι κατάλογοι των Ολυμπιονικών, αλλά και οι τιμές που γνωρίζουμε ότι τους επιφύλασσαν οι πόλεις, φανερώνουν θαυμασμό για το άτομο που διακρίνεται και αποδεσμεύεται έτσι από την ομοιομορφία της κοινότητας. Στην ιδιωτική ζωή, το συμπόσιο ήταν ο χώρος όπου το άτομο οδηγείται προς τη διαπλοκή της γνώσης με την ευχαρίστηση και την επιθυμία. Με συνδαιτημόνες της επιλογής του προέβαινε στη διαμόρφωση θέσεων και σχέσεων που θα επηρέαζαν το δημόσιο βίο.
Οι ιδιωτικές συγκινήσεις, όπως ο έρωτας, το πάθος και ο θαυμασμός της ομορφιάς, αποκτούσαν συχνά ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και ένα όνομα γραμμένο μάλιστα στα συμποτικά αγγεία. Οι επιγραφές των καλών (επιγραφές που εκθειάζουν την ομορφιά κάποιων αγοριών) από τη μία θυμίζουν ότι το άτομο δεν είναι απλά ένα ιδεολόγημα και από την άλλη εκθέτουν δημοσίως ένα προσωπικό συναίσθημα. Οι ταφικές πρακτικές φανερώνουν πως ο ενταφιασμός παρέμενε μία τελετή με καθαρά ιδιωτικό χαρακτήρα. Μέχρι το τέλος του 6ου αιώνα π.Χ. έχουμε μνημειώδεις ατομικούς τάφους, στολισμένους με κούρους και κόρες που εξυμνούν το ιδανικό της νεότητας.
Το όνομα του νεκρού χαράσσεται στο μνημείο και μία επικοινωνία εγκαθίσταται μεταξύ των δύο κόσμων, καθώς πολλά επιγράμματα απευθύνονται στον περαστικό. Μέσα από τη γραφή και την τέχνη, το άτομο αποκτάει μία νέα πρόσβαση στη συλλογική μνήμη. Αλλά και στο δημόσιο βίο η ατομικότητα αποκτάει όλο και πιο βαρύνουσα σημασία. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η εξέλιξη του δικαίου. Ο εγκληματίας αντιμετωπίζει προσωπικά τις ποινές και παύει η αντεκδίκηση προς ολόκληρη την οικογένειά του (με εξαίρεση την ατιμία). Ακόμη, το άτομο συνδέεται με μία συγκεκριμένη περιουσία και η εμφάνιση της διαθήκης (έστω και υπό περιορισμούς) προδιαθέτει για μία ακόμη μεγαλύτερη αποδέσμευση του ατόμου από την πόλη και τον οίκο.
Γ. Άτομο και Τέχνες
Μία χαρακτηριστική εκδήλωση του ατομικισμού, που εμφανίζεται κατά την Αρχαϊκή περίοδο, είναι η δήλωση της ταυτότητας του καλλιτέχνη στο έργο του. Οι υπογραφές αυτές, ιδιαίτερα γνωστές από τα κεραμικά αγγεία της εποχής και δυνατές χάρη στην επανανακάλυψη της γραφής, παίρνουν τις δύο μορφές έγραφσεν και εποίησεν· ενώ όταν το αγγείο μιλάει προσωποποιημένο: μ’ έγραφσεν και μ’ εποίησεν. Η πρώτη δηλώνει το ζωγράφο που ζωγράφισε το αγγείο και η δεύτερη τον κεραμέα που το κατασκεύασε.
Χάρη στην αναπτυγμένη αυτοεκτίμηση και την υπερηφάνεια κάποιων τεχνιτών, βγαίνουν από την ανωνυμία μερικά εξαίρετα έργα της αττικής αγγειοπλαστικής, ενώ παράλληλα μας δίνεται η δυνατότητα να αντλήσουμε πληροφορίες για την οργάνωση και τη λειτουργία των εργαστηρίων της Αρχαϊκής Αθήνας. Έτσι διασώθηκαν ονόματα όπως του Σοφίλου, του Κλειτία, του Εργότιμου, του Λυδού, του Άμαση, του Εξηκία, του Νικοσθένη και του Ευφρόνιου. Εκτός από τους κεραμείς, τα έργα τους υπογράφουν επίσης οι γλύπτες και οι χαλκουργοί. Στους τελευταίους για παράδειγμα ανήκουν ο Χαλκοδάμας, ο Κοίος και ο Αριστόδικος.
Ήδη από τον 7ο αιώνα π.X. σώζονται οι υπογραφές γλυπτών όπως του Ευθυκρατίδη από τη Νάξο, ο οποίος αφιέρωσε το έργο του στο Δήλιο Απόλλωνα. Γύρω στα 600 π.Χ., ο γλύπτης των αγαλμάτων του Κλέοβη και του Βίτωνα στους Δελφούς αισθανόταν αρκετά υπερήφανος για να δηλώσει το όνομά του (δυστυχώς όμως σώζεται τμηματικά). Η υπογραφή ενός έργου συνδέεται περισσότερο με την πρόθεση του καλλιτέχνη να τονίσει το ιδιαίτερο ατομικό του επίτευγμα, παρά με την ποιότητα και τη μοναδικότητα αυτού του επιτεύγματος. Γι’ αυτό άλλωστε και φέρουν υπογραφές έργα μικρότερης σημασίας, ενώ δεν υπογράφονται πραγματικά εξαιρετικά έργα.
Αλλά και οι ιδιώτες δεν έχαναν την ευκαιρία να δηλώσουν το όνομά τους, μέσω μίας άλλης συνήθειας που συνδέεται με την ανάθεση σε ιερά. Τα έργα γλυπτικής, χαλκοπλαστικής και κεραμικής, που αφιερώνονται τόσο στα μεγάλα Πανελλήνια ιερά όσο και στα μικρά τοπικά αναφέρουν συχνά το όνομα του δωρητή, συνοδευόμενο κάποτε και από αίτημα προς το Θεό. Οι τυπικές επιγραφές αφιέρωσης περιλαμβάνουν συνήθως τη φράση: ανέθηκε ή μ’ ανέθηκε. Στη λογοτεχνία της εποχής, ο δημιουργός ως άτομο ξεπερνά την παράδοση της απλής επίκλησης στις Μούσες και δε διστάζει να αναφερθεί εκτενέστερα σε αυτοβιογραφικά στοιχεία, υποκειμενικές κρίσεις και προσωπικά συναισθήματα.
Ο Ησίοδος παραπονιέται για την έλλειψη ελέγχου της εξουσίας (Έργα και Ημέραι), ο Σόλων με αληθινή περηφάνεια αναφέρεται σε όσα έκανε για να ανακουφίσει τους φτωχούς και αδύναμους (Ελεγειών, Ιάμβων), η Σαπφώ υμνεί τους έρωτές της (Diehl) και ο Αρχίλοχος οικτίρει την τύχη που τον έφερε αποικιστή στη Θάσο (frag.). Μέσω της λυρικής ποίησης, η χρήση του πρώτου προσώπου προσδίδει στο “εγώ” την εμπιστοσύνη που αρμόζει σε μοντέλο καθολικής εμβέλειας, ικανό να ανάγει το μερικό και υποκειμενικό σε ισάξιο και αντίπαλο του γενικού και κοινωνικά καθιερωμένου.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Οι οικονομικές δομές του Ελληνικού κόσμου υπέστησαν μεγάλες αλλαγές, στους τρεις αιώνες της Αρχαϊκής περιόδου (800 – περίπου 480 π.Χ.). Το τέλος της βρίσκει τα Ελληνικά φύλα να κατοικούν σε μία έκταση από την αναπτυγμένη Εγγύς Ανατολή μέχρι και τις πιο απόμακρες ακτές της Μεσογείου και να εκμεταλλεύονται τις φυσικές πηγές χρησιμοποιώντας όλο και περισσότερο εξειδικευμένες μεθόδους. Με αυτόν τον τρόπο ήταν σε θέση πλέον να καλύπτουν τις ανάγκες τους, να αυξάνουν τον αριθμό τους σταδιακά και να παράγουν ένα σεβαστό πλεόνασμα αγαθών.
Ενώ όμως είναι δυνατό να καθοριστεί ο γενικός χαρακτήρας και ο ρυθμός αυτής της εξέλιξης, τα αίτια που οδήγησαν σε αυτήν παρουσιάζουν δυσκολίες αναφορικά με τον ακριβή εντοπισμό τους. Ένας σημαντικός λόγος για την κατάσταση αυτή είναι η ανεπάρκεια γραπτών πηγών, σύγχρονων με τα γεγονότα. Το έργο του Ησιόδου “Έργα και Ημέραι”, όσα από τα συγγραφικά έργα του Θέογνη έχουν διασωθεί, καθώς και αυτά του Ηροδότου -που αναφέρονται στο τέλος της Αρχαϊκής περιόδου- είναι οι μόνες πηγές αυτής της εποχής που μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
Τόσο ο Όμηρος, ο οποίος περιγράφει προγενέστερες περιόδους από την Αρχαϊκή, όσο και οι μεταγενέστεροι συγγραφείς Αριστοτέλης, Θουκυδίδης και όσοι ακόμη περιλαμβάνουν στα έργα τους πληροφορίες σχετικές με οικονομικής φύσης θέματα, πρέπει να μελετούνται με μεγάλη προσοχή. Ωστόσο, μπορεί κανείς να απομονώσει και να μελετήσει ορισμένα στοιχεία που καθορίζουν τον οικονομικό χαρακτήρα των αρχαϊκών Ελληνικών κοινοτήτων. Βασικά είναι η ιδιοκτησία και η καλλιέργεια της γης που αποτελούν κύριες προϋποθέσεις για την απόκτηση εξουσίας. Η περιουσία που βασιζόταν στη γεωργία ήταν πρωταρχικής σημασίας τόσο για την πολιτική όσο και για την κοινωνική θέση ενός Έλληνα πολίτη.
H σχέση της γαιοκτησίας με την πολιτικοοικονομική ανεξαρτησία ενός οίκου ή μιας οικογένειας υπήρξε πάντα αλληλένδετη στη ζωή των Ελλήνων και δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Αρχαϊκή περίοδο (Αριστοτέλης, Πολιτικά). Προκειμένου δε να εξηγηθεί η οικονομική επέκταση εκτός του Ελλαδικού χώρου την εποχή αυτή, έχει συνδεθεί με την εμφάνιση αστικών κέντρων και την εξέλιξη των πόλεων, καθώς και με τη συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας στα χέρια των τυράννων από τον 6ο αιώνα π.Χ. και ύστερα. Με τις διαδικασίες οικονομικής ανάπτυξης των Ελληνικών κοινωνιών έχουν επίσης συσχετιστεί, το αποικιακό ρεύμα, η ανάπτυξη του εμπορίου και προς το τέλος των Αρχαϊκών χρόνων η εμφάνιση του νομίσματος.
ΓΕΩΡΓΙΑ
Η κύρια πηγή εισοδημάτων, είτε αυτά προορίζονταν για εγχώρια κατανάλωση, είτε για ανταλλαγή μέσω του εμπορίου, ήταν η γη. Η κτηνοτροφία περιοριζόταν σε συγκεκριμένες ορεινές περιοχές, λόγω ακριβώς της γεωγραφικής τους θέσης. Οι μελετητές της Αρχαϊκής περιόδου υποστηρίζουν ότι οι οικονομικοί λόγοι των κρίσεων του Αρχαϊκού κόσμου -όπου και όποτε οι κρίσεις αυτές μπορούσαν να εντοπιστούν και ανεξάρτητα απ’ το αν ήταν αποτέλεσμα κοινωνικής δυσαρέσκειας ή πολεμικών επιχειρήσεων- συνδέονταν άμεσα ή έμμεσα με τη γη. Επιπλέον, όσες οικονομικές διεκδικήσεις έγιναν, για τις οποίες πληροφορούμαστε μέσα από τις πηγές, επικεντρώνονταν γύρω από το θέμα της γης.
Ο Ησίοδος με το έργο του Έργα και Ημέραι και ο Σόλων με όσα από τα ποιήματά του σώζονται είναι οι μόνες σύγχρονες με την εποχή πηγές που έχουμε, οι οποίες αναφέρονται στην ένταση που υπήρχε μεταξύ των φτωχών χωρικών και των μεγάλων γαιοκτημόνων – αριστοκρατών. Πρέπει να τονιστεί βέβαια ότι τόσο ο Σόλων όσο και ο Ησίοδος αναφέρονται σε διαφορετικές περιοχές και ανήκουν σε διαφορετικές εποχές, καθώς τους χωρίζει περίπου ένας αιώνας. Ο Ησίοδος μας δίνει πληροφορίες για τις συνθήκες γεωργίας σε μία μικρή αγροτική περιοχή της Βοιωτίας, την Άσκρα (πιθανότατα πρόκειται για το δικό του χωριό), στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι).
Οι απόψεις του Σόλωνα, όπως αυτές σώζονται στο έργο του Αριστοτέλη και του Πλούταρχου, αποτελούν μία άμεση πηγή για την Αθήνα των αρχών του 6ου αιώνα π.Χ., πριν από την επικράτηση της τυραννίας του Πεισίστρατου (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, Πλούταρχος, Βίος Σόλωνα). Τα προβλήματα ανάμεσα στους χωρικούς και στους γαιοκτήμονες, ήταν αποτέλεσμα της απληστίας των πλουσίων, οι οποίοι είχαν παντού την εξουσία και επιδίωκαν να αυξήσουν την περιουσία τους και να μεγαλώσουν τον αριθμό του εργατικού δυναμικού που εξαρτιόταν από αυτούς.
H κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε με την ύπαρξη ανεκμετάλλευτων εκτάσεων, την άνιση διανομή της γης και τη μέθοδο του διαμοιρασμού της περιουσίας στους κληρονόμους.
Πόλεμος
Στην Αρχαϊκή περίοδο πολεμικές συρράξεις συνέβαιναν κυρίως μεταξύ των γειτονικών πόλεων για τον έλεγχο των συνόρων. Το μεγαλύτερο όμως ποσοστό αυτών των συρράξεων είχαν τη μορφή επιδρομών.
Μάλιστα ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι επιδρομές ήταν χαρακτηριστικό στοιχείο του Ελληνικού κόσμου από την αρχή της ιστορίας του. Δεν είναι εξακριβωμένο απόλυτα -αν και είναι πολύ πιθανόν να ίσχυε- εάν οι πολεμικές συμπλοκές για πολιτικούς λόγους είχαν και αυτές τη μορφή ληστρικών επιδρομών (Θουκυδίδης, Iστοριών). Μέσω του πολέμου, η Ελληνική πόλη είχε την ευκαιρία να αυξήσει τη δύναμή της αποκτώντας περισσότερες γεωργικές εκτάσεις, ενώ την ίδια στιγμή έθετε σε κίνδυνο την επιβίωση των γειτόνων της με την καταστροφή ή την ιδιοποίηση της καλλιεργήσιμης γης τους.
Επιπλέον, τα λάφυρα οποιασδήποτε μορφής αποτελούσαν σημαντική πηγή πλούτου για τους στρατούς των πόλεων. Οι τακτικές πολεμικές εκστρατείες ήταν άλλος ένας τρόπος, για να συμπληρωθούν οι υπάρχουσες προμήθειες τροφίμων με την αρπαγή των ξένων, αλλά και για να προστατευθεί η δική τους παραγωγή από οποιαδήποτε ξένη επιβουλή. Για το χρονικό διάστημα που διαρκούσαν αυτές, οι αγρότες ήταν παράλληλα και στρατιώτες. Στην αρχαϊκή Ελλάδα, ειδικά μετά την επικράτηση της νέας πολεμικής μεθόδου, της οπλιτικής φάλαγγας, οι ρόλοι του αγρότη και του οπλίτη ήταν άμεσα συνδεδεμένοι μεταξύ τους.
Στις περισσότερες Ελληνικές πόλεις, οι ίδιοι οι πολίτες έπρεπε να προμηθεύονται τον οπλιτικό εξοπλισμό τους, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν σε στρατιωτικές εκστρατείες. Η Σπάρτη αποτελούσε εξαίρεση σε αυτό μια και η ίδια η πόλη πρόσφερε τα όπλα στους στρατιώτες της. Αναπόφευκτα, μόνον όσοι ανήκαν στα ισχυρά οικονομικά στρώματα αποτελούσαν τα μέλη των στρατευμάτων. Αρχικά, οι αριστοκράτες συγκροτούσαν κυρίως το ιππικό. Με τη σταδιακή όμως επικράτηση της οπλιτικής φάλαγγας και με τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα στην Αθήνα, η τάξη των ζευγιτών ή διακοσιομέδιμνων αποτέλεσε πλέον τη βάση του στρατού.
Οι δύο πρώτες οικονομικές τάξεις, οι πεντακοσιομέδιμνοι και οι ιππείς (τριακοσιομέδιμνοι), συνέχισαν να επανδρώνουν το ιππικό. Με τον καιρό, όμως, το σώμα των ιππέων άρχισε να χάνει την κυρίαρχη θέση που είχε στο στράτευμα και τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιζε μέχρι τότε στις πολεμικές συγκρούσεις. Πιθανότατα, λοιπόν, ορισμένοι από τους πεντακοσιομέδιμνους και τους ιππείς να επέλεγαν ή και να αναγκάζονταν να υπηρετούν πλέον στο σώμα των οπλιτών. Από την άλλη πλευρά, οι ασθενέστερες οικονομικά τάξεις μετείχαν ως ακροβολιστές ή ως απλοί κωπηλάτες.
Α. Οπλίτες
Το πνεύμα που χαρακτηρίζει τη νέα πραγματικότητα της Αρχαϊκής περιόδου -όπως αυτή εκφράζεται μέσα από το θεσμό της πόλης- απαιτεί από το άτομο, για να μπορέσει να αποκτήσει μία θέση στον πολιτικό της κόσμο, να λειτουργεί ως αναπόσπαστο τμήμα της, να συνεργάζεται δηλαδή και να συμπάσχει με το υπόλοιπο τμήμα των πολιτών. Αυτό το πνεύμα φαίνεται και μέσα από τη νέα τακτική πολέμου, που εισάγεται τον 7ο αιώνα π.Χ., την οπλιτική φάλαγγα. Παλαιότερα οι μάχες είχαν τη μορφή συμπλοκών μεταξύ των ευγενών από τις αντίπαλες παρατάξεις. Τώρα απαιτούνται οι μαχητικές ικανότητες του συνόλου των πολεμιστών για τη διατήρηση της αδιάσπαστης πολεμικής παράταξης.
Από τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ., ο στρατός των περισσότερων πόλεων, όπως για παράδειγμα της Αθήνας, αποτελούνταν από οπλίτες που προμηθεύονταν οι ίδιοι τα όπλα και το φαγητό τους, εκτός από την περίπτωση της Σπάρτης, όπου τον εξοπλισμό τον διέθετε το ίδιο το κράτος. Τη στρατιωτική εικόνα της αρχαϊκής πόλης συγκροτούσε ο πολίτης-στρατιώτης που μαχόταν ως μέλος μιας ομάδας. Ο οπλίτης ήταν ο καθιερωμένος πεζικάριος των Ελληνικών πόλεων, όπως καθιερώθηκε από τον 7ο αιώνα μέχρι και τον 4ο αιώνα π.Χ. Πήρε το όνομά του από το πλέον εμφανές κομμάτι του αμυντικού εξοπλισμού του, την κοίλη -συνήθως κυκλική ασπίδα- που λεγόταν όπλον.
Είχε διάμετρο περίπου 1 μέτρο και ήταν κατασκευασμένη από χαλκό, ξύλο και δέρμα. Τα υπόλοιπα μέρη του εξοπλισμού του αποτελούσαν ο θώρακας, οι περικνημίδες και το κράνος, όλα κατασκευασμένα από χαλκό. Για την επίθεση ήταν εξοπλισμένος με δύο δόρατα, ενώ το σπαθί δεν ήταν βασικό εξάρτημα της οπλιτικής πανοπλίας· χρησιμοποιούνταν μόνο σε περίπτωση ανάγκης και ήταν σαφώς μικρότερο και λιγότερο σημαντικό απ’ ότι στη Γεωμετρική εποχή (Αλκαίος, στο Loeb I, Greek Lyric). Ο ποιητής Τυρταίος αναφέρει ότι η συμμετοχή των γυμνητών -που μάχονταν με τόξα, βέλη και σφενδόνες- ήταν περιστασιακά αποδεκτή στην οπλιτική τακτική του πολέμου κατά την Αρχαϊκή περίοδο.
Το τόξο και η σφενδόνη χρησιμοποιήθηκαν από τον 7ο αιώνα π.Χ. και δεν αποτελούσαν στοιχεία της προ-οπλιτικής περιόδου στην Ελλάδα. Το χαρακτηριστικό της οπλιτικής φάλαγγας ήταν η συνολική παράταξη των στρατιωτών για μάχη και σίγουρα χρονολογείται πριν από την εμφάνιση του οπλιτικού εξοπλισμού στις Ελληνικές κοινότητες. Τα διάφορα εξαρτήματά του εμφανίστηκαν σταδιακά, περίπου από το720 π.Χ. μέχρι το 650 π.Χ. Γενικά, δε μπορεί να γίνεται λόγος για συστηματικό και πλήρη οπλιτικό εξοπλισμό νωρίτερα από το β’ μισό του 7ου αιώνα π.Χ.
Οπλιτικό Σώμα Αθήνα
Η απόκτηση της οπλιτικής πανοπλίας ήταν πραγματικός κόπος και μεγάλο έξοδο. Απαιτούσε μεγάλες ποσότητες ακριβού μετάλλου, ένα κράμα χαλκού και κασσίτερου, που έπρεπε να εισαχθεί από τα Βαλκάνια, τη Μικρά Ασία και την Κύπρο. Γι’ αυτό το λόγο οι οπλίτες στις περισσότερες Ελληνικές πόλεις ανήκαν στις ισχυρές οικονομικά τάξεις. Στην Αθήνα την οπλιτική φάλαγγα συγκροτούσαν οι ζευγίτες, τα μέλη δηλαδή της κοινωνικής τάξης που παρήγαγαν 200 τουλάχιστον μεδίμνους σιτηρών ή κρασιού ετησίως. Υπάρχει και η άποψη -που δεν είναι αποδεκτή όμως από όλους τους ερευνητές- ότι ονομάστηκαν έτσι, γιατί μπορούσαν να διατηρούν ένα ζευγάρι βοδιών για την καλλιέργεια των χωραφιών τους.
Εξαιτίας της συμμετοχής τους ως οπλίτες, η οικονομική και πολιτική ανεξαρτησία τους ήταν αναπόφευκτα ζωτική για την πόλη – κράτος. Ένας ζευγίτης χρειαζόταν το λιγότερο δώδεκα εκτάρια γης, για να παράγει τους ζητούμενους 200 μεδίμνους σιτηρών, που θα του επέτρεπαν να προμηθευτεί την οπλιτική πανοπλία. Τέλος, μία άλλη άποψη ταυτίζει τους ζευγίτες με τους εκτήμορους της προ-Σολωνικής εποχής, τους χρεωμένους δηλαδή αγρότες που ήταν υποχρεωμένοι να παραδίδουν το 1/6 της παραγωγής τους ως μορφή ενοικίου. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη μετά τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα, αφού απελευθερώθηκαν από τα χρέη οι πρώην εκτήμοροι, συνέχισαν να καλλιεργούν μικρές εκτάσεις γης και συγκρότησαν την τάξη των ζευγιτών.
Οπλιτικό Σώμα Σπάρτη
Η πόλη της Σπάρτης υιοθέτησε την οπλιτική φάλαγγα περίπου στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. Ένας μεγάλος αριθμός από αγαλματίδια (κατασκευασμένα μαζικά από καλούπι), που παριστάνουν οπλίτες και είναι αφιερωμένα από φτωχούς Σπαρτιάτες στο διάσημο ιερό της Αρτέμιδος Ορθίας, έχουν ερμηνευτεί ως ένδειξη μιας ενωμένης οπλιτικής τάξης με κοινή συνείδηση. Σε αντίθεση με άλλες πόλεις όπως η Αθήνα, στη Σπάρτη λόγω της ύπαρξης των ειλώτων, που καλλιεργούσαν την πρώην δική τους γη για λογαριασμό των Σπαρτιατών, η τάξη των οπλιτών ήταν συνώνυμη με το σύνολο των πολιτών.
Ήταν μοναδικό φαινόμενο στον Ελλαδικό χώρο η περίπτωση των Σπαρτιατών πολιτών, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα αλλά και την υποχρέωση να μετατρέπονται σε επαγγελματικό στρατό, όποτε εμφανιζόταν ανάγκη. Στην Αθήνα, αντίθετα, οι πολίτες δούλευαν τη γη και όσοι από αυτούς είχαν αρκετή περιουσία να προμηθευτούν την οπλιτική πανοπλία υπηρετούσαν στην οπλιτική φάλαγγα. Στη Σπάρτη, η πόλη προμήθευε τα όπλα στους πολίτες, στους είλωτες και στους πρώην είλωτες, ενώ η προϋπόθεση, για να υπηρετήσουν οι πρώτοι στο οπλιτικό σώμα, ήταν η ελάχιστη συνδρομή στα συσσίτια.
Αυτό το μέτρο συστηματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά το Β’ Μεσσηνιακό πόλεμο, στα χρόνια πλέον της Κλασικής περιόδου, όταν απαιτήθηκε από το λαό και πραγματοποιήθηκε από τους βασιλείς του, ο καταμερισμός της γης. Το αποτέλεσμα ήταν όλοι οι πολίτες να μετατραπούν σε οπλίτες και να υποχρεωθούν να ακολουθήσουν κοινή “αγωγή”, δηλαδή εκπαίδευση, μέσα από την οποία αναπτύχθηκε η έννοια των ομοίων.
Β. Μισθοφόροι
Οι Έλληνες και οι Κάρες ήταν οι δύο μεγαλύτερες ομάδες μισθοφόρων στην Αρχαϊκή περίοδο. Πληροφορίες για τους δεύτερους έχουμε από το λυρικό ποιητή Αρχίλοχο, που υπήρξε ο ίδιος για κάποιο χρονικό διάστημα μισθοφόρος στην περιοχή του βόρειου Αιγαίου και μας αναφέρει ότι οι Κάρες ήταν οι πιο διάσημοι μισθοφόροι του 7ου αιώνα π.Χ. (Αρχίλοχος, στο Loeb II, Elegy and Iambus). Η Αίγυπτος πρόσφερε ένα μόνιμο πεδίο απασχόλησης σε αυτόν τον τομέα και οι Αιγυπτιακές αρχές επέτρεπαν στους μισθοφόρους τους να εγκατασταθούν στη χώρα καλλιεργώντας δική τους γη. Ο Ηρόδοτος περιγράφει τις συνθήκες υπό τις οποίες οι πρώτοι Έλληνες οπλίτες βρέθηκαν και εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο.
Αν και η εκδοχή του διαφέρει από εκείνη του Διόδωρου του Σικελιώτη, σχετικά με το αν βρέθηκαν κατά τύχη στην Αίγυπτο ή τους ζητήθηκε από το Φαραώ Ψαμμήτιχο να έρθουν, το σημαντικό στοιχείο είναι ότι αυτοί οι οπλίτες αποτέλεσαν τους πρώτους Έλληνες αποίκους στην Αίγυπτο. Ο Ηρόδοτος προσθέτει ότι οι Αιγύπτιοι χαρακτήριζαν τους Έλληνες στρατιώτες “χαλκέους άνδρες”, προφανώς εξαιτίας της εντύπωσης που προκαλούσαν, όταν εμφανίζονταν με την οπλιτική πανοπλία (Ηρόδοτος, Ιστορίαι). Το πιο γνωστό στρατόπεδο μισθοφόρων ήταν στις Δάφνες κοντά στο Νείλο.
Εκτός από την έντονη παρουσία των Ελλήνων στους Αιγυπτιακούς στρατούς, αναφορές υπάρχουν και για τη συμμετοχή μισθοφόρων από τη Μικρά Ασία σε στρατούς της Ανατολής (Meiggs & Lewis). Με την εμφάνιση των τυραννιών στον Ελλαδικό χώρο, οι Έλληνες μισθοφόροι βρήκαν νέο πεδίο απασχόλησης στις αυλές των διάφορων τυράννων. Γενικά, ορισμένοι τύραννοι του 7ου και του 6ου αιώνα π.Χ. προσλάμβαναν μισθωμένους στρατιώτες, κυρίως ως σωματοφύλακες. Αρχικά, προτιμούσαν να χρησιμοποιούν πολίτες στην προσωπική τους φρουρά, όπως ο Πεισίστρατος κατά τη διάρκεια της πρώτης προσπάθειάς του να επιβληθεί στην Αθήνα.
Πιθανότατα τόσο ο Θεαγένης, τύραννος των Μεγάρων, όσο και ο Διονύσιος των Συρακουσών να συμπεριελάμβαναν μισθοφόρους στις σωματοφυλακές τους. Σίγουρα πάντως από το β’ μισό του 6ου αιώνα π.Χ., ήταν πλέον κανόνας οι προσωπικές φρουρές των τυράννων να αποτελούνται από μισθοφόρους στρατιώτες. Ο Πολυκράτης, τύραννος της Σάμου, μόλις κατέλαβε την εξουσία στο νησί, δανείστηκε στρατιώτες από το Λύγδαμη της Νάξου (Ψευδο-Αριστοτέλης, Οικονομικά) για λόγους προστασίας.
Γ. Επιπτώσεις
Ο πόλεμος στην Αρχαϊκή Ελλάδα δεν είχε μόνο πολιτικό ρόλο αλλά και οικονομικό. Λειτουργούσε ως παράγοντας που επηρέαζε άμεσα -θετικά ή αρνητικά- τους ουσιώδεις τομείς της οικονομικής ζωής (απόκτηση τροφής, περιουσία, εργασία). Αντίθετα, δεν είναι δυνατόν να συνδεθεί άμεσα με την οικονομική ανάπτυξη των Ελληνικών πόλεων. Ωστόσο, έχει ειπωθεί ότι οι πολεμικές εκστρατείες ώθησαν την παραγωγή όπλων σε μία διαδικασία εντατικοποίησής της, εξαιτίας βέβαια της αύξησης στη ζήτησή τους, ιδιαίτερα μετά την επικράτηση της οπλιτικής φάλαγγας. Σίγουρες πάντως αποδείξεις για αυτό το φαινόμενο δεν υπάρχουν.
Ανεξάρτητα όμως από την ακρίβεια της παραπάνω δήλωσης, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι ο πόλεμος είχε ως αποτέλεσμα την αναγκαστική εκμετάλλευση του έμψυχου και άψυχου δυναμικού της ηττημένης πόλης: την υποδούλωση, δηλαδή, του λαού και την πώληση των κατοίκων του στις αγορές δούλων, την καταστροφή των καλλιεργειών, την κλοπή προμηθειών και την απόκτηση λαφύρων.
Λάφυρα
Μία σημαντική πηγή εσόδων για τους νικηφόρους στρατούς ήταν οπωσδήποτε τα λάφυρα. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκαν οι αιχμάλωτοι και τα ανδράποδα, άτομα δηλαδή που είχαν συλληφθεί κατά τη διάρκεια πολεμικών συρράξεων και λεηλασιών σε διάφορες πόλεις και περιοχές, και προορίζονταν κυρίως για υποδούλωση. Εκτός από το “έμψυχο υλικό”, μία ακόμα ποικιλία από αντικείμενα κατέληγε στα χέρια των νικητών· ανάμεσά τους ξεχώριζαν οι δακτύλιοι (χρυσά και αργυρά κοσμήματα), τα εκπώματα και τα ποτήρια (κύπελλα πόσης από πολύτιμα μέταλλα), τα έπιπλα (κατασκευές από πολύτιμα μέταλλα) και ο ιματισμός (υφάσματα και ρούχα πολυτελείας).
Μέρος των λαφύρων κατέληγε στα διάφορα ιερά με τη μορφή ιδιωτικών ή δημόσιων αφιερωμάτων. Τα όπλα του ηττημένου στρατού ήταν από τα πιο χαρακτηριστικά αντικείμενα που οι νικητές πρόσφεραν στους θεούς ως ένδειξη της ευγνωμοσύνης τους για τη νίκη που τους χάρισαν. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Φωκείς, σε μία μόνο περίπτωση, αφιέρωσαν στο ιερό των Δελφών 2000 εχθρικές ασπίδες έπειτα από νίκη τους (Ιστορίαι). Επίσης, υπάρχουν και περιπτώσεις αφιέρωσης ολόκληρων εμβόλων από πολεμικά πλοία, μετά από ναυμαχίες.
Ο Παυσανίας δίνει την πληροφορία ότι οι Μεγαρείς, ύστερα από τον πόλεμο με την Αθήνα για την κυριότητα της Σαλαμίνας, γιόρτασαν τη νίκη τους με την προσφορά ενός χάλκινου εμβόλου από ένα αθηναϊκό πλοίο, που είχαν καταλάβει στο Ολυμπείο των Μεγάρων (Αττικά). Αυξάνοντας τους θησαυρούς τους ορισμένα ιερά αποκτούσαν οικονομική αλλά και πολιτική δύναμη. Έτσι, αποτελούσαν με τη σειρά τους το στόχο πολεμικών συρράξεων προκειμένου ο έλεγχός τους -και κατά συνέπεια οι θησαυροί τους- να περιέλθουν στην κατοχή της μίας ή της άλλης πόλης. Είναι γνωστό ότι στην Ελλάδα ίσχυε γενικά η αρχή για το απαραβίαστο των ιερών και της περιουσίας τους, η οποία όμως σε περίοδο πολέμου αναιρούνταν.
Σόλων
Στα τέλη του 7ου-αρχές του 6ου αι. π.Χ., ορισμένοι Αθηναίοι είχαν αναγκαστεί να εκχωρήσουν τη γη τους σε πλούσιους γαιοκτήμονες, στους οποίους υποχρεώνονταν να πληρώνουν ενοίκιο με τη μορφή μέρους των παραγόμενων αγαθών. Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο Σόλων, η νομοθεσία του Δράκοντα επέτρεπε στον πολίτη, όποτε υπήρχε ανάγκη, να εγγυηθεί βάζοντας ως ενέχυρο το άτομό του. Στην περίπτωση όμως που οι όροι της συμφωνίας δεν ακολουθούνταν, τότε κινδύνευε να υποδουλωθεί και να πουληθεί μακριά από την πόλη του (Παυσανίας, Αττικά, Σόλων, Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία).
Η οικονομική κατάσταση αρκετών φτωχών Αθηναίων πολιτών, που δεν είχαν καμιά πολιτική ισχύ, επιδεινωνόταν διαρκώς και πολλοί από αυτούς είχαν ήδη καταλήξει να πουληθούν ως δούλοι. Αυτή η κατάσταση οδήγησε σε οικονομική και κοινωνική κρίση, την οποία ο Σόλων, όταν εξελέγη άρχων στα 594 / 593 π.Χ., προσπάθησε να εκτονώσει. Από τις βασικές οικονομικές του μεταρρυθμίσεις ήταν η σεισάχθεια και η κατηγοριοποίηση των πολιτικών προνομίων με βάση την περιουσία του κάθε πολίτη. Με τη “σεισάχθεια” ο Σόλων μπόρεσε, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, να “τινάξει” από τους ώμους των φτωχών αγροτών το βάρος των χρεών. Ορισμένοι ερευνητές έχουν συνδέσει το μέτρο αυτό με τους εκτημόρους.
Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι σχετίζεται με όλους όσους είχαν δανειστεί και καλλιεργούσαν την γη των πλουσίων και ισχυρών με ενέχυρο την προσωπική τους ελευθερία (δανεισμός “επί σώμασιν”). Μετά τη “σεισάχθεια”, το επόμενο βήμα ήταν να διαχωρίσει τους Αθηναίους πολίτες σε κοινωνικές τάξεις με βάση τα εισοδήματά τους από την παραγωγή τους σε σιτηρά, ελαιόλαδο και κρασί (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, Πλούταρχος, Βίος Σόλωνα). Έτσι, ο πληθυσμός της Αθήνας χωρίστηκε σε τέσσερις τάξεις, η κάθε μία με συγκεκριμένα πολιτικά προνόμια.
Η συμμετοχή σε κάθε τάξη καθοριζόταν από την περιουσία του κάθε πολίτη, βασισμένη σε μία σταθερή μονάδα μέτρησης της ετήσιας γεωργικής παραγωγής σε σιτηρά ή κρασί, τη “μέδιμνο” και το “μετρητή”. Οι Αθηναίοι πολίτες ανήκαν στους πεντακοσιομέδιμνους (από 500 μέδιμνους και πάνω), στους τριακοσιομέδιμνους ή ιππείς (από 300 μέδιμνους και πάνω), και στους διακοσιομέδιμνους ή ζευγίτες (από 200 μέδιμνους και πάνω). Τέλος, όσοι είχαν περιουσία κάτω από 200 μέδιμνους κάθε χρόνο ή και καθόλου, ανήκαν στους θήτες. Το αποτέλεσμα ήταν οι ευγενείς να αντικατασταθούν σταδιακά από μία αριστοκρατία πλουσίων, καθώς η συμμετοχή στη νέα τάξη εξαρτιόταν πλεόν από τις οικονομικές αλλαγές.
Κάθε Αθηναίος επιτυχημένος οικονομικά μπορούσε να ενταχθεί στην προνομιούχα τάξη των κυβερνώντων, ενώ όσοι έχαναν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την περιουσία τους έπαυαν να ανήκουν σε αυτήν. Η εξουσία ανήκε σε όσους υπερείχαν σε πλούτο γης. Πέρα από τα δύο προαναφερθέντα μέτρα, υπάρχουν αναφορές στις πηγές σχετικά και με κάποιες άλλες οικονομικές αποφάσεις του Σόλωνα, που όμως δε θεωρούνται αξιόπιστες. Ο Πλούταρχος αναφέρει στο “Βίο του Σόλωνα” ότι οι Αθηναίοι της εποχής του διατηρούσαν μία παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Σόλων είχε καθιερώσει μία πολύ χαμηλότερη τιμή για το σιτάρι απ’ ότι ίσχυε μέχρι τότε.
Σε ένα λόγο του, ο μεταγενέστερος ρήτορας Λυσίας αναφερόμενος στην έννοια του τόκου συνδέει την επιβολή του με το Σόλωνα. Θεωρείται πολύ πιθανόν ότι με τον τόκο ο Σόλων προσπάθησε να εξισορροπήσει τις συνέπειες της “σεισάχθειας”. Η αφαίρεση της δυνατότητας που είχε κάποιος να υποδουλώνει εκείνους που είχαν χρέη σε αυτόν, καλυπτόταν με τη διαβεβαίωση του δικαιώματος του δανειστή να αποσπά τόκο. Το πιο σημαντικό αποτέλεσμα των οικονομικών μεταρρυθμίσεων του Σόλωνα ήταν ότι απάλλαξαν τους ακτήμονες πολίτες από το φόβο της πιθανής υποδούλωσης (Παυσανίας, Αττικά). Αυτό είχε ως συνέπεια, ο μεγαλύτερος αριθμός Αθηναίων γεωργών να είναι ανεξάρτητοι μικρο-ιδιοκτήτες γης.
Α. Σεισάχθεια
Είναι γνωστό ότι με τη “σεισάχθεια” ο Σόλων έδωσε τέλος στην εξάρτηση των φτωχών αγροτών στην Αττική. Εκείνο που δεν είναι γνωστό και παραμένει θέμα διαμάχης ανάμεσα στους ερευνητές είναι η διαδικασία που ακολούθησε προκειμένου να αποκαταστήσει όσους είχαν πέσει θύματα της αυθαιρεσίας των πλουσίων, ακριβώς γιατί δεν υπήρχαν γραπτές διατάξεις (αυτό άλλωστε λέει και ο Σόλων σε ένα από τα ποιήματά του). Με τη “σεισάχθεια” τα χρέη ακυρώθηκαν και όσοι Αθηναίοι πολίτες είχαν δεσμευτεί να παράγουν και να προσφέρουν μερίδιο της σοδειάς τους (εκτήμοροι) αποδεσμεύτηκαν.
Όσοι πάλι είχαν καταλήξει σκλάβοι στην Αττική, επειδή ήταν χρεωμένοι, απελευθερώθηκαν και όσοι είχαν πουληθεί εκτός Ελλαδικού χώρου ως δούλοι, επέστρεψαν στην Αθήνα (Αριστοτέλης Αθηναίων Πολιτεία, Πλούταρχος Βίος Σόλωνα). Ιδιαίτερα, σε μια προσπάθεια να διώξει από τις συνειδήσεις των πολιτών το θεσμό του εκτημόρου, ο Σόλων, απομάκρυνε τους όρους, τις πέτρινες ή μαρμάρινες δηλαδή πλάκες, που σημάδευαν τα όρια της καλλιεργήσιμης έκτασης και υποδείκνυαν ότι ο καλλιεργητής της δεν είχε δικαίωμα ιδιοκτησίας και ταυτόχρονα υπενθύμιζαν τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει ο φτωχός αγρότης απέναντι στον ιδιοκτήτη του.
Συνήθως είχαν μία σύντομη επιγραφή, η οποία αναφερόταν στη λειτουργία του όρου. Επανέφερε όσους είχαν πουληθεί νόμιμα ή παράνομα έξω από την Αττική και όσους είχαν εγκαταλείψει την Αθήνα λόγω ανάγκης και πιο συγκεκριμένα εξαιτίας των χρεών τους. Επίσης, επανέφερε και τις οικογένειες όσων είχαν πουληθεί ή εξοριστεί, οι οποίες τους είχαν ακολουθήσει από την πρώτη στιγμή της εκδίωξής τους από την Αθήνα. Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις οικογενειών που απομακρύνθηκαν αργότερα, καθώς οι κυβερνώντες είχαν το δικαίωμα να τιμωρήσουν με αυτό τον τρόπο τους απογόνους του κατηγορουμένου, ακόμη κι όταν ο ίδιος πλέον δε βρισκόταν στην πόλη.
Όταν επομένως μία ολόκληρη οικογένεια έφευγε από την πόλη, η γη τους κατάσχετο και έπαυε να είναι διαθέσιμη. Η διάταξη αυτή, αν και τους επέτρεπε την επιστροφή και την επαναπόκτηση των πολιτικών δικαιωμάτων τους, δεν τους εξασφάλιζε ωστόσο, ούτε την επιστροφή της παλιάς τους γης ούτε την απόκτηση μιας οποιοασδήποτε άλλης έκτασης στη θέση της προηγούμενης. Τέλος, ο Σόλων απελευθέρωσε με το νόμο Περί Αμνηστίας και όσους είχαν υποδουλωθεί μέσα στην πόλη.
Β. Εκτήμοροι
Οι εκτήμοροι ήταν εξαρτημένοι αγρότες που καλλιεργούσαν τη γη των προνομιούχων με τη συμφωνία να τους δίνουν το 1/6 της παραγωγής αντί ενοικίου. Ο Αριστοτέλης μας πληροφορεί ότι οι εκτήμοροι ή οι νομικά εξαρτημένοι μπορούσαν να πουληθούν ως δούλοι, εάν δεν πλήρωναν το συμφωνημένο ποσοστό (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία). Η θέση του εκτημόρου μάλλον ήταν σταθερή παντού στην Αττική κατά την Αρχαϊκή εποχή. Το πιο πιθανό είναι ότι όλοι πλήρωναν ως ενοίκιο το ίδιο ποσοστό από την παραγωγή. Πάνω σ’ αυτό το θέμα όμως οι απόψεις των ερευνητών διίστανται.
Η κατηγορία αυτή των αγροτών σταδιακά παύει να υφίσταται. Από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. και μετά δεν υπάρχουν πια αναφορές σε εκτημόρους. Πέρα από τη σεισάχθεια του Σόλωνα, άλλοι λόγοι που συνέβαλαν σ’ αυτήν την εξέλιξη ήταν η έλλειψη σημαντικών οικονομικών δομών -ειδικά στην παραγωγή κρασιού και λαδιού- και η επικράτηση των ανεξάρτητων αγροτικών επιχειρήσεων.
Πεισίστρατος
Η Αθήνα ήταν κυρίως μία αγροτική κοινωνία και η οικονομική της σταθερότητα εξαρτιόταν από την παραγωγή των καλλιεργήσιμων εκτάσεών της. Γνωρίζουμε ότι ο Πεισίστρατος θεσμοθέτησε κρατικά αγροτικά δάνεια με ευνοϊκούς όρους για όσους τα είχαν ανάγκη, πιθανώς χωρίς τόκο. Με αυτόν τον τρόπο, εξασφάλιζε την άμεση υποστήριξη των χωρικών προς το πρόσωπό του. Το ακριβές ποσοστό του φόρου δεν είναι γνωστό, αλλά πρέπει να κυμαινόταν ανάμεσα στο 1/16 και 1/20 της παραγωγής. Οι αγρότες δεν εξαρτιόνταν πλέον από τους ευγενείς ή τους άλλους ισχυρούς πιστωτές.
Επίσης, ο τύραννος της Αθήνας ήταν ο πρώτος που καθιέρωσε την άμεση φορολογία στα προϊόντα που παρήγαγαν οι πολίτες. Αυτό το μέτρο υιοθετήθηκε έπειτα από τους περισσότερους τυράννους (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία). Υπάρχει μία πιθανότητα ο Πεισίστρατος να προχώρησε στον καταμερισμό της γης, τον οποίο νωρίτερα ο Σόλων είχε αποφύγει να πραγματοποιήσει. Αφού πρώτα κατάσχεσε την περιουσία των εχθρών του, τη μοίρασε στους φτωχούς χωρικούς. Οι πηγές, πάντως, δεν είναι ακριβείς σε αυτό το θέμα.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι, αν και οι λόγοι που ώθησαν τον Πεισίστρατο να μοιράσει τη γη ήταν διαφορετικοί από εκείνους που έκαναν το Σόλωνα να σκεφτεί αυτό το ενδεχόμενο, η ιδέα προϋπήρχε. Ο τύραννος της Αθήνας ήθελε να κερδίσει την εύνοια των φτωχών, ενώ ο Σόλων απέρριπτε την οικονομική ισότητα λέγοντας ότι οι θεοί δίνουν στον κάθε άνθρωπο ό,τι δικαιούται.
Αριστοκράτες
Οι αριστοκράτες ήταν χωρίς αμφιβολία από τα πιο πλούσια μέλη της Αρχαϊκής κοινωνίας. Η περιουσία τους οριζόταν κυρίως από τη γη που κατείχαν, αν και ορισμένοι από αυτούς πιθανόν να ήταν αναμεμιγμένοι στο εμπόριο ή στη βιοτεχνία, τουλάχιστον έμμεσα. Ο πλούτος τους και ο έλεγχος που ασκούσαν σε θρησκευτικά ζητήματα και στα αξιώματα της πόλης τούς έδιναν την απαραίτητη εξουσία, για να διατηρήσουν την πολιτική τους δύναμη. Αρκετά μέλη των κατώτερων τάξεων ήταν κατά κάποιο τρόπο πελάτες τους. Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τον ακριβή χαρακτήρα της πελατειακής τους σχέσης.
Πιθανότατα να ήταν ολικώς ή μερικώς εξαρτημένοι από τους πλούσιους γαιοκτήμονες για λόγους προστασίας. Στη Βοιωτία από την εποχή του Ησιόδου, στις αρχές του 8ου αιώνα π.Χ., παρατηρείται συγκέντρωση μεγάλου τμήματος γης στα χέρια ορισμένων οικογενειών, μέσα από τη διαδικασία του γάμου, της προίκας και της διαθήκης. Αυτές οι οικογένειες, αποκτώντας οικονομική δύναμη επιβλήθηκαν στους φτωχότερους αγρότες και σταδιακά αποτέλεσαν την αριστοκρατία της περιοχής (Ησίοδος, Έργα και Ημέρα). Στην Αθήνα τα μέλη της αριστοκρατίας, οι ονομαζόμενοι ευπατρίδες, αντέδρασαν στην κατάργηση των χρεών, γιατί -όπως είναι κατανοητό- τους στοίχισε οικονομικά.
Θα πρέπει να τονιστεί πάντως ότι οι μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα αποδείχτηκαν μακροπρόθεσμα ωφέλιμες για τους πλούσιους πολίτες της Αθήνας. Διαμόρφωσαν μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων ανάμεσα στους αριστοκράτες και τους δούλους, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη συνεχή ύπαρξή τους. Ένα από τα καθήκοντά της πιθανώς να ήταν η σύμπραξη, σε περίπτωση ανάγκης, με τους πρώτους εναντίον των δεύτερων. Στην περίπτωση που οι ασθενέστεροι οικονομικά Αθηναίοι ξέπεφταν σε μία κατάσταση ανάλογη με εκείνη των δούλων, τότε ο κίνδυνος για τη δημιουργία μίας ομοιογενούς κατώτερης τάξης ήταν εμφανής.
Εάν, στη συνέχεια, η τάξη αυτή αποκτούσε συνείδηση της συλλογικής δύναμής της, αυτό θα σήμαινε και το τέλος της μορφής που είχε η Αθηναϊκή κοινωνία την εποχή εκείνη. Με τη δημιουργία όμως μίας ομάδας πολιτών με καθορισμένη την κοινωνική της θέση, οι πλούσιοι μπορούσαν να αξιοποιούν τους ξένους δούλους στο βαθμό που ήθελαν και να φοβούνται λιγότερο για το ξέσπασμα μίας ταξικής επανάστασης.
Χωρικοί
Ίσως, η πιο σημαντική εξέλιξη την εποχή αυτή είναι ο υποβιβασμός των φτωχών αγροτών στο επίπεδο του εξαρτημένου παραγωγού από μία δευτερεύουσα ομάδα, που χρησιμοποιούσε το πλεόνασμα της σοδειάς για μη αγροτικές δραστηριότητες. Στη Θεσσαλία, στη Σπάρτη και στην Κρήτη, οι αυτόχθονες λαοί -Πενέστες, Είλωτες, Αφαμιώτες, Μνωίτες και Κλαρώτες- είχαν υποδουλωθεί και ήταν νομικά δεμένοι με τη γη (Αριστοτέλης, Πολιτικά). Μόνο στις απομονωμένες ορεινές περιοχές οι αγρότες παρέμεναν ανεξάρτητοι.
Αλλά στις ανοιχτές, εύκολες σε πρόσβαση, περιοχές είχαν μεταπέσει σε απλούς χωρικούς που προμήθευαν με αγαθά τους γαιοκτήμονες. Από την άλλη πλευρά, όμως αυτές οι ομάδες ήταν που στήριζαν τους θρησκευτικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς της πόλης.
Σπάρτη
Η Σπάρτη αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της εφαρμογής του καταμερισμού της γης, ύστερα από εισβολή σε γειτονική περιοχή, και της μετατροπής των ηττημένων κατοίκων σε είλωτες. Η ρίζα ελ- της λέξης “είλωτας” υποδηλώνει κυρίευση ή κατάκτηση. Οι είλωτες ήταν Ελληνικά φύλα, κάτοικοι της Λακωνίας και της Μεσσηνίας. Οι Μεσσήνιοι, που ήταν και οι περισσότεροι, υποδουλώθηκαν μετά το τέλος του Α’ Μεσσηνιακού πολέμου, γύρω στα 715 π.Χ., και η γη τους -γνωστή για τη γονιμότητά της- μοιράστηκε ανάμεσα στους Σπαρτιάτες πολίτες.
Αθήνα
Στην Αθήνα και σε άλλες Ιωνικές πόλεις, ο δυναμικός χαρακτήρας της προόδου προστάτευσε τους ανίσχυρους αγρότες από το να γίνουν είλωτες. Ανάμεσά τους όμως υπήρχαν και ορισμένοι, που είχαν υποπέσει σε χρέη και δεν ήταν πλέον σε θέση να συντηρήσουν τις οικογένειές τους και των οποίων η θέση δεν έχει καθοριστεί ακόμα με ακρίβεια. Ήταν Αθηναίοι, πιθανώς μέλη φρατριών, φυλών ή και των δύο, αλλά δεν ήταν πλέον ελεύθεροι. Η αύξηση του αριθμού και της δυσαρέσκειάς τους οδήγησε στη λεγόμενη “αγροτική κρίση”.
Οι περισσότερες πληροφορίες πάντως αναφέρονται στην Αθήνα και στην εκτόνωση της κρίσης εκεί και σχετίζονται με το νομοθέτη Σόλωνα (Αριστοτέλης Αθηναίων Πολιτεία, Πλούταρχος Βίος Σόλωνα).
Α. Αγροτική Κρίση
Καθώς οι αγρότες εξοικειώνονταν με τις αγορές του κρασιού και του ελαιόλαδου, αρκετοί από αυτούς έχοντας είτε μικρή είτε μεγάλη περιουσία έβαζαν ως υποθήκη τα σώματά τους (δανεισμός “επί σώμασιν”), προκειμένου να δανειστούν, για να αγοράσουν κλήματα και ελιές. Η αυξημένη συμμετοχή μικρών επενδυτών στην παραγωγή κρασιού και λαδιού φαίνεται και μέσα από το σχόλιο του Πλούταρχου ότι “όλοι οι απλοί άνθρωποι ήταν χρεωμένοι στους πλούσιους”. Κάποιοι από αυτούς τους μικροεπενδυτές, όπως ήταν φυσικό, αποτύγχαναν στην προσπάθειά τους και μετατρέπονταν σε δούλους.
Αν και αυτοί που αποτύγχαναν αντιπροσώπευαν μια μικρή μόνο ομάδα, ο συνολικός αριθμός όσων κατέληγαν τελικά δούλοι αυξανόταν σημαντικά.
Β. Είλωτες
Υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ειλώτων και των δούλων στις περισσότερες Ελληνικές πόλεις. Γενικά ένας δούλος ήταν ιδιοκτησία του κυρίου του, ενώ αντίθετα ο είλωτας ανήκε στο κράτος των Σπαρτιατών. Είχε δηλαδή παραχωρηθεί από το κράτος σε κάποιον πολίτη, ο οποίος όμως δεν είχε το δικαίωμα να τον διαθέσει, όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Επίσης, σε άλλες περιοχές οι δούλοι συχνά μπορούσαν να αποκτήσουν την ελευθερία τους. Αντίθετα, στη Σπάρτη ένας είλωτας δεν ήταν δυνατό να απελευθερωθεί, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Με αυτόν τον τρόπο ήταν πιο ελεύθερος, αλλά ταυτόχρονα και πιο περιορισμένος από τους δούλους της υπόλοιπης Ελλάδας (Θουκυδίδης, Ιστοριών).
Στις μη σπαρτιάτικες πηγές, οι είλωτες αναφέρονται είτε ως δούλοι, είτε ως οικέτες (στην περίπτωση που χρησιμοποιούνταν για εργασίες του οίκου), είτε ως ανδράποδα. Πιθανότατα, είχαν εξαναγκαστεί να εγκαταλείψουν τα πατρογονικά τους μέρη και είχαν υποχρεωθεί να ζούνε διασκορπισμένοι στη γη των κυρίων τους. Ενδεχομένως, πάλι, να τους είχε επιτραπεί η κατοχή κάποιου είδους προσωπικής περιουσίας, ίσως και ο γάμος. Συνόδευαν τους Σπαρτιάτες στους πολέμους μεταφέροντας τον εξοπλισμό τους, ενώ για τη συντήρησή τους υπεύθυνοι ήταν οι κύριοί τους.
Στην Αρχαϊκή Σπάρτη πολιτικά δικαιώματα μπορούσαν να έχουν μόνον όσοι από τους πολίτες μπορούσαν να συμβάλουν μία συγκεκριμένη ποσότητα παραγωγής στα κοινά συσσίτια. Τα συσσίτια ήταν ομάδες στις οποίες οι πολίτες γίνονταν δεκτοί ύστερα από ψηφοφορία. Η απόρριψη της αποδοχής στο συσσίτιο σήμαινε για τον υποψήφιο και την άρνηση απόκτησης πολιτικών δικαιωμάτων. Κάθε μέλος ήταν υποχρεωμένο να δίνει στα συσσίτια συγκεκριμένο ποσοστό από την παραγωγή των χωραφιών τους, των λεγόμενων κλήρων.
Οι κλήροι αυτοί, τους οποίους δούλευαν οι είλωτες, διανέμονταν στους πολίτες από το κράτος των Σπαρτιατών ύστερα από τη νίκη τους ενάντια σε γειτονικούς λαούς και την προσάρτηση της γης τους. Ουσιαστικά, δηλαδή, οι είλωτες καλλιεργούσαν τη δική τους γη για λογαριασμό άλλων. Οι Σπαρτιάτες μην έχοντας καμιά μέριμνα για τη γεωργική παραγωγή μπορούσαν να αφοσιωθούν στην τέχνη του πολέμου, η οποία συντελούσε στην κοινωνική τους καταξίωση. Ο ρόλος επομένως των ειλώτων ήταν καθοριστικός για τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης στην κοινωνία των Σπαρτιατών.
Είναι σωστός ο παραλληλισμός των ειλώτων με τους Πενέστες της Θεσσαλίας, τους Αφαμιώτες, τους Μνωίτες (εκείνοι που είχαν κυριαρχηθεί;) και τους Κλαρώτες (εκείνους που ήταν δεμένοι με τη γη -τον κλάρο;) της Κρήτης, τους Κορυνηφόρους της Σικυώνας, τους Γυμνήτες (εκείνοι που ήταν γυμνοί, δηλαδή άοπλοι) του Άργους και τους Οικιάτες της Λοκρίδας (εκείνοι που ανήκαν στον οίκο). Οι ομάδες αυτές ήταν γηγενείς λαοί που είχαν υποπέσει στο επίπεδο του ιδιόκτητου δούλου μετά την εισβολή και κατάκτησή τους από τα δωρικά φύλα και θεωρούνταν συνήθως μέρος της οικογενειακής περιουσίας.
Περιουσία
Η περιουσία ενός πολίτη περιελάμβανε οικίες, ζώα, δούλους, αλλά κυρίως γη, καλλιεργήσιμες δηλαδή εκτάσεις. Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόταν τον εαυτό του σε σχέση με τους συμπολίτες του, όπως και ο τρόπος με τον οποίο γινόταν ο ίδιος αντιληπτός από το κοινωνικό του σύνολο, βασιζόταν κατά κύριο λόγο στον αριθμό των εκτάσεων της γης που του ανήκε. Στην Αθήνα, ήδη από την εποχή του Σόλωνα, η περιουσία θεωρούνταν ότι “ανήκει στον άνδρα”. Μπορούσε να κάνει ό,τι επιθυμούσε με αυτήν κατά τη διάρκεια της ζωής του και είχε το δικαίωμα να αφήσει διαθήκη, εάν δεν είχε γιους.
Το δικαίωμα να κληροδοτεί κάποιος ελεύθερα δόθηκε επίσημα από το Σόλωνα, περιορισμένο όμως στους άντρες με νόμιμους γιους, οι οποίοι ήταν και οι φυσικοί κληρονόμοι τους. Αντίθετα, στη Σπάρτη ένας άντρας ήταν ελεύθερος να αφήσει την περιουσία του σε όποιον επιθυμούσε. Η υιοθεσία έγινε επιτρεπτή με νόμο του Σόλωνα, αλλά μόνο σε άντρες που δεν είχαν γιους. Ο υιοθετημένος γιος κληρονομούσε το θετό του πατέρα, του οποίου έπαιρνε και το πατρώνυμο, έχανε όμως κάθε δικαίωμα στην περιουσία του φυσικού του πατέρα. Επιπλέον, εάν ο θετός πατέρας είχε κόρη, ο υιοθετημένος γιος ήταν πρακτικά υποχρεωμένος να την παντρευτεί.
Με αυτόν τον τρόπο, ο θετός πατέρας εξασφάλιζε την παραμονή της περιουσίας του στη δική του οικογένεια (Πλούταρχος, Βίος Σόλωνα). Στη Βοιωτία, πάλι, η περιουσία μεταβιβαζόταν με το συνηθισμένο τρόπο, δηλαδή από τον πατέρα στους γιους του. Η περιουσία, τόσο η πατρική όσο και η προίκα της μητέρας, μοιραζόταν σε ίσα μερίδια ανάμεσα στους γιους μετά το θάνατο του πατέρα. Εάν όμως υπήρχαν κόρες, η οικογένεια κρατούσε ένα ποσοστό της περιουσίας για τις προίκες τους. Από τον Αριστοτέλη μαθαίνουμε για την ύπαρξη ενός Κορίνθιου από την οικογένεια των Βακχιάδων, το Φιλόλαο, ο οποίος ήρθε στη Βοιωτία και αναδιοργάνωσε τους νόμους περί υιοθεσίας (Αριστοτέλης, Πολιτικά).
Σε μια προσπάθεια να περιορίσει και να ελέγξει τη συγκέντρωση μεγάλων εκτάσεων γης σε όλο και λιγότερα χέρια, επέτρεψε και σε μερικές περιπτώσεις επέβαλε τις υιοθεσίες. Επίσης λέγεται ότι προστάτεψε τις γυναίκες που ήταν κληρονόμοι περιουσιών. Οι μελετητές εξηγούν αυτά τα μέτρα ως πρσπάθειες για τη διατήρηση ενός μεγάλου αριθμού κλήρων γης στα χέρια των ιδιοκτητών τους, προκειμένου να αυξηθεί ο αριθμός των πολιτών που ήταν σε θέση να συμμετέχουν στην οπλιτική φάλαγγα.
Α. Γυναίκες
Όπου υπάρχει αναφορά στο πρόσωπο της γυναίκας είναι πάντα σε σχέση με την αναπαραγωγή της οικογένειας, την ευθύνη του οίκου και τη συμμετοχή της στην καλλιέργεια της γης στην περίπτωση που ήταν μέλος των φτωχότερων τάξεων. Η σύζυγος ή η κόρη ενός αριστοκράτη, αλλά και oποιουδήποτε άλλου είχε περιουσία δεν επιτρεπόταν να δουλεύει στα χωράφια, καθώς κάτι τέτοιο ήταν υποτιμητικό και προσβλητικό για τον κύριο του οίκου. Ό,τι ενδιαφέρον μπορεί να ειπωθεί για το ρόλο της στα οικονομικά της οικογένειας αφορά την προίκα, η οποία περιελάμβανε ρουχισμό, στολίδια, οικιακά σκεύη, έπιπλα και χρήματα (Πλούταρχος Βίος Σόλωνα, Ιππώναξ, απόσπασμα στο Fowler, 1992).
Γενικά, η προίκα λειτουργούσε ως μηχανισμός μεταβίβασης και συγκέντρωσης περιουσίας. Ειδικότερα, στην Αθήνα, η προίκα επιβαλλόταν και για τις δυνατότητες των φτωχών ανθρώπων ήταν ιδιαίτερα επαχθής, δεδομένου ότι υπήρχε ανταγωνισμός για την εύρεση συζύγου. Αυτός ήταν και ο λόγος της κατάργησης του θεσμού της προίκας από τη νομοθεσία του Σόλωνα. Ωστόσο, οι πληροφορίες που έχουμε για την προίκα στην Αθήνα της Αρχαϊκής περιόδου είναι μηδαμινές. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, οι μελετητές τείνουν να υιοθετήσουν και για την Αρχαϊκή εποχή τη θέση που είχε σε γενικές γραμμές η γυναίκα στην Κλασική κοινωνία.
Την περίοδο εκείνη η Αθηναία δεν είχε η ίδια τον έλεγχο της περιουσίας της, αλλά ουσιαστικά ήταν επίπροικος, τη μετέφερε δηλαδή από τον πατέρα στο σύζυγό της. Γενικότερα, οι γυναίκες της Αθήνας ήταν πιο περιορισμένες από εκείνες της Σπάρτης, της Κρήτης ή της Βοιωτίας. Η προίκα στη Σπάρτη και στη Γόρτυνα της Κρήτης ήταν ιδιοκτησία των γυναικών. Αν και δεν έχουμε πληροφορίες για τη δύναμη των γυναικών-συζύγων στη Γόρτυνα, είναι ξεκάθαρο ότι οι γυναίκες των Λακεδαιμονίων είχαν τον έλεγχο της περιουσίας τους.
Κτηνοτροφία
Ο ρόλος και η σημασία της κτηνοτροφίας στην οικονομική ζωή της Ελληνικής πόλης δεν αντιστοιχούσαν σε αυτόν της γεωργίας. Γενικά υπήρχε μία ιδεολογική τάση, η οποία, ενώ συνέδεε τη γεωργία με την ανάπτυξη του πολιτισμού, υποβίβαζε την προσφορά της κτηνοτροφίας. Πιθανότατα για τους παραπάνω λόγους οι αρχαίοι συγγραφείς, οι οποίοι ανήκαν στις προνομιούχες τάξεις, δε θεώρησαν σημαντικό να αναφερθούν στην κτηνοτροφία. Εκτάσεις που ερημώνονταν ύστερα από καταστροφές δε χρησιμοποιούνταν από τους κατοίκους της περιοχής για γεωργική καλλιέργεια, αλλά συνήθως μετατρέπονταν σε βοσκοτόπια, κάτι που δεν απαιτούσε ιδιαίτερη φροντίδα, για να πραγματοποιηθεί.
Οι μεγαλύτεροι γαιοκτήμονες είχαν δούλους ή προσλάμβαναν επαγγελματίες βοσκούς για τη φροντίδα των κοπαδιών τους. Εκτός από τα πουλερικά κανένα νέο είδος ζώων δεν εμφανίστηκε στον ελλαδικό χώρο, στην Αρχαϊκή περίοδο. Η καλλιέργεια σιταριού και κριθαριού πιθανώς να αντικατέστησε σε κάποιο βαθμό την κτηνοτροφία, καθώς οι Έλληνες εκείνης της εποχής έτρωγαν λιγότερο κρέας από τους προγόνους τους, όπως πληροφορούμαστε από τα Ομηρικά Έπη. Από τις περιοχές της κυρίως Ελλάδας, η οικονομία της Αρκαδίας εξαιτίας της γεωλογικής της υφής βασιζόταν κυρίως στην κτηνοτροφία.
ΕΜΠΟΡΙΟ
Ο Αριστοτέλης μας δίνει κάποιες πληροφορίες για τη σημασία του εμπορίου στην Ελληνική κοινωνία. Συγγράφει τον 4ο αιώνα π.Χ. και στο έργο του Αθηναίων Πολιτεία, αναφέρει ότι υπήρχαν πέντε τρόποι, για να επιβιώσει κανείς και να αποκτήσει περιουσία: η γεωργία, η κτηνοτροφία, η πειρατεία, η αλιεία και το κυνήγι. Το εμπόριο δε συμπεριλαμβανόταν σε αυτούς, γιατί βασιζόταν σε συναλλαγές και πωλήσεις και δε θεωρούνταν πρωταρχικός τρόπος απόκτησης αγαθών (Αριστοτέλης, Πολιτικά). Τίποτα βέβαια δε μας εμποδίζει να θεωρήσουμε αυτήν την άποψη ως προσωπική του Αριστοτέλη.
Οι ερευνητές πάντως την υιοθετούν ως αντιπροσωπευτική της αντίληψης των αρχαίων για το εμπόριο -όχι μόνο κατ’ ανάγκη την εποχή που γράφει ο Αριστοτέλης- αλλά και από πολύ νωρίτερα, ήδη από τα πρώτα στάδια των εμπορικών συναλλαγών. Σε αντίθεση πάντως με την κατηγορηματική θέση του Αριστοτέλη αναφορικά με τον υποβαθμισμένο ρόλο του εμπορίου, είναι γνωστό από αρχαιολογικά ευρήματα ότι από τον 8ο αιώνα π.Χ. οι Έλληνες είχαν αρχίσει να ασχολούνται με το θαλάσσιο εμπόριο σε διάφορες περιοχές (Ηρόδοτος Ιστορίαι, Σιμωνίδης ο Κείος, απόσπασμα στο West, 1993). Η παράλληλη ανάπτυξη της ναυπηγικής τούς επέτρεψε να ασχοληθούν με αυτό σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορούν να θεωρηθούν έμποροι της θάλασσας.
Αν και τέτοιου είδους χαρακτηρισμοί θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή. Ανάμεσά τους, εκείνοι που συναλλάσσονταν για λογαριασμό κάποιων αριστοκρατών ήταν πολύ περισσότεροι από όσους εμπορεύονταν ανεξάρτητα (B. Bravo, Dialogues d’ Histoire Ancienne1974). Οι περιπτώσεις των αριστοκρατών που μέσω κάποιων αντιπροσώπων είχαν έμμεση σχέση με το εμπόριο ήταν λίγες. Αρχικά τα μέλη της αριστοκρατικής τάξης δε συμμετείχαν στις συναλλαγές, ούτε βέβαια και σε χειρωνακτικές εργασίες, καθώς θεωρούνταν δραστηριότητες που δεν επέφεραν τιμή σε όσους ασχολούνταν με αυτές (Ηρόδοτος, Ιστορίαι).
Σε κάποιο απόσπασμά του, ο Ηρακλείδης Ποντικός αναφέρει τους νόμους που ίσχυαν στις Θεσπιές, στη Θήβα και στη Βοιωτία, από όπου προκύπτει ότι οι αριστοκράτες αποκλείονταν από κάθε επαφή με τις παραπάνω ασχολίες (Ηρακλείδης Ποντικός). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, οι ευγενείς να έχουν χρόνο ελεύθερο για την ενασχόλησή τους με τα κυβερνητικά, δικαστικά και στρατιωτικά ζητήματα. Μπορούσαν να ασχολούνται με τα εμπορικά ταξίδια προκειμένου να προμηθευτούν αγαθά για δική τους χρήση ή κατανάλωση, χωρίς μάλιστα να διακινδυνεύουν την κοινωνική τους θέση. Όμως, η ενασχόληση με την αγορά και την πώληση προϊόντων με μοναδικό στόχο το κέρδος δεν επιτρεπόταν σε έναν ευγενή.
Πάντως λόγω του υψηλού κόστους που είχαν τα θαλάσσια ταξίδια, στην αρχή τουλάχιστον, μόνον οι αριστοκράτες μπορούσαν να τα αναλάβουν. Πιθανότατα, λοιπόν, από τις αρχές της Αρχαϊκής περιόδου μέχρι και τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ., ορισμένοι ευγενείς με τα πλοία τους και με τους ανθρώπους τους να μετέφεραν και να εμπορεύονταν τα αγαθά. Ο Ηρόδοτος αναφέρεται στον Κολαίο από τη Σάμο, που ταξίδεψε στην Ισπανία περίπου στα 638 π.Χ. με συντρόφους του και έφερε πίσω στο νησί μεγάλα κέρδη. Ήταν μάλλον ευγενής και είναι ο πρώτος έμπορος για τον οποίο μαθαίνουμε από τις πηγές (Ηρόδοτος, Ιστορίαι).
O Ησίοδος πάλι γράφει και για κάποιες περιπτώσεις πολιτών με δική τους γη, που την καλλιεργούσαν, και έπειτα φόρτωναν τα προϊόντα τους σε μικρές βάρκες, για να τα μεταφέρουν και να τα πουλήσουν αλλού. Πρέπει συνήθως να κατέφευγαν σε αυτήν τη λύση, εάν δεν υπήρχε άλλη διαθέσιμη αγορά στη δική τους περιοχή (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι). Από τον 7ο αιώνα π.Χ. και εξής, το εμπόριο, και κυρίως το θαλάσσιο, βασίζεται σε ένα αναπτυγμένο δίκτυο αποικιών, εμπορικών σταθμών και ξένων αλλά φιλικών λιμανιών.
Μέχρι το 475 π.Χ. περίπου, οι ανεξάρτητοι έμποροι που εμπορεύονταν μέσω θάλασσας αυξήθηκαν σε σχέση με τους στεριανούς συναδέλφους τους, καθορίζοντας έτσι τη μορφή που θα έχει το θαλάσσιο εμπόριο στην Κλασική περίοδο. Το εμπόριο αυτή την εποχή συνδέεται και με την πειρατεία, η οποία με τη σειρά της σχετίζεται με μία σημαντική πηγή εισοδήματος, το δουλεμπόριο. Οι κάτοικοι των περισσότερων νησιών, όπως ήταν η Αίγινα, η Κρήτη και η Σάμος, επιδίδονταν σε αυτό από πολύ παλιά. Η Αίγινα παρουσίασε στην Αρχαϊκή περίοδο ένα νέο στοιχείο για τον Ελλαδικό χώρο, το νόμισμα.
Στον Ελληνικό κόσμο, οι εμπορικές συναλλαγές -εισαγωγές και εξαγωγές- αποτελούσαν δραστηριότητα των αντρών. Αν λάβουμε υπόψη το πρόβλημα τής σχεδόν ολοκληρωτικής έλλειψης πηγών πάνω στο θέμα, αξίζει να αναφερθούν δύο, οι οποίες δίνουν κάποια στοιχεία για τη γυναικεία παρουσία στην εμπορική δραστηριότητα των Ελλήνων. Ο Αθήναιος λέει ότι ο Σόλων απαγόρευσε στους άντρες τη συμμετοχή τους στο εμπόριο αρωμάτων και ο Φερεκράτης, όταν αναφέρεται σε αυτό, μιλάει σαν να πρόκειται για γυναικείο μονοπώλιο. Ωστόσο, και εδώ πιθανότατα οι γυναίκες να μην είχαν τον πρώτο ρόλο.
Οι άντρες διαπραγματεύονταν την αγορά και την πώληση των προϊόντων, ενώ γυναίκες από οικονομικά ασθενή στρώματα απασχολούνταν στην προώθησή τους. Υπήρχε ένας νόμος του Σόλωνα που ανέφερε ότι, εάν κάποιος μιλούσε άσχημα σε άντρα ή γυναίκα που εργαζόταν στην αγορά, ήταν δυνατό να τον μηνύσουν για δυσφήμιση. Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ενδεικτικό για την ύπαρξη κάποιας αρνητικής διάθεσης από μία μερίδα ευκατάστατων πολιτών, η οποία εκφραζόταν μέσα από προσβολές και πιθανές κοροϊδίες προς τους φτωχότερους συμπολίτες τους που εμπορεύονταν στην αγορά.
Συνθήκες
Πριν από τους Περσικούς πολέμους, το αναπτυσσόμενο Ελληνικό εμπόριο επικεντρωνόταν γύρω από έναν αριθμό λιμανιών και πόλεων που εξαιτίας της γεωγραφικής τους θέσης ήταν κατάλληλα εμπορικά κέντρα. Ανάμεσά τους, τα πιο σημαντικά ήταν η Κόρινθος, η Αίγινα και η Αθήνα στην κυρίως Ελλάδα. Επιπλέον ξεχώρισαν η Μίλητος στη Μικρά Ασία, που έλεγχε το εμπόριο μεταξύ Μικράς Ασίας και Μεσογείου, και η Ναύκρατις στην Αίγυπτο, που είχε τον έλεγχο των εμπορικών δρόμων μεταξύ Μεσογείου και Αιγύπτου (Ηρόδοτος, Ιστορίαι). Τέλος η Καρχηδόνα και η Μασσαλία αποτέλεσαν αξιόλογα εμπορικά κέντρα στη Δύση.
Τον 6ο αιώνα π.Χ. η Κόρινθος και η Αίγινα κυριαρχούσαν στο Αιγαίο και δυτικά μέχρι τη Σικελία και την Κάτω Ιταλία. Οι εμπορικοί σταθμοί της Σάμου, της Μιλήτου και της Χίου εκμεταλλεύονταν τις αγορές στην Εγγύς Ανατολή και στην Αίγυπτο. Οι πρώτοι Έλληνες που ασχολήθηκαν με το εμπόριο συνεργάστηκαν αρχικά με τους Φοίνικες, που είχαν ήδη καθιερωθεί ως έμποροι. Ήταν κυρίως τυχοδιώκτες που επιδίδονταν στην αγορά και πώληση σπάνιων ειδών (Σιμωνίδης ο Κείος). Ωστόσο, το ελληνικό εμπόριο στηριζόταν κυρίως στους παραγωγούς και κατά δεύτερο λόγο στην ομάδα αυτή των τυχοδιωκτών.
Εισαγωγές
Ανάμεσα στα διάφορα προϊόντα που εισάγονταν στον Ελλαδικό χώρο, σημαντική θέση κατείχαν τα μέταλλα, τα οποία αποτελούσαν ζωτικά είδη, καθώς σ’ αυτόν υπήρχαν περιορισμένα αποθέματα αργύρου, σιδήρου και χαλκού. Τα μέταλλα χρησιμοποιούνταν πλέον σε μεγαλύτερες ποσότητες για την κατασκευή έργων τέχνης και κοσμημάτων, εργαλείων και όπλων. Τα Ελληνικά φύλα προμηθεύονταν χαλκό από την Κύπρο, σίδηρο από τα παράλια του Πόντου, χρυσό από τη Θάσο και διάφορα μέταλλα από την Ισπανία, τη Συρία, την Κιλικία, την Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία.
Ιδιαίτερα, η περιοχή της Μαύρης Θάλασσας αποτέλεσε πλούσια πηγή μετάλλων, πολύτιμων και μη, για την εμπορική εκμετάλλευση των οποίων έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο οι Ελληνικές αποικίες. Οι κάτοικοι της Φώκαιας, στη Μικρά Ασία, υπήρξαν οι πιο τολμηροί από τους Ίωνες στα θαλάσσια ταξίδια. Από το τέλος του7ου αιώνα π.Χ., είχαν επαφές στην Ισπανία με το βασιλιά Αργανθώνιο της Ταρτησσού -μιας περιοχής γνωστής για τα μεταλλεία αργύρου- με τον οποίο εμπορεύονταν άργυρο, κασσίτερο από τα βορειοδυτικά και ράβδους χαλκού (Ηρόδοτος, Ιστορίαι). Ξυλεία μετέφεραν από την περιοχή της νότιας Μαύρης Θάλασσας και της Θράκης, κυρίως για τη ναυπήγηση πλοίων.
Από την ίδια περιοχή έφερναν δέρματα και κερί. Οι κύριοι αγοραστές των ειδών πολυτελείας, που αποτελούσαν μία εξίσου κερδοφόρα αγορά, ήταν τα μέλη της ανώτερης τάξης. Τα υφάσματα και τα ενδύματα πολυτελείας έρχονταν από τα βασίλεια της Ασίας, την Αίγυπτο και την Αφρική. Η σημασία αυτού του εμπορικού είδους φαίνεται από το παράδειγμα της Μιλήτου, που είχε αναπτυγμένο εμπόριο υφασμάτων με τη Σύβαρη στην Κάτω Ιταλία. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ήταν τόσο σημαντικό, ώστε οι Μιλήσιοι τήρησαν περίοδο πένθους, όταν η Σύβαρις καταστράφηκε στα 510 π.Χ. από την πόλη του Κρότωνα.
Με την Αίγυπτο οι Έλληνες είχαν αναπτυγμένες εμπορικές σχέσεις από την εποχή της ίδρυσης της Ναύκρατης, ενός εμπορικού σταθμού με προνόμια καθορισμένα από τις Αιγυπτιακές αρχές. Αντάλλασσαν κρασί και ελαιόλαδο με σιτάρι, λινάρι και πάπυρο. Όσον αφορά το θέμα της εισαγωγής σιτηρών από τις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, αν και στην επιστημονική κοινότητα υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις, τόσο η αρχαιολογία όσο και οι γραπτές πηγές δείχνουν ότι τα σιτηρά άρχισαν να εξάγονται στα τέλη 6ου – αρχές 5ου αιώνα π.Χ. Ο Ηρόδοτος, αναφερόμενος στο ίδιο θέμα, δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξη θαλάσσιων μεταφορών σιτηρών, κατά την Αρχαϊκή περίοδο, από την αποικία Ολβία στη βόρεια Μαύρη Θάλασσα προς την Ελλάδα.
Ούτε και δηλώνει ξεκάθαρα, εάν η Ολβία επανεξήγαγε το σιτάρι που προμηθευόταν από τους Σκύθες καλλιεργητές, οι οποίοι κατοικούσαν στην περιοχή (Ηρόδοτος, Ιστορίαι). Στα τέλη λοιπόν του 6ου αιώνα π.Χ., άρχισαν οι άποικοι να εμπορεύονται σιτάρι πρώτα, για να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες και αργότερα, για να το εξάγουν στις ελληνικές πόλεις. Μπορεί κανείς να πει με σιγουριά ότι οι Ελληνικές αποικίες -τουλάχιστον της Μαύρης Θάλασσας- λειτουργούσαν ως μεσάζοντες ανάμεσα στον Ελλαδικό χώρο και στους ντόπιους γείτονές τους που καλλιεργούσαν και εμπορεύονταν σιτηρά.
Δουλεμπόριο
Με την ανάπτυξη του εμπορίου η δουλεία γίνεται πλέον παράγοντας της Ελληνικής οικονομίας. Ο Ησίοδος περιγράφει στο έργο του Έργα και Ημέραι, στα τέλη του 8ου ή στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ.,την εξέλιξη της δουλείας στην ιδιαίτερη πατρίδα του στη Βοιωτία, στο μικρό χωριό Άσκρα (Ησίοδος,Έργα και Ημέραι). Αναφορές σε δούλους έχουμε και στη λυρική ποίηση του 7ου και 6ου αιώνα π.Χ. στα έργα του Αρχίλοχου, του Ιππώνακτα (Ιππώναξ) και του Θέογνη (Θέογνις). Το εμπόριο δουλείας περιελάμβανε εταίρες και ανειδίκευτο προσωπικό για την εργασία στα λιμάνια, στα εργαστήρια, στα καταστήματα και στα χωράφια. Επίσης, ως εργατικό δυναμικό χρησιμοποιούνταν στα μεταλλεία, στα λατομεία, στη μεταφορά λίθων και σε άλλες οικοδομικές εργασίες.
Η τιμή ενός δούλου εξαρτιόταν από το φύλο, την ηλικία, τις επαγγελματικές ικανότητές του και περισσότερο από τις σχέσεις ζήτησης και προσφοράς στην περιοχή. Ένα ψήφισμα του 6ου αιώνα π.Χ. από την Κύζικο μας πληροφορεί για την ύπαρξη ενός φόρου, της “ανδραποδωνίης”, που πιθανότατα να σχετίζεται με τη χρήση δούλων. Οι δούλοι προέρχονταν κυρίως από τη Λυδία, την Παφλαγονία και τη Φρυγία. Περιοχές όπως η Χίος, η Έφεσος και το Βυζάντιο, πρωτοστάτησαν στη διεξαγωγή δουλεμπόριου. Μάλιστα, ο ιστορικός Θεόπομπος αναφέρει ότι η Χίος ήταν το πρώτο μέρος στην Ελλάδα που χρησιμοποίησε δούλους από μη Ελλαδικά μέρη.
Την ίδια στιγμή που η ελευθερία του πολίτη αποτελεί προϋπόθεση για να υπάρξει η πόλη -αλλά και αναγκαία συνέπειά της- η υποδούλωση άλλων λαών θεωρείται απαραίτητη για την απόκτηση και διατήρηση αυτής της ελευθερίας. Όσον αφορά την αιτιολόγηση της διαδικασίας που οδήγησε σ’ αυτό το φαινόμενο, υπάρχουν δύο βασικές προσεγγίσεις. Η πρώτη θεωρεί ότι η οικονομική πρόοδος οδήγησε στην ανάπτυξη της δουλείας, η οποία με τη σειρά της προώθησε την εξέλιξη της δημοκρατίας. Η δεύτερη, αντίθετα, υποστηρίζει ότι η εξέλιξη της δημοκρατίας οδήγησε στην ανάπτυξη της δουλείας δίνοντας ώθηση έτσι στην οικονομική πρόοδο.
Ως επιχειρήματα, για την πρώτη άποψη, μπορούν να χρησιμοποιηθούν, η ανάπτυξη της εμπορικής και της καλλιτεχνικής κίνησης, η μείωση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού και το ρεύμα του αποικισμού από τον 8ο έως τον 6ο αιώνα π.Χ. Από την άλλη πλευρά, όσοι υποστηρίζουν τη δεύτερη, στηρίζονται στην ενίσχυση του δήμου εις βάρος της αριστοκρατίας μετά από μία σειρά επεισοδίων με επικεφαλής διάφορους τυράννους. Τα επεισόδια αυτά ήταν αποτέλεσμα της αυξανόμενης σημασίας του ρόλου των καλλιτεχνών και του εμπορίου, καθώς και της ζήτησης στρατιωτών μετά την επικράτηση της οπλιτικής τακτικής, ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ.
Ροδόπις
Ο Ηρόδοτος αναφέρεται στην περίπτωση της εταίρας Ροδόπιδος από τη Θράκη, η οποία ήταν διάσημη την εποχή της βασιλείας του Άμαση, μεταξύ του 569 και 526 π.Χ. Υπήρξε σκλάβα του Ξάνθη από τη Σάμο, ο οποίος την έφερε στην Αίγυπτο. Ο Χάραξος από τη Μυτιλήνη, αδελφός της ποιήτριας Σαπφώς, την απελευθέρωσε, αφού πλήρωσε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό (Ηρόδοτος Ιστορίαι, Στράβων Γεωγραφικά).
Ναυπηγική
Καθώς το εμπόριο μέσω των θαλάσσιων οδών άρχισε να παίζει σπουδαιότερο ρόλο, αποτέλεσμα ήταν να αναπτυχθεί σημαντικά και η ναυσιπλοΐα (Θέογνις). Την περίοδο μεταξύ 700 και 480 π.Χ. παρατηρείται αυξημένη ναυτική δραστηριότητα, που χαρακτηρίζεται από την ίδρυση αποικιών στο βόρειο Αιγαίο, στα βορειοανατολικά της Μαύρης Θάλασσας και στη Δύση, καθώς και από την ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων με την Αίγυπτο. Τον 6ο αιώνα π.Χ., η Σπάρτη αρχίζει να αμφισβητεί τη ναυτική δύναμη της Σάμου, η οποία με τη στήριξη του τυράννου Πολυκράτη κυριαρχεί στο Αιγαίο. Την ίδια εποχή η Αίγινα και η Αθήνα βρίσκονταν σε διαμάχη για τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων της περιοχής τους.
Ως αποτέλεσμα, η ναυπηγική αναγκάστηκε να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα, αλλά και να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις. Πληροφορίες για τα πλοία της εποχής βρίσκονται στις περιγραφές των λυρικών ποιητών, οι οποίοι δε διστάζουν να υιοθετήσουν τη γλώσσα των Ομηρικών Επών. Ο Αρχίλοχος και ο Σόλων τα ονομάζουν ταχύτατα, ο Αλκαίος μαύρα (Αλκαίος). Τις πρώτες αναφορές σε τύπους πλοίων όπως είναι η πεντηκόντορος και η τριήρης τις βρίσκουμε: για τη μεν πρώτη στον Αρχίλοχο, όπου πληροφορούμαστε τη μεταφορά ενός πρέσβη στην Πάρο (Αρχίλοχος), και για τη δεύτερη στον Ιππώνακτα (Ιππώναξ). Τα πολεμικά πλοία, οι λεγόμενες μακραί νήες, ήταν σε χρήση από τον 8ο αιώνα π.Χ.
Αργότερα, ενισχύθηκαν στην πλώρη με το έμβολο, αυξάνοντας έτσι την επιθετική τους δύναμη. Από το σημείο αυτό, ο ρόλος τους διαχωρίστηκε από εκείνον των εμπορικών πλοίων. Οι πεντηκόντοροι (με 50 κουπιά) χρησιμοποιούνταν εκτενέστατα τόσο για τη μεταφορά αγαθών όσο και σε πολεμικές εκστρατείες, κυρίως από τους Φωκαείς (Ηρόδοτος). Ο ρόλος τους ήταν πολύ σημαντικός, ακριβώς εξαιτίας της ικανότητας που είχαν να πλέουν σε αντίθετα θαλάσσια ρεύματα και να αντιμετωπίζουν εχθρικά πλοία κατά μήκος επικίνδυνων ακτών και περασμάτων. Ήταν τα πιο κατάλληλα για επιδρομές, για πειρατεία και για τη μεταφορά αγαθών και στρατευμάτων.
Θεωρούνταν τα κατεξοχήν πολεμικά πλοία πριν από την εμφάνιση της τριήρους (Θουκυδίδης). Επίσης, οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν και τις τριαντακοντόρους, πλοία δηλαδή με 30 κουπιά. Τον 6ο αιώνα π.Χ., χρησιμοποιήθηκε ευρύτερα ένα νέο πολεμικό πλοίο η τριήρης, με τρεις σειρές κουπιών, και με 170 κωπηλάτες. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη, το ναυπήγησαν πρώτοι οι Κορίνθιοι ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. (Θουκυδίδης, Ιστοριών). Κατά μία άλλη και πιθανότερη άποψη, δημιουργήθηκε στην περιοχή του Αιγαίου γύρω στα 530 π.Χ., την εποχή του Πολυκράτη, και ο σχεδιασμός του είχε επιρροές από τα πλοία των Φοινίκων.
Τέλος, άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι Κορίνθιοι ήταν αυτοί που σχεδίασαν το νέο αυτό πλοίο και ότι πιθανώς ο Πολυκράτης ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε την τριήρη στη θέση των πεντηκοντόρων. Τα κατεξοχήν εμπορικά πλοία, οι στρογγύλαι νήες, είχαν την πλώρη και την πρύμνη ψηλές και στρογγυλεμένες και το αμπάρι ευρύχωρο. Τον 7ο αιώνα π.Χ., απέκτησαν μεγάλα ιστία και βοηθητικά κουπιά -αυξάνοντας έτσι την ταχύτητά τους- και εφοδιάστηκαν με άγκυρα. Το σκαρί τους παρέμεινε το ίδιο και στις επόμενες εποχές. Τα κατεξοχήν εμπορικά ονομάζονταν ολκάδες και ο Αριστοτέλης αργότερα τα παρομοίασε με μεγάλα έντομα που είχαν μικροσκοπικά φτερά.
Πειρατεία
Στο έργο του Θουκυδίδη υπάρχει η πληροφορία ότι κάποτε όλοι οι κάτοικοι των νησιών ήταν πειρατές (Ιστοριών). Πιθανότατα να αναφέρεται στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. και κυρίως στον 7ο αιώνα, όταν το φαινόμενο της πειρατείας είχε αποκτήσει τεράστιες διαστάσεις στις Ελληνικές θάλασσες. Η πειρατεία ήταν ήδη γνωστή από τα μινωικά χρόνια (Θουκυδίδης, Ιστοριών). Οι Κρήτες, ειδικά, είχαν αποκτήσει μεγάλη φήμη ως ικανότατοι στις θαλάσσιες επιδρομές. Η μέθοδος που ακολουθούσαν στη διεξαγωγή των πειρατικών τους επιθέσεων δημιούργησε ένα χαρακτηριστικό τύπο, εκείνον του Κρήτη πειρατή, όπως αυτός περιγράφεται στα έργα του Ομήρου.
Σε όλη τη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου, οι Κρήτες πειρατές συνέχισαν να οργώνουν τις θάλασσες της Μεσογείου σε αναζήτηση κερδοφόρας λείας. Γύρω στα μέσα της Κλασικής περιόδου, οι πειρατές της Κιλικίας επικράτησαν πλέον έναντι των Κρητών περιορίζοντας έτσι τη δράση τους. Οι κάτοικοι της Αίγινας ήταν γνωστοί στον αρχαϊκό κόσμο για τις ικανότητές τους στην “τέχνη” της πειρατείας. Ο Ηρόδοτος αναφερόμενος στην ανεξαρτησία τους την αιτιολογεί ως το αποτέλεσμα των πειρατικών επιδρομών εναντίον της Επιδαύρου (Ιστορίαι). Aπό πολύ νωρίς επιδίδονταν σε αυτές κυριαρχώντας έτσι στα παράλια της Πελοποννήσου, προτού ακόμη ταξιδέψουν στη Nαύκρατητης Aιγύπτου και σε άλλα λιμάνια.
Η γεωγραφική θέση του νησιού εξάλλου ήταν τέτοια που επέτρεπε τον έλεγχο του περάσματος των πλοίων στο Σαρωνικό κόλπο. Επιδίδονταν ιδιαίτερα στην απαγωγή διάφορων άτυχων ταξιδιωτών, τους οποίους έπειτα πουλούσαν ως δούλους καθώς αυτό το είδος εμπορεύματος ήταν αρκετά επικερδές. Υπάρχουν αναφορές για την απαγωγή της κόρης του τυράννου Πεισίστρατου από κάποιο μνηστήρα και την πώλησή της ως σκλάβα στην Aίγινα. Είναι πολύ πιθανόν ότι μέχρι το τέλος του 6ου αιώνα π.Χ., στην Αίγινα υπήρχε μια αρκετά δραστήρια αγορά δούλων.
Καθώς, όμως, το εμπόριο αναπτυσσόταν και οι διάφορες πόλεις άρχισαν να αποκτούν στόλο και οχυρώσεις, οι Αιγινήτες στράφηκαν στην ανταλλαγή προϊόντων λειτουργώντας οι ίδιοι ως πλανόδιοι έμποροι που μετακινούνταν από τόπο σε τόπο κυρίως στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Μέθοδοι
Χαρακτηριστικό στοιχείο του εμπορίου της εποχής ήταν η αμεσότητα στις συναλλαγές, που εκφραζόταν μέσα από τον προφορικό λόγο και την απευθείας ανταλλαγή αγαθών. Για παράδειγμα, οι Έλληνες άποικοι στην περιοχή της Ολβίας, στη βόρεια Μαύρη Θάλασσα, αντάλλασσαν με τους ντόπιους κεραμική πολυτελείας, κρασί και λάδι με σiτάρι, το οποίο στέγνωναν σε ειδικά κτήρια πριν από τη μεταφορά του. Εκτός από τη συναλλαγή στην τράπεζα και στην αγορά, εμπορικές συναλλαγές γίνονταν και με τους πλανόδιους πωλητές. Οι πιο διάσημοι από αυτούς ήταν οι κάτοικοι της Αίγινας, που μετέφεραν τα Αιγιναία από περιοχή σε περιοχή και τα εμπορεύονταν.
Τα προϊόντα αυτά ονομάστηκαν έτσι, γιατί οι πρώτοι που τα εισήγαγαν στην κυρίως Ελλάδα ήταν οι Αιγινήτες.
Α. Τράπεζα
Η ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου ήταν δυνατή λόγω της ταυτόχρονης ανάπτυξης της “τραπεζικής” πίστωσης, η οποία σταδιακά αναδείχθηκε μέσα από δύο αρκετά διαφορετικούς θεσμούς: το ναό και την τράπεζα χρήματος στην αγορά. Μόνο οι πλούσιοι γαιοκτήμονες ήταν σε θέση να δανείσουν όσους επιθυμούσαν να ασχοληθούν με το εμπόριο. Αυτοί διέθεταν τα απαραίτητα κεφάλαια για την κατασκευή ή και την αγορά πλοίου και φορτίου. Πολίτες από φτωχά κοινωνικά στρώματα και πρώηναριστοκράτες που είχαν καταστραφεί οικονομικά, κατέφευγαν στο δανεισμό, για να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν όσα μεγαλεπήβολα σχέδια είχαν.
Αγορά
Η πρώτη σίγουρη αναφορά σε εμπορική αγορά υπάρχει σε ένα ομηρικό επίγραμμα, που χρονολογείται γύρω στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. Η αγορά βρισκόταν συχνά σε ένα κεντρικό σημείο της πόλης ή κοντά στο λιμάνι, εάν βέβαια υπήρχε. Εκεί συγκεντρώνονταν διάφοροι πολίτες, αγρότες και τεχνίτες και αντάλλασσαν τα προϊόντα τους. Εκτός όμως από τις μόνιμες αγορές μέσα στις πόλεις, υπήρχαν και οι εποχιακές. Αυτές οργανώνονταν έξω από την πόλη, για να προμηθεύουν συνήθως με αγαθά στρατούς με τους οποίους η πόλη είχε φιλικές σχέσεις, αλλά που δεν επιθυμούσε να τους επιτρέψει την είσοδο εντός των τειχών της.
Στις Ελληνικές αγορές καλλιεργήθηκε το ανεξάρτητο και ανταγωνιστικό πνεύμα που ώθησε τους Έλληνες εμπόρους να υιοθετήσουν από την Ανατολή νέες τεχνικές στην παραγωγή των προϊόντων τους, οι οποίες καλιεργήθηκαν κι έφτασαν σε υψηλά επίπεδα τελειότητας από τους ντόπιους τεχνίτες. Ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της κοκκιδωτής τεχνικής στη χρυσοχοΐα.
Β. Φόροι
Είναι γνωστό ότι στην Αρχαϊκή περίοδο η άμεση φορολογία περιελάμβανε φόρους κινητής περιουσίας, στην παραγωγή δηλαδή των προϊόντων, καθώς και διόδια. Οι έμμεσοι φόροι, από την άλλη πλευρά, αφορούσαν την είσοδο στις αγορές και τα λιμάνια καθώς και τη χρήση τους, τη διέλευση των πυλών διάφορων πόλεων και την αγορά και πώληση εμπορικών ειδών. Αναφέρονται και περιπτώσεις απαλλαγών. Ένα ψήφισμα του 6ου αιώνα π.Χ., από την Κύζικο, απαλλάσσει έναν πολίτη και τους απόγονους του από την καταβολή φόρων.
Αποικίες
Η λεγόμενη αποικιακή κίνηση, που διήρκησε από τα μέσα περίπου του 8ου αιώνα π.Χ. και συνεχίστηκε μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση λΕληνικών πόλεων στη Σικελία, στη νότια Ιταλία, κατά μήκος της νότιας ακτής της Γαλλίας και της ανατολικής ακτής της Ισπανίας, στη χερσόνησο της Κυρηναϊκής στη βόρεια Αφρική, κατά μήκος των θρακικών ακτών, στον Ελλήσποντο και στη Μαύρη Θάλασσα. Βασικά χαρακτηριστικά του αποικισμού ήταν:
Πρώτον, ότι είχε το στοιχείο της οργανωμένης κίνησης με αφετηρία την εκάστοτε μητρόπολη.
Δεύτερον, ότι οι αποικίες -με εξαίρεση τα εμπόρια- αποτέλεσαν πόλεις από την αρχή της ίδρυσής τους, οι οποίες μάλιστα συχνά αναπαρήγαγαν τους θεσμούς των μητροπόλεων τους.
Τα οικονομικά ενδιαφέροντα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του αποικισμού. Τα μέλη των υψηλότερων οικονομικά στρωμάτων αποτέλεσαν τους πρωτοπόρους, όσον αφορά την επέκταση της Ελλάδας έξω από την περιοχή του Αιγαίου. Οι ανώτερες κοινωνικά τάξεις αναζητούσαν “χρήματα” (χρήσιμα πράγματα), όπως ασήμι και χρυσό, εκτάσεις σιτηρών, σπίτια και ζώα, σε περιοχές έξω από τον κυρίως Ελλαδικό χώρο. Οι Έλληνες άποικοι ανέπτυξαν εμπορικές συναλλαγές τόσο με τις μητροπόλεις τους, όσο και με άλλες πόλεις και αποικίες εντός και εκτός του Ελληνικού κόσμου.
Δε δίστασαν, επίσης, να έρθουν σε επαφή και να δημιουργήσουν εμπορικές σχέσεις με τους γείτονές τους αυτόχθονες λαούς, όπου αυτό ήταν βέβαια εφικτό (Ηρόδοτος, Ιστορίαι). Στο Εμπόριο της Καταλονίας, αποικία των κατοίκων από τη Φώκαια της Μικράς Ασίας, η Ελληνική και η αυτόχθονη κοινότητα κατοικούσαν στην ίδια περιοχή (Στράβων, Γεωγραφικά). Ωστόσο αν και περιβάλλονταν με κοινή οχύρωση, ήταν χωρισμένες με εσωτερικό τείχος. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι Έλληνες υποδούλωσαν τους αυτόχθονες και άλλοτε πάλι, μη ελληνικά φύλα έδιωξαν τους Έλληνες από την περιοχή τους.
Ως επί το πλείστον, πάντως, είχε επέλθει μία ισορροπημένη συνύπαρξη μεταξύ των αποίκων και των αυτόχθονων λαών που κατοικούσαν στην περιοχή. Σε ελάχιστες περιστάσεις, πραγματοποιήθηκε ακόμη και μίξη των δύο ετερογενών στοιχείων, όπως για παράδειγμα στα Νησιά Λιπάρι, στην Κάτω Ιταλία, όπου υπήρχε μία κοινότητα που τη συναποτελούσαν Ρόδιοι και Κνίδιοι. Από τη μια μεριά ο φόβος των ντόπιων για τις ετρουσκικές επιδρομές και από την άλλη η έλλειψη εναλλακτικών λύσεων από τους Έλληνες ώθησαν τις δύο ομάδες να ενωθούν. Αρχικά, διατήρησαν την πολιτιστική τους ταυτότητα, αλλά σταδιακά μέσα από τη διαδικασία της καλλιέργειας κοινών εκτάσεων γης αφομοιώθηκαν (Στράβων, Γεωγραφικά).
Οι Ελληνικές αποικίες λειτούργησαν ως εμπορικά κέντρα για τους γειτονικούς αυτόχθονες πληθυσμούς. Πρόσφεραν τις υπηρεσίες μίας μεγάλης αναπτυγμένης αγοράς, ικανής να απορροφά μεγάλους αριθμούς προϊόντων -κυρίως όμως δούλων- και σε αντάλλαγμα να προμηθεύει μεγάλες ποσότητες χρήματος -ειδικότερα μετά τον 6ο αιώνα π.Χ.- σε μορφή κερμάτων. Οι Έλληνες άποικοι διέδωσαν το νόμισμα στους ντόπιους γείτονές τους. Ελληνικά νομίσματα έχουν βρεθεί σε αρκετές κοινότητες αυτόχθονων φυλών και πιθανότατα να είχαν μεγαλύτερη αξία ως πολύτιμο αντικείμενο παρά ως χρήμα.
Είναι γνωστό ότι τα κέρματα από φτηνό μέταλλο ή χαμηλής αξίας νομίσματα είχαν ευρεία χρήση ανάμεσα στις αυτόχθονες φυλές, όπως για παράδειγμα τα δελφίνια της Ολβίας στη Μαύρη Θάλασσα.
Α. Αίτια
Ο καθορισμός της ουσίας του φαινομένου του αποικισμού και των παραγόντων που τον δημιούργησαν αποτελεί μέχρι και σήμερα στον ακαδημαϊκό κόσμο, ένα θέμα το οποίο προκαλεί μία συνεχή διαμάχη. Οι μελετητές αδυνατούν να συμφωνήσουν ως προς τα αίτια που προκάλεσαν την αποικιακή κίνηση. Μία μεγάλη κατηγορία ερευνητών εστιάζει το ενδιαφέρον της στο πρόβλημα του υπερπληθυσμού. Εδώ και αρκετά χρόνια υποστηρίζεται ότι κατά τη διάρκεια του 8ου και 7ου αιώνα π.Χ., υπήρξε μία δραματική αύξηση του πληθυσμού στον Ελλαδικό χώρο. Προκειμένου να εκτονωθεί η ένταση από αυτό το πρόβλημα, ομάδες πολιτών στάλθηκαν να ιδρύσουν αποικίες σε περιοχές, κυρίως εκτός της Ελλάδας.
Τα τελευταία όμως χρόνια δίνεται μία ιδιαίτερη έμφαση στους οικονομικούς παράγοντες. Ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο βασικός λόγος για την εξάπλωση των αποικιών ήταν η απόκτηση καλλιεργήσιμης γης. Άλλοι πάλι μιλάνε για τη σημασία των μετάλλων στην Αρχαϊκή περίοδο και θεωρούν ότι η αναζήτησή της ήταν ο βασικός λόγος που προκάλεσε το αποικιακό ρεύμα. Πάντως, η επικρατέστερη άποψη στηρίζεται και στις δύο παραπάνω θεωρίες και δέχεται ότι οι άποικοι παρακινήθηκαν από την ανάγκη για εύρεση τόσο καλλιεργήσιμης γης όσο και περιοχών πλούσιων σε μέταλλα, τα οποία δε διέθετε το ελληνικό υπέδαφος (Στράβων,Γεωγραφικά).
Tέλος, μία ομάδα μελετητών εντοπίζει την αφετηρία του αποικιακού ρεύματος και στις φυσικές καταστροφές, όπως για παράδειγμα, στις συχνές ξηρασίες της εποχής, που οδηγούσαν σε κακές σοδειές. Ισχυρίζονται ότι ο αποικισμός αποτέλεσε τη θεραπεία, όχι τόσο του φαινομένου του υπερπληθυσμού, αλλά των πληγών που προκαλούσαν οι συνεχείς αυτές καταστροφές. Πέραν όμως από αιτίες κοινωνικής και οικονομικής φύσης καθώς και από δυσμενείς περιβαλλοντικές συνθήκες, ορισμένες περιπτώσεις αποίκισης έχουν ερμηνευτεί κυρίως ως το αποτέλεσμα πολιτικών πιέσεων.
Στην κυρίως Ελλάδα, οι αναπόφευκτες δυσκολίες στη γεωργική καλλιέργεια πιθανότατα να ευνόησαν τη σκέψη γύρω από το εμπόριο. Ωστόσο, φαίνεται απίθανο οι αποικίες να ιδρύθηκαν για εμπορικούς λόγους, την ίδια στιγμή μάλιστα που οι άποικοι στάλθηκαν για ανεύρεση νέων καλλιεργήσιμων εκτάσεων και βοσκότοπων. Συνήθως το εμπόριο με την ευρύτερη έννοιά του, ήταν το αποτέλεσμα και όχι η αιτία του αποικιακού ρεύματος. Το εμπορικό κίνητρο δε λειτούργησε ποτέ ως ο πρώτος λόγος για την εγκαθίδρυση κοινοτήτων ή αποικιών, ούτε στη Μικρά Ασία ούτε και στη Δύση. Γενικά, πάντως, η επιτυχία του αποικιακού κινήματος οφειλόταν αρκετά στην παράλληλη ανάπτυξη του εμπορίου.
Οι Έλληνες άποικοι κατοίκησαν περιοχές ανάλογες σε κλιματολογικές συνθήκες με εκείνες της Ελλάδας. Η επιλογή αυτή τους επέτρεψε, ώστε να προσαρμοστούν ευκολότερα οι ίδιοι, αλλά και να προσαρμόσουν τις γεωργικές τεχνικές τους με άνεση στις καινούργιες πατρίδες τους. Η ίδρυση των αποικιών παρείχε σημαντικές υπερπόντιες αγορές και ασφαλή λιμάνια για τις θαλάσσιες επιχειρήσεις. Κυρίως όμως αντανακλούσε τη γενικότερη εξέλιξη, που σημειώθηκε την Αρχαϊκή περίοδο στην περιοχή του Αιγαίου. Η δημιουργία των πόλεων, η χρήση του νομίσματος και η άνοδος των τυράννων έχουν θεωρηθεί από πολλούς ως κίνητρα, αλλά και ως συνέπειες της όλης δραστηριότητας.
Υπερπληθυσμός
Η πιο παλιά θεωρία, και η πιο διαδεδομένη μέχρι πρόσφατα, πρέσβευε ως αιτία του αποικισμού το πρόβλημα του υπερπληθυσμού στον Ελλαδικό χώρο. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αύξηση του πληθυσμού είναι σχετική και αποτελεί κυρίως ένδειξη της μείωσης του δείκτη θνησιμότητας. Επιπλέον, η άποψη ότι οι αποικίες αποτέλεσαν μέσο εκτόνωσης του φαινομένου του υπερπληθυσμού της εποχής δεν είναι σίγουρη. Σε αρκετές περιπτώσεις υπερπληθυσμού έχει επισημανθεί η “μέριμνα” της φύσης (π.χ. ξέσπασμα επιδημιών για τη μείωσή του), ενώ βέβαια δεν απουσιάζει και ο ανθρώπινος παράγοντας που αναζητά λύσεις όσο το δυνατόν πιο άμεσες και εύκολες στην εφαρμογή τους.
Εάν υπήρχαν λοιπόν υπεράριθμοι πολίτες, η έρευνα θα είχε φέρει στο φως κάτι από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, ενώ η αποστολή στις αποικίες θα ακολουθούσε ως η έσχατη λύση. Εφόσον υπήρχε πληθυσμιακή έκρηξη στον ελλαδικό χώρο η φύση και η ανθρώπινη εφευρετικότητα θα αναλάμβαναν να αντιμετωπίσουν και να ελέγξουν το πρόβλημα. Επομένως, δε θα υπήρχαν υπεράριθμοι πολίτες, οι οποίοι θα έπρεπε να σταλούν σε αποικίες.
Ένα παράδειγμα που αντιτίθεται στην άποψη αυτή είναι η περίπτωση της Αθήνας. Εδώ παρατηρείται αύξηση του πληθυσμού την Αρχαϊκή περίοδο. Ωστόσο η πόλη, αν και δε διέθετε αρκετό εύφορο έδαφος, δε συμμετείχε στον αποικισμό. Αντίθετα επεκτάθηκε εσωτερικά, δηλαδή από τα παράλια προς το εσωτερικό της Αττικής, για να αξιοποιήσει νέα καλλιεργήσιμα εδάφη.
Οικονομικά Αίτια
Μία θεωρία, αρκετά διαδεδομένη, αναφέρει ως πρωταρχική αιτία του αρχαϊκού αποικισμού την αναζήτηση γης, δηλαδή την αναζήτηση εύφορων καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Αυτή η άποψη στηρίζεται κυρίως στην επιλογή να ιδρυθούν αποικίες στις περιοχές του Πόντου και της Μαύρης Θάλασσας. Οι περισσότερες αποικίες και ο μεγαλύτερος αριθμός αποίκων ζούσαν κυρίως από τη γεωργία, γι’ αυτό και το κίνητρο της πλειοψηφίας, απ’ όσους συμμετείχαν σε αυτήν τη δραστηριότητα, ήταν η απόκτηση γης για καλλιέργεια, η οποία δεν προσφερόταν στις μητροπόλεις. Σε ορισμένες αποικίες, οι πρώτοι κάτοικοι ονομάστηκαν γαμόροι, εκείνοι δηλαδή που μοιράστηκαν τη γη, όπως για παράδειγμα στις Συρακούσες.
Ένα άλλο παράδειγμα αφορά τους κατοίκους της Χίου, οι οποίοι μέσα στον 7ο αιώνα π.Χ. έπλευσαν βόρεια προς τις θρακικές ακτές και ίδρυσαν τη Μαρώνεια στην περιοχή του Ισμαρού ποταμού, περιοχή που ήταν ήδη γνωστή για την εύφορη καλλιεργήσιμη γη και το κρασί της. Επίσης, το Μεταπόντιον, αποικία της Αχαΐας στη νότια Ιταλία, είχε υιοθετήσει ως σύμβολο στο νόμισμά του το σιτάρι, τονίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη σημασία που είχαν οι εύφορες εκτάσεις σιτηρών για την πόλη.
Τα τελευταία χρόνια, επίσης, έχει δοθεί έμφαση στη σημασία των μετάλλων για την ανάπτυξη των ελληνικών πόλεων και η γεωγραφική θέση των αποικιών μελετάται σε συνδυασμό με τις όποιες πηγές μετάλλων -πολύτιμων και μη- υπήρχαν κοντά τους. Για παράδειγμα, η επιλογή των αποικιών στη Μαύρη Θάλασσα συσχετίζεται με τις πλούσιες σε αποθέματα μετάλλων περιοχές της βόρειας Μικράς Ασίας, της Αρμενίας και του Καυκάσου (Ηρόδοτος, Ιστορίαι).
Πολιτικά Αίτια
Επειδή τα πολιτικά δικαιώματα στην αρχαϊκή πόλη σχετίζονταν κυρίως με την ιδιοκτησία ή την ελεύθερη χρήση της γης, ήταν αναπόφευκτη και η εμφάνιση ορισμένων κρίσιμων προβλημάτων στις μητροπόλεις. Οι κάτοικοι ήθελαν τα δικά τους αγροτεμάχια. Στις μητροπόλεις αναπτύχθηκε ένα αίσθημα δυσαρέσκειας λόγω των αγροτικών χρεών και της εκμετάλλευσης ή και υποδούλωσης των αδύναμων αγροτικών μελών. Αυτό οδήγησε σε ένταση ανάμεσα στους ευγενείς και σε φιλόδοξους άντρες που ανήκαν σε κατώτερες κοινωνικά τάξεις. Το κλίμα αυτό οδήγησε σε παραδείγματα επιβαλλόμενης αποίκισης περιοχών.
Οι ανεπιθύμητοι πολίτες υποχρεώνονταν να συμμετάσχουν σε αποικιακές αποστολές προκειμένου να απομακρυνθεί ο κίνδυνος πιθανών αναταραχών. Μία τέτοια περίπτωση είναι εκείνη της ίδρυσης της πόλης του Τάραντα στην Κάτω Ιταλία στα 708 με 706 π.X. από μία ομάδα νέων που αναφέρονται στις πηγές ως Παρθενίαι. Κατά τη διάρκεια του Α’ Μεσσηνιακού πολέμου, γυναίκες και κόρες των Σπαρτιατών απέκτησαν νόθα παιδιά, πιθανότατα από είλωτες. Όταν αυτά μεγαλώνοντας απαίτησαν να τους δοθούν πολιτικά δικαιώματα και δεν έγινε αποδεκτό το αίτημά τους, οργάνωσαν συνωμοσία, η οποία όμως αποκαλύφτηκε.
Προκειμένου να αποφευχθούν πολιτικές ταραχές στη Σπάρτη, υποχρεώθηκαν από τις σπαρτιατικές αρχές να αποχωρήσουν και να ιδρύσουν την αποικία του Τάραντα (Στράβων,Γεωγραφικά). Η επιβαλλόμενη αποίκιση μπορούσε να πάρει και άλλη μορφή όπως φαίνεται από την περίπτωση της πόλης της Κυρήνης, που ιδρύθηκε από κατοίκους της Θήρας, οι οποίοι είχαν επιλεγεί από την κάθε οικογένεια του νησιού. Γενικότερα, εκείνοι που είχαν την εξουσία σίγουρα επωφελήθηκαν από την απομάκρυνση κάποιων φτωχών πολιτών προς τις αποικίες, ατόμων δηλαδή που δεν είχαν καθόλου περιουσία, για να μπορέσουν να επιβιώσουν στις μητροπόλεις τους.
Παρ’ όλο που αυτές οι ομάδες πολιτών δεν είχαν πολιτική δύναμη, η δυσαρέσκειά τους θα επηρέαζε σίγουρα τις πολιτικές εξελίξεις, ιδιαίτερα στις μικρότερες κοινότητες.
Β. Δούλοι
Στις περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν οι Έλληνες άποικοι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αυτόχθονες λαοί μετέπεσαν σε υπόδουλο πληθυσμό που χρησιμοποιήθηκε ως εργατικό δυναμικό. Αποδείξεις βέβαια για μεγάλο αριθμό ιδιόκτητων δούλων στις αποικίες δεν υπάρχουν. Η Ηράκλεια του Πόντου, στα βορειο-ανατολικά του Βοσπόρου, αποικήθηκε από Βοιωτούς και Μεγαρείς. Οι άποικοι είχαν έρθει σε συμφωνία με τους ντόπιους, τους Μαριανδυνούς, ότι θα τους παρείχαν ό,τι χρειάζονταν -και κυρίως προστασία- με αντάλλαγμα να τους υπηρετούν παραμένοντας συνεχώς στη δική τους γη.
Ένα άλλο παράδειγμα, που μας αναφέρει ο Ηρόδοτος, αφορά τις Συρακούσες, αποικία της Κορίνθου. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες της συγκεκριμένης περιοχής χρησιμοποιούσαν τους λεγόμενους Κιλλύριους ή Καλλικύριους ή Κιλλικύριους στην καλλιέργεια των χωραφιών τους. Αυτοί ήταν αυτόχθονες πληθυσμοί και στη συγκεκριμένη περίπτωση πολύ περισσότεροι από τους κατακτητές τους. Επίσης, οι Κάρες είχαν τους Λέλεγες -τους πρώτους κατοίκους της περιοχής- ως δούλους (οικέτες), όπως άλλωστε και οι κάτοικοι της Κυζίκου, οι οποίοι είχαν υποδουλώσει τους γείτονές τους Δολιόνες και Μυδοναίους.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, πάντως, οι αυτόχθονες φυλές κατάφερναν και παρέμεναν ανεξάρτητες. Όπου συνέβαινε το αντίθετο, οι λαοί αυτοί φαίνεται ότι διατηρούσαν το δικαίωμα της χρήσης της δικής τους γης με αντάλλαγμα όμως, την πληρωμή κάποιας εισφοράς. Παρατηρείται λοιπόν ένας διαφορετικός τρόπος εκμετάλλευσης, που θυμίζει περισσότερο εκείνον που ακολουθεί μια νικηφόρα πόλη ενάντια στην ηττημένη, παρά εκείνον που υφίσταντο οι είλωτες της Σπάρτης ή οι δούλοι της Αθήνας.
Γ. Αποικία
Η τυπική αποικία ήταν κατά βάση μία αγροτική κοινότητα. Οι περισσότερες Ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν ως αυτόνομες πόλεις υπό την αιγίδα κάποιας μητρόπολης, η οποία προμήθευε τον ιδρυτή (οικιστής) και πιθανότατα τα πλοία και τους τεχνίτες για την ίδρυση της αποικίας. Ο στόχος κάθε πόλης ήταν η αυτάρκεια. Για αυτόν το λόγο, κατελάμβαναν και καλλιεργούσαν αρκετή γη, ώστε να είναι σε θέση να εξασφαλίσουν στον πληθυσμό τους αρκετή τροφή. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για το σύστημα διάθεσης της γης στις νέες αποικίες. Είναι πολύ πιθανόν ότι οι συνθήκες διέφεραν από τη μία αποικία στην άλλη.
Δεν είναι γνωστό, εάν οι κλήροι μοιράζονταν στους κατοίκους ισότιμα, ούτε επίσης είναι σαφής η “τύχη” της γης σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα σε αυτή του θανάτου του ιδιοκτήτη της. Όπως και να είχαν τα πράγματα, δεν ήταν δυνατόν τελικά να αποφευχθούν οι ανισότητες στις αποικίες, όπως για παράδειγμα αυτές που σημειώθηκαν ανάμεσα στους πρώτους αποίκους ή τους απογόνους τους και σε όσους ήρθαν για εγκατάσταση αργότερα. Συνήθως, οι κάτοικοι μίας αποικίας είχαν κοινό τόπο καταγωγής και η αποικία-πόλη που ίδρυαν είχε σχέσεις με μία μόνο μητρόπολη.
Παραδείγματα αποτελούν οι περισσότερες αποικίες της Κορίνθου ( Αμβρακία, Κέρκυρα, Ποτείδαια, Συρακούσες), της Χαλκίδας (Ζάγκλη, Ρήγιο, Λεοντίνοι, Κατάνη κ.ά.), της Ερέτριας (Μεθώνη, Μένδη, κ.ά.), της Μιλήτου ( Άβυδος, Απολλωνία Ποντική, Κύζικος, Οδησσός, Ολβία, Σινώπη, κ.ά.), των Μεγάρων (Βυζάντιο, Χαλκηδόνα, Σηλυμβρία, κ.ά.) και άλλων πόλεων. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις μικτών αποικιών που ονομάστηκαν έτσι, επειδή ιδρύθηκαν από κατοίκους διαφορετικών ελληνικών πόλεων, όπως η Γέλα στη Σικελία -που ιδρύθηκε από Ρόδιους και Κρήτες- ή η Κύμη και οι Πιθηκούσσες στην Κάτω Ιταλία από Χαλκιδαίους και Ερετριείς.
Εκτός από τη γεωργία, άλλες πηγές εσόδων για ορισμένες αποικίες ήταν η πειρατεία και η αλιεία. Για παράδειγμα, στην περιοχή της Μαύρης θάλασσας, η αφθονία θαλάσσιων και ποταμίσιων ψαριών ευνόησε την ανάπτυξη εμπορίου παστών ή λιαστών ειδών, όπως ο τόνος και η ρέγγα.
Δ. Εμπορικός Σταθμός
Η ισχυρή τάση για ανεξαρτησία της κάθε πόλης και το κόστος της μεταφοράς προϊόντων από τη στεριά οδήγησε στην ανάπτυξη πολλών μικρών οικονομικών κέντρων κατά μήκος των ακτών του Αιγαίου. Τα εμπόρια ή εμπορικοί σταθμοί δημιουργήθηκαν σίγουρα τον 7ο αιώνα π.Χ., ίσως και νωρίτερα, από τα τέλη ήδη του 8ου αιώνα, εάν θεωρήσουμε ότι η κοινότητα της Αλ Μίνα στη Συρία ανήκε σε αυτήν την κατηγορία. Οι εμπορικοί σταθμοί υποστήριζαν, τουλάχιστον αρχικά, οικονομικές συναλλαγές στις οποίες η τιμή δεν είχε αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο.
Το πιο διάσημο “εμπόριο” ήταν η Ναύκρατις, που ιδρύθηκε στο Δέλτα του Νείλου στην Αίγυπτο, στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. (Στράβων, Γεωγραφικά). Οι Αιγυπτιακές αρχές επέτρεψαν την ανάπτυξη του ξεχωριστού χαρακτήρα που είχε η Ναύκρατις, μία προνομιούχα κοινότητα σε μία αναπτυγμένη χώρα. Επέτρεψαν και υποχρέωσαν τους Έλληνες να εγκατασταθούν μόνο στην περιοχή αυτή, πιθανότατα για να μπορούν να τους ελέγχουν ευκολότερα. Οι έμποροί της φορολογούνταν για την εισαγωγή ελληνικών προϊόντων όπως ελαιόλαδο, ξυλεία, αργυρά, χρυσά και ξύλινα αντικείμενα, στην πόλη. Επίσης, φορολογούνταν και τα προϊόντα που παρήγαγαν οι ίδιοι οι κάτοικοι στη Ναύκρατη.
Πρέπει να τονιστεί ότι ήταν διαφορετική από τις περισσότερες Ελληνικές πόλεις και δε συνδεόταν με μία ή περισσότερες μητροπόλεις, καθώς δεν ήταν ιδρυμένη αποικία. Είναι πολύ πιθανόν ότι η Ελληνική κοινότητα στη Ναύκρατη αποτελούνταν αρχικά από εμπόρους που έρχονταν από διαφορετικές ελληνικές πόλεις. Αργότερα, πρέπει να ανέπτυξαν την πόλη Nαύκρατις, ξεχωριστά από την εμπορική παροικία. Ο κόσμος στη Ναύκρατη ήταν οργανωμένος γύρω από το κοινό Ελληνικό ιερό Ελλήνιο και τα ξεχωριστά ιερά των Μιλήσιων, των Σαμιωτών και των Αιγινητών.
Το Ελλήνιον είχε ιδρυθεί από κοινού από τη Χίο, την Τέω, τη Φώκαια, τις Κλαζομενές, τη Ρόδο, την Κνίδο, τη Φάσηλη και τη Μυτιλήνη. Συνολικά, 12 πόλεις μοιράζονταν το ιερό (Ηρόδοτος, Ιστορίαι). Τα ιερά αυτά ήταν αναγνωρισμένα από τους Αιγύπτιους. Οι έμποροι από τη Μίλητο, τη Σάμο και την Αίγινα έλεγχαν την αγορά και το εμπόριο στη Ναύκρατη, και κατ’ επέκταση το εμπόριο σε ολόκληρη την Αίγυπτο. Άλλοι εμπορικοί σταθμοί ήταν τα “εμπόρια” της Φώκαιας και της Μιλήτου κατά μήκος της ακτής της Μικράς Ασίας και η αιγινήτικη κοινότητα των Κυδωνιών στην Κρήτη, της οποίας ο πληθυσμός περιείχε και ντόπιους Κρητικούς. Ακόμη σταθμοί υπήρχαν στον Πόντο και στη Μαύρη Θάλασσα.
Ο πληθυσμός ενός εμπορικού κέντρου αποτελούνταν από μόνιμους κατοίκους και από ταξιδιώτες που κατοικούσαν εκεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Εξαιτίας της κινητικότητας των πληθυσμών, η οποία γενικότερα χαρακτηρίζει τους εμπορικούς σταθμούς, δεν είναι εφικτή η ακριβής σκιαγράφηση της πληθυσμιακής σύνθεσής του.
Ε. Κοινότητες Μισθοφόρων
Πρόκειται για μικρές κοινότητες, αρχικά, οι οποίες αργότερα εξελίχτηκαν σε μεγαλύτερες πόλεις. Οι κάτοικοί τους ήταν Έλληνες μισθοφόροι στρατιώτες, που δεν είχαν όμως σταλεί από κάποια πόλη, για να τις ιδρύσουν. Ο μεγαλύτερος αριθμός τους δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο, επειδή οι περισσότεροι μισθοφόροι προσλαμβάνονταν εκεί, ως μέλη των αιγυπτιακών στρατευμάτων. Oι Δάφνες, που έχουν ταυτιστεί με το Tel Defenneh, είναι μία από τις πιο διάσημες κοινότητες μισθοφόρων στην Αίγυπτο.
Η Μέμφις επίσης αναφέρεται από τον Ηρόδοτο ως η περιοχή όπου μεταφέρθηκαν Έλληνες και Kάρες μισθοφόροι, στην περίοδο ανάμεσα στο 570 και 526 π.Χ. (Ηρόδοτος, Ιστορίαι). Αλλά και στην περιοχή της Ελεφαντίνης, όπου ήταν πιθανή η παρουσία Ελλήνων, εικάζεται ότι υπήρχαν τέτοιες κοινότητες.
ΣΤ. Μητρόπολη
Η μητρόπολη ήταν μία οποιαδήποτε πόλη του κύριου Ελλαδικού κορμού, που λειτουργώντας ουσιαστικά ως μητέρα – πατρίδα έστελνε κατοίκους στη νέα αποικία. Σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρχαν παραπάνω από μία μητροπόλεις, που μπορούσαν να είναι: είτε πόλεις της κυρίως Ελλάδας (π.χ. η Τανάγρα και τα Μέγαρα που ίδρυσαν την Ηρακλεία Ποντική), είτε νεοσύστατες αποικίες (π.χ. η Κέρκυρα -αποικία της Κορίνθου- που ίδρυσε την Επίδαμνο), είτε ένας συνδυασμός και των δύο (π.χ. η Κέρκυρα -νεοσύστατη αποικία- κι η Κόρινθος, που ίδρυσαν την Απολλωνία στην Ιλλυρία και τα Μέγαρα, το Βυζάντιο κι η Χαλκηδόνα, που ίδρυσαν τη Μεσημβρία στη Μαύρη Θάλασσα).
Οι σχέσεις μεταξύ μητρόπολης και αποικίας εξαρτιόνταν κάθε φορά από τη χρονική στιγμή και από τις συνθήκες που επικρατούσαν. Τα αρχαιολογικά, κυρίως, ευρήματα υποδηλώνουν την ύπαρξη σχέσης μεταξύ μιας αποικίας και της μητρόπολής της, τουλάχιστον στον πολιτιστικό τομέα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του Τάραντα στην Κάτω Ιταλία, ο οποίος φαίνεται στα τέλη της Αρχαϊκής περιόδου να έχει υποστεί επιρροές από τη μητρόπολή του, τη Σπάρτη. Επίσης, η πόλη της Δικαίας -αποικία της Ερέτριας στη Μακεδονία- όταν έκοψε νομίσματα, επέλεξε να χρησιμοποιήσει τα ίδια σύμβολα με εκείνα της μητρόπολής της (την αγελάδα και το χταπόδι).
Από την άλλη πλευρά η Κέρκυρα και οι Συρακούσες, αποικίες και οι δύο της Κορίνθου, αντιπροσωπεύουν ένα σχεδόν αποκλειστικό παράδειγμα στενής πολιτικής, πλέον, σχέσης μεταξύ μητρόπολης και αποικιών (Θουκυδίδης, Ιστοριών).
Νομίσματα
Τα αρχαιολογικά ευρήματα από τις ανασκαφές στο ναό της Άρτεμης στην Έφεσο τοποθετούν την έναρξη της κοπής νομισμάτων, στα τελευταία χρόνια του 7ου αιώνα π.Χ. Στις αρχαίες πηγές, ως πιθανοί εφευρέτες του νομίσματος παρουσιάζονται ο Φείδων -ο βασιλιάς του Άργους- η Δημοδίκη από την Κύμη -σύζυγος του βασιλιά Μίδα- ο Εριχθόνιος και ο Λύκος από την Αθήνα, οι Λυδοί και οι Νάξιοι. Ως πραγματικοί πάντως εφευρέτες του νομίσματος θεωρούνται οι Λυδοί, οι οποίοι χρησιμοποίησαν για τις πρώτες κοπές ένα πολύτιμο μέταλλο, το ήλεκτρο.
Επρόκειτο για ένα κράμα χρυσού και αργύρου, που βρισκόταν στην άμμο του ποταμού Πακτωλού, ο οποίος πήγαζε από το όρος Τμώλο και διέσχιζε την πρωτεύουσα Σάρδεις, στη Λυδία. Ο Ηρόδοτος δηλώνει ότι οι Λυδοί ήταν, επίσης, οι πρώτοι που έκοψαν νομίσματα από χρυσό και άργυρο. Ενδεχομένως να αναφέρεται στις μεταγενέστερες διμεταλλικές κοπές του Κροίσου. Στην Ελλάδα, τα πρώτα νομίσματα κατασκευάστηκαν από άργυρο προμηθευμένο από τα μεταλλεία του Λαυρίου (Αττική) και από τη βόρεια Ελλάδα. Είναι γενικά αποδεκτό ότι το παλαιότερο νομισματοκοπείο στον κυρίως Ελλαδικό χώρο βρισκόταν στο νησί της Αίγινας. Οι έρευνες υποδεικνύουν ότι τα νομίσματα του νησιού ανήκουν στα χρόνια μετά το 550 π.Χ.
Η εμφάνισή τους δεν μπορεί να συνδεθεί με την παράδοση που αναφέρει το βασιλιά του Άργους Φείδωνα ως εκείνον που έκοψε τα πρώτα νομίσματα στην Ελλάδα και η οποία χρονολογείται στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. (Ηρόδοτος, Ιστορίαι). Αρχικά, οι μελετητές υποστήριξαν ότι το νόμισμα είχε οικονομική λειτουργία, ως σταθερό μέσο μέτρησης για την εξυπηρέτηση του εμπορίου. Ήταν απόλυτα φυσικό να θεωρηθεί ότι η εμφάνισή του -υπηρετώντας αυτόν ακριβώς το σκοπό- αποδείκνυε την ύπαρξη εξέλιξης των συναλλαγών στην Αρχαϊκή περίοδο και την αρχή μίας νομισματικής οικονομίας.
Αργότερα όμως, διαπιστώθηκε ότι η παραπάνω άποψη δεν ήταν τόσο απλή, αλλά αντίθετα παρουσίαζε μία πολυπλοκότητα που επέβαλλε την επαναξιολόγησή της. Οι πρώτες πληροφορίες, σχετικά με τη μετάβαση από το στάδιο της απλής ανταλλαγής προϊόντων σε εκείνο της χρήσης του χρήματος, παρατηρούνται σε κείμενα του Αριστοτέλη. Στα σχετικά αποσπάσματα φαίνεται να αποδίδει μία ηθική εξήγηση στο ρόλο του νομίσματος, συνδεδεμένη άμεσα με το σύνολο των αξιών των αρχαϊκών κοινοτήτων. Εκτός από αυτό διαπιστώνεται ότι κατά τις πρώτες κοπές νομισμάτων σε αρκετές πόλεις λείπουν οι μικρές υποδιαιρέσεις.
Επίσης, όπου υπάρχουν μεγάλες υποδιαιρέσεις, όπως στις πόλεις της Σικελίας, τα νομίσματα κυκλοφορούσαν κυρίως στην περιοχή όπου είχαν κοπεί. Αυτό θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ένδειξη ότι -αρχικά τουλάχιστον- το νόμισμα δε χρησιμοποιήθηκε στη διευκόλυνση του εμπορίου, τοπικού ή υπερπόντιου. Οι μόνες περιπτώσεις που παρατηρείται μία -έστω και έμμεση- σχέση μεταξύ εμπορίου και νομισμάτων είναι εκείνες της Αθήνας και των παραλιακών πόλεων της Θράκης και της Μακεδονίας. Οι πόλεις αυτές εξήγαγαν νομίσματα στην Ανατολή και στην Αίγυπτο, όχι όμως ως χρήμα αλλά ως αντικείμενα αξίας κατασκευασμένα από άργυρο.
Η εφεύρεση και η εξάπλωση του νομίσματος θα πρέπει να τοποθετηθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων και αξιών, που αναπτύχθηκαν την Αρχαϊκή περίοδο. Οι νόμοι είχαν αρχίσει να κωδικοποιούνται, προκειμένου να σταματήσει η αυθαίρετη ερμηνεία τους. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της εποχής, το νόμισμα απέκτησε πλέον μία νομική βάση.
Α. Προκερματική Εποχή
Προτού αρχίσουν να χρησιμοποιούνται συστηματικά τα νομίσματα, η αξία των συναλλαγών μετριόταν σε είδος, ανάλογα με την περιοχή. Έτσι, στην Αθήνα του Δράκοντα, στον πρώτο γραπτό νομικό κώδικα στα 621 – 620 π.Χ., ορισμένα αδικήματα τιμωρούνταν με πρόστιμα που είχαν ως μέτρο αξίας το βου. Στην εποχή του Σόλωνα o μέδιμνος αποτελούσε μάλλον ένα σταθερό μέτρο, όπου η περιουσία κάθε πολίτη -ανεξάρτητα από την πηγή της- υπολογιζόταν σε μεδίμνους σιτηρών ή κρασιού.
Στην περίφημη επιγραφή του 3ου αιώνα π.Χ. από τη Γόρτυνα της Κρήτης, όπου υπάρχουν αναφορές στο νομικό κώδικα που ίσχυε τον 6ο αιώνα π.Χ., αναγράφεται ότι τα πρόστιμα και οι καταθέσεις έπρεπε να υπολογίζονται σε λέβητες, δηλαδή σε μεταλλικά δοχεία. Τα νομίσματα αντικατέστησαν ένα παλαιότερο σύστημα συναλλαγών που βασιζόταν σε σιδερένιους οβελούς. Οι οβελοί αυτοί έμοιαζαν με τις μαγειρικές σούβλες και χρησιμοποιούνταν τόσο για το ψήσιμο των ζώων όσο και ως μέσο συναλλαγής. Το πάχος τους ήταν πολύ λεπτό και έτσι κάποιος ήταν σε θέση να κρατήσει έξι συγχρόνως.
Υποστηρίζεται ότι η λέξη οβολός -που αναφέρεται στη μικρότερη υποδιαίρεση της δραχμής- προέρχεται από τους οβελούς, ενώ η λέξη δραχμή προέρχεται από το δράττω – δράξ, μία χούφτα δηλαδή από έξι οβελούς. Από τη στιγμή που το μέταλλο χρησιμοποιήθηκε, για να διευκολύνει την ανταλλαγή προϊόντων, μετατράπηκε σε ένα είδος χρήματος. Όταν αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως μία συγκεκριμένη μονάδα βάρους, απέκτησε την έννοια του χρήματος όπως αυτή είναι κατανοητή στην εποχή μας. Τέλος, από τη στιγμή που το μέταλλο σφραγίστηκε με κάποιο έμβλημα έγινε νόμισμα, δηλαδή κέρμα, και η χρήση του ήταν ανάλογη με τη σημερινή.
Β. Πρώτες Χρήσεις
Από τη στιγμή που δημιουργούνται οι πόλεις ως γεωγραφικά – οικονομικά κέντρα, εμφανίζονται και τα νομίσματα ως μέσο συναλλαγής. Αφότου εμφανίστηκαν τον 7ο αιώνα π.Χ. στη δυτική Μικρά Ασία, διαδόθηκαν στον Ελλαδικό χώρο γύρω στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., εποχή που εμφανίζονται και οι πρώτες κοπές ασημένιων νομισμάτων στην Κάτω Ιταλία, στη Σικελία, στη Βόρεια Ελλάδα και στα περισσότερα κράτη της Κεντρικής Ελλάδας. Τα νομίσματα αποτελούσαν ένα οικονομικό μέσο και μετά το 600 π.Χ. Έτσι, η εμφάνισή τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η αιτία για την επικράτηση της τυραννίας ή για οποιαδήποτε άλλη οικονομική ή κοινωνική κρίση της εποχής αυτής.
Οι πρώτες κοπές ήταν υψηλής αξίας και ήταν χρήσιμες μόνο σε μεγάλες αγορές. Για παράδειγμα ο στατήρας, το συνηθισμένο νόμισμα από ήλεκτρο βάρους 14-16 γραμμαρίων, ανάλογα με το σύστημα βάρους της κάθε περιοχής, μπορούσε να αντιπροσωπεύει το μηνιαίο μισθό ενός μισθοφόρου. Πάντως, οι κοπές μικρότερων υποδιαιρέσεων στην περιοχή της Ιωνίας άρχισαν σχετικά νωρίς. Η αξία των περισσότερων λυδικών νομισμάτων -με το σύμβολο της κεφαλής του λέοντα από την Έφεσο- ισοδυναμούσε με το 1/3 της αξίας του στατήρα. Υπήρχαν και μικρότερες ακόμη υποδιαιρέσεις που έφταναν μέχρι και το 1/48 ή και το 1/96 του στατήρα.
Τα νομίσματα του Ελληνικού κόσμου, ιδιαίτερα στην αρχή της κυκλοφορίας τους, χαρακτηρίζονται από μία τεράστια ποικιλία στην επιλογή εμβλημάτων. Ο ζωικός κόσμος της στεριάς, της θάλασσας και του αέρα εκπροσωπείται πλήρως, ενώ δε λείπουν τα φυτά, οι ανθρώπινες και οι θεϊκές μορφές. Παραδείγματα εμβλημάτων αποτελούν ο ταύρος, το ελάφι, ο λέοντας, ο πετεινός, ο γρύπας, το δελφίνι, η φώκια, το στάχυ, το ρόδο, διάφορες ανθρωπόμορφες θεότητες κ.ά. Τα πρώτα νομίσματα είχαν σημασία, πιθανότατα, εξαιτίας της αξίας τους ως αντικείμενα κατασκευασμένα από πολύτιμο μέταλλο. Αυτή η αντίληψη ίσχυε στους Έλληνες, αλλά και ιδιαίτερα στους λαούς που ζούσαν γύρω από τις ελληνικές αποικίες.
Όταν άρχισαν τα νομίσματα να χρησιμοποιούνται ως μέσο συναλλαγών, εκείνα που είχαν ευρύτερη χρήση ήταν όσα είχαν φτιαχτεί από απλό μέταλλο. Τα λεγόμενα δελφίνια ή νομίσματα ιχθύων από χαλκό της Ολβίας, στη Μαύρη Θάλασσα, ήταν διαδεδομένα στους λαούς της γύρω περιοχής, στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. Επίσης, τα μικρά ασημένια νομίσματα που έχουν βρεθεί σε μεγάλες ποσότητες στην περιοχή της Κολχίδας, τα Κολχικά, είχαν κοπεί στην αποικία Φάσις στην ανατολική Μαύρη Θάλασσα. Η περιεκτικότητά τους σε άργυρο ποίκιλλε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να συμπεραίνουμε μάλλον χρησιμοποιούνταν ως χρήμα.
Γ. Εφαρμογές
Οι πρώτοι που προώθησαν την κυκλοφορία του νομίσματος ήταν πιθανότατα τα μέλη της αριστοκρατίας και το διέθεσαν για την κατασκευή και τη συντήρηση των ναών. Αργότερα, με την αύξηση των οικοδομικών έργων αυξήθηκαν και οι ανάγκες σε νομίσματα για τις πληρωμές των γλυπτών και των υπόλοιπων καλλιτεχνών, αλλά και για την αγορά μετάλλων, ξυλείας και κεραμίδων.
Η σημασία της εφεύρεσης και της εξάπλωσης του νομίσματος σχετίζεται με την ομαλοποίηση της κοινωνικής ζωής της πόλης, την ανάπτυξη και τη ρύθμιση του φορολογικού συστήματος του κράτους (πρόστιμα, φόροι, διόδια) και τη χρηματοδότηση των μισθοφορικών στρατών. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στη λειτουργία του ως πολιτειακό σύμβολο, καθώς η κοπή νομισμάτων με το σύμβολο της πόλης αποτελούσε διακήρυξη της πολιτικής ανεξαρτησίας της.
Δ. Αίγινα
Το νησί της Αίγινας ήταν η πρώτη περιοχή του Ελλαδικού χώρου που έκοψε ασημένια νομίσματα, τους στατήρες, γύρω στα 575 π.Χ. Ως σύμβολο για τις πρώτες κοπές επιλέχτηκε η θαλάσσια χελώνα και αργότερα η χερσαία. Ο άργυρος για τα πρώτα νομίσματα της Αίγινας προερχόταν είτε από τα μεταλλεία του Λαυρίου είτε από τη Σίφνο. Η πρωτοβουλία αυτή πιθανότατα να σχετίζεται με το γεγονός ότι, καθώς το νησί υπήρξε η μοναδική Ελληνική παρουσία στην ίδρυση της εμπορικής κοινότητας της Ναυκράτιδος στο Δέλτα του Νείλου, οι Αιγινήτες είχαν έρθει σε επαφή με τους λαούς της Ανατολής και κυρίως με τους Λυδούς, οι οποίοι εφηύραν το νόμισμα.
Οι χελώνες της Αίγινας αποτέλεσαν ένα από τα πιο διαδεδομένα νομίσματα του Ελληνικού κόσμου, για περίπου τετρακόσια χρόνια, και έχουν βρεθεί σε περιοχές όπως η Αίγυπτος και η Περσέπολη. Η μονάδα βάρους των Αιγινήτικων νομισμάτων, με το δίδραχμο στατήρα να ζυγίζει 12-13 γραμμάρια, χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα κι από άλλες πόλεις στην Ελλάδα, στην Κρήτη και στη Μικρά Ασία. Είναι γνωστό ότι προτού οι πόλεις της Κρήτης κόψουν τα δικά τους νομίσματα τον 5ο αιώνα π.Χ., χρησιμοποιούσαν ως επίσημο νόμισμα του νησιού τους, εκείνο της Αίγινας.
Ορισμένες από τις χελώνες πιθανώς να είχαν κοπεί στις Κυδωνιές, μία Κρητική περιοχή που είχαν καταλάβει και αποικίσει οι Αιγινήτες (Ηρόδοτος, Ιστορίαι). Μετά την Αίγινα, ακολούθησαν η Κόρινθος και η Αθήνα στην κοπή ασημένιων νομισμάτων στο χώρο της κυρίως Ελλάδας.
Ε. Αθήνα
Ανάμεσα στα πιο σημαντικά Αρχαϊκά νομίσματα της κυρίως Ελλάδας, τόσο από ιστορικής όσο και από καλλιτεχνικής πλευράς ήταν εκείνα της Αθήνας. Τα πρώτα νομίσματα, τα λεγόμενα Εραλδικά ή “Wappenmuenzen”, πρέπει να κόπηκαν την εποχή του Πεισιστράτου (560 – 527 π.Χ.), ενώ στην εποχή του γιου του Ιππία ανήκουν οι πρώτες σειρές των διάσημων γλαυκών. Τα εραλδικά νομίσματα -που ονομάστηκαν έτσι, επειδή οι περισσότεροι μελετητές πιστεύουν ότι συνδέονται με τα εμβλήματα σημαντικών οικογενειών- είναι σπάνια, γιατί οι σειρές τους ήταν περιορισμένης κοπής. Ελάχιστες φορές βρέθηκαν εκτός Αττικής, πιθανότατα, επειδή χρησιμοποιούνταν κυρίως σε τοπικές αγορές.
Είναι κυρίως δίδραχμα και ακολουθούσαν την ευβοϊκή μονάδα βάρους, ζύγιζαν δηλαδή περίπου 8,5 γραμμάρια. Είχαν ως εμβλήματα ποικίλους, δυσδιάκριτους όμως τύπους, όπως για παράδειγμα τον αμφορέα, τη γλαύκα, την προτομή αλόγου, τον τροχό, τον αστράγαλο, το κεφάλι ταύρου. Αργότερα όμως αντικαταστάθηκαν από ευδιάκριτους εθνικούς τύπους -όπως της Αθηνάς και του ιερού συμβόλου της, της γλαύκας- και ισχυροποιήθηκαν με την επιγραφή ΑΘΕ, δηλαδή “των Αθηναίων”, με στόχο τη διάδοση του Αθηναϊκού νομίσματος στις ξένες αγορές.
Η Αθήνα παρουσίασε έντονο συντηρητισμό όσον αφορά το έμβλημα στα ασημένια νομίσματά της. Διατήρησε και στις μεγάλες αλλά και στις μικρές υποδιαιρέσεις της το ίδιο έμβλημα, το οποίο αποτελούσε το κεφάλι της προστάτιδας θεάς της Αθηνάς και η γλαύκα που συνδέεται με τη θεά της σοφίας. Το Αθηναϊκό ασημένιο νόμισμα ήταν γνωστό για την καθαρότητά του και το ακριβές του βάρος. Πηγή προέλευσης για το μέταλλό του ήταν τα πλούσια μεταλλεία αργύρου του Λαυρίου, στη νότια Αττική (Ηρόδοτος, Ιστορίαι).
Το νομισματοκοπείο της Αθήνας βρισκόταν στη νοτιοανατολική γωνία της Αρχαίας Αγοράς. Η γλαύκα, που ήταν αποδεκτή παντού και συχνά συναντάται και σε άλλα νομίσματα, έχει εντοπιστεί στην Αίγυπτο, στην Κυρήνη, στη Νότια Ιταλία και στη Σικελία.
ΣΤ. Άλλες Πόλεις
Η Κόρινθος, όπως και η Αίγινα, ανταγωνιζόταν στο εμπόριο την Αθήνα. Άρχισε να κόβει νομίσματα, γύρω πιθανότατα στο 500 π.Χ. Αρκετοί μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι τα πρώτα Κορινθιακά νομίσματα ανήκουν στην εποχή του τυράννου Κύψελου γύρω στο 620 π.Χ., αλλά σίγουρες αποδείξεις γι’ αυτό δεν υπάρχουν. Ο Κορινθιακός στατήρας είχε ίσο βάρος με το Αθηναϊκό δίδραχμο (8,5 γραμμάρια) και η τρίτη υποδιαίρεσή του ήταν ίση με το τρίδραχμο. Δεν ήταν κυλινδρικός, όπως της Αίγινας και της Αθήνας, αλλά αντίθετα αποτελούνταν από επίπεδους δίσκους. Ως σύμβολο η Κόρινθος είχε επιλέξει τον Πήγασο και το αρχικό γράμμα του ονόματος της πόλης της, το Αρχαϊκό κόππα.
Η Ερέτρια και η Χαλκίδα, οι δύο μεγαλύτερες πόλεις της Εύβοιας με έντονη δραστηριότητα στον αποικισμό, έκοψαν νομίσματα στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Το τρίδραχμο της Χαλκίδας, με σύμβολο το τέθριππο, ένα άρμα με τέσσερα άλογα, ήταν ίσο σε βάρος με το Αθηναϊκό τετράδραχμο. Από την πλευρά τους οι Ερετριείς είχαν υιοθετήσει ως εμβλήματα για τα δικά τους νομίσματα την αγελάδα και το χταπόδι. Παραδείγματα ομοσπονδιακού νομίσματος έχουμε από τις πόλεις της Βοιωτίας, της Φωκίδας και της Αρκαδίας, από τον 6ο αιώνα π.Χ. και μετά. Οι Βοιωτικές πόλεις υιοθέτησαν την οχτάσχημη ασπίδα ως κοινό τους έμβλημα.
Το κεντρικό νομισματοκοπείο βρισκόταν στη Θήβα και ο ρόλος αυτού του νομίσματος ήταν να υπογραμμιστεί η πολιτική ηγεμονία των Θηβών στις υπόλοιπες βοιωτικές πόλεις. Για τους Φωκείς ήταν μία ευκαιρία να τονίσουν την ανεξαρτησία τους από τους Θεσσαλούς τυράννους, ενώ στην περίπτωση των Αρκάδων εξέφραζε την προσπάθειά τους να αψηφήσουν την ισχύ και την επιρροή της Σπάρτης, ιδιαίτερα στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Στη βόρεια Ελλάδα -μία περιοχή πλούσια σε μεταλλεία αργύρου και χρυσού στον αρχαίο κόσμο- η πρώτη πόλη που έκοψε νομίσματα ήταν η Άκανθος, στην περιοχή της Χαλκιδικής, γύρω στα τέλη του 6ου αιώνα.
Τα τετράδραχμά της, με έμβλημά τους το λιοντάρι που επιτίθεται σε έναν ταύρο, ακολουθούσαν το αττικό μέτρο βάρους. Η πρώτη από τις πόλεις της Θράκης που έκοψε νομίσματα ήταν τα Άβδηρα, αποικία της Ιωνικής πόλης Τέως, τα οποία είχαν υιοθετήσει το ίδιο έμβλημα -το γρύππα- με τη μητρόπολή τους. Τα οχτάδραχμα των Αβδήρων ήταν τα βαρύτερα στον τότε Ελληνικό κόσμο και ζύγιζαν 29-30 γραμμάρια. Στο δυτικό κόσμο, και συγκεκριμένα στην Ιταλία, η κοπή νομισμάτων ξεκίνησε στα τελευταία χρόνια του 6ου αιώνα π.Χ. Η Ιμέρα και ο Σελινούς προμηθεύονταν άργυρο για τις δικές τους κοπές πιθανότατα από Ισπανικά ορυχεία.
Η τεχνική που ακολουθήθηκε αρχικά από τις πόλεις της Κάτω Ιταλίας έχει μία ιδιαιτερότητα που δε συναντάται αλλού στον Ελληνικό κόσμο της εποχής. Το κέρμα αποτελούνταν από δύο αρκετά λεπτές μεταλλικές επιφάνειες, τον εμπροσθότυπο (η εμπρόσθια όψη) όπου το κυρίως έμβλημα ήταν αποτυπωμένο σε ανάγλυφο και τον οπισθότυπο (η πίσω όψη) όπου το ίδιο έμβλημα επαναλαμβανόταν σε κοίλη μορφή.
ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ
Ο μετασχηματισμός των μεγάλων Ελληνικών κοινοτήτων από τη χαλαρή δομή του έθνους στην πιο συγκροτημένη μορφή της πόλεως συνέβη, πριν από το 700 π.Χ. Η πόλις όμως του 8ου αιώνα π.Χ. δεν ήταν ακόμη η πόλη με τη γνωστή έννοια, με την οποία γινόταν αυτή αντιληπτή και κατανοητή την Κλασική περίοδο. Θα ακολουθούσαν όπως ήταν επόμενο αρκετές διαδικασίες μέχρι να φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο. Επιπλέον, η έννοια του να είναι κάποιος πολίτης μίας πόλης απέκτησε πολιτική ή και οικονομική σημασία, μετά το τέλος του 7ου αιώνα π.Χ. Θα πρέπει να τονιστεί ότι το έθνος την εποχή αυτή συνυπάρχει ως πολιτικό σύστημα με την πόλη και είναι δυνατόν να οριστεί ευκολότερα μέσα από μία σύγκρισή του με αυτήν.
Ενώ λοιπόν οι πόλεις συγκροτούνταν γύρω από ένα αστικό κέντρο, δε συνέβαινε το ίδιο και στην περίπτωση των εθνών. Σε ένα έθνος ο πληθυσμός ζούσε σκορπισμένος σε χωριά καλύπτοντας λίγο-πολύ μία ευρεία περιοχή. Η γεωγραφική αυτή επέκταση, μερικές φορές λειτουργούσε ως καθοριστικός παράγοντας για την ανυπαρξία συγκεντρωτισμού στα έθνη. Επίσης, με μόνη εξαίρεση τους Λοκρούς και τους Αχαιούς, τα έθνη δε συμμετείχαν στον αποικισμό της Αρχαϊκής περιόδου. Ήταν όμως σε θέση να συγκεντρώσουν στρατό, να κηρύξουν τον πόλεμο, να επιβάλουν φόρους, να κόψουν νομίσματα και να νομοθετήσουν, λειτουργώντας έτσι όπως οι πόλεις.
Η βασική διαφορά τους ήταν ότι το έθνος δε στηριζόταν στο σώμα των πολιτών. Ο θεσμός της δουλείας των ίδιων των πολιτών συνέχισε να ισχύει στο έθνος, ενώ, επειδή ερχόταν σε σύγκρουση με την ιδεολογία της πόλεως, στην περίπτωσή της καταργήθηκε. Υποστηρίζεται ότι για πρώτη φορά αυτήν την εποχή, η πόλις στήριξε την εξέλιξή της στη χρήση ιδιόκτητων δούλων, ως εργατικό δυναμικό από μη Ελλαδικές περιοχές. Η οικονομία της Αρχαϊκής πόλης είχε κυρίως αγροτικό χαρακτήρα και η γεωργία λειτούργησε ως η ουσιαστική πηγή τόσο για την επιβίωση της μεγάλης μάζας των πολιτών όσο και για τον πλουτισμό της πλειοψηφίας των ευπόρων.
Ένας άλλος παράγοντας που συνέβαλε στην ανάπτυξη της οικονομίας της πόλης ήταν η έντονη δραστηριότητα που εκδηλώθηκε στην κατασκευή δημόσιων κτηρίων στο άστυ, καθώς και στην οργάνωση θρησκευτικών γιορτών ιδιαίτερα την εποχή που είχαν επικρατήσει οι τυραννίες. Οι κατασκευές υδραγωγείων και πηγών στα αστικά κέντρα χρονολογούνται στα τέλη 7ου – αρχές 6ου αιώνα π.Χ. και σηματοδοτούν την ουσιαστική πλέον εμφάνιση των πόλεων. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι η Αθήνα αυτήν την εποχή εξελίχτηκε από ένα σύνολο διασκορπισμένων χωριών σε ένα αστικό σύμπλεγμα με κέντρο την αγορά.
Η εγκαθίδρυση των δημόσιων και θρησκευτικών κέντρων της πραγματοποιήθηκε την εποχή της τυραννίας των Πεισιστρατιδών, στα μέσα του 6ου αιώνα. Την ίδια εποχή οι έμποροι και οι τεχνίτες ζούσαν σε αστικά κέντρα και όχι πλέον σε αγροτικούς οικισμούς. Μέχρι το 500 π.Χ. ο ρόλος τους δεν ήταν τόσο καθοριστικός στην εξέλιξη της οικονομίας των πόλεων, καθώς στις περισσότερες από αυτές η οικονομία βασιζόταν στους ίδιους τους κατοίκους και στους δούλους.
Εφόσον στις περισσότερες περιπτώσεις, η Ελληνική πόλις ήταν απαλλαγμένη από την ευθύνη της προμήθειας του οπλιτικού εξοπλισμού, ισχυρή οικονομική βάση χρειαζόταν κυρίως για την κατασκευή και την οργάνωση στόλου -από την περίοδο των τυραννίδων και ύστερα- αλλά και για την προσφορά δημόσιων γευμάτων και δώρων στους νικητές των αγώνων. Τα έσοδα προέρχονταν από τους δασμούς του ελλιμενισμού, από τα τέλη της Αγοράς, από την ενοικίαση της δημόσιας γης και από ένα σύνολο έμμεσων -και αργότερα άμεσων- φόρων σχετικών με τη γαιοκτησία. Από τις παραπάνω πηγές εσόδων η πιο αποδοτική ήταν η φορολογία της αγοράς και των λιμανιών.
Η πόλη σε αντιστάθισμα αυτής της εκμετάλλευσης παρείχε τη σταθεροποίηση των μέτρων και σταθμών της, την κοπή των νομισμάτων και τη βελτίωση της ύδρευσης και των λιμανιών της με κατασκευές έργων κοινοφελούς χαρακτήρα. Παραδείγματα αποτελούν ο δίολκος της Κορίνθου, το περίφημο όρυγμα της Σάμου, έργο του Ευπαλίνου, και ο μώλος της Δήλου.
Τυραννία και Οικονομία
Σε γενικές γραμμές τα στοιχεία που έχουμε για την οικονομική βάση της τυραννίας είναι λίγα. Ο Θουκυδίδης αναφέρει τους τυράννους ως υπεύθυνους για την επιβολή άμεσου φόρου στην παραγωγή από την καλλιέργεια των χωραφιών. Γενικά, λέγεται ότι ζητούσαν μεταξύ του 1/12 και του 1/20 του προϊόντος (Θουκυδίδης, Ιστοριών). Στην Αθήνα προκειμένου να συγκεντρώσουν οι Πεισιστρατίδες όσο το δυνατόν περισσότερες εξουσίες, ενίσχυσαν πιο ουσιαστικά την κοινότητα των πολιτών από ό,τι παλαιότερα ο Σόλωνας με τις μεταρρυθμίσεις του. Eφάρμοσαν διάφορα μέτρα για να ενοποιήσουν το κράτος, δημιούργησαν κάποια μορφή δημόσιου ταμείου, θεσμοθέτησαν κρατικές λατρείες και δημόσιες τελετές.
H συνολική αντίληψη που είχε ο Πεισίστρατος για τη διακυβέρνηση της πόλης επικεντρωνόταν κυρίως στη μείωση της δύναμης της τοπικής αριστοκρατίας και στην ισχυροποίηση της εξουσίας του κράτους σε ένα πρόσωπο, τον τύραννο. Αυτή φαινόταν στα μέτρα που καθιερώθηκαν, και είχαν σκοπό να αυξήσουν το συγκεντρωτισμό του κράτους και να ενθαρρύνουν τα άτομα μέσα από την ιδιότητα του πολίτη να ταυτίζονται με αυτό. Ανάμεσά τους ήταν και η προώθηση της κατασκευής δημόσιων κτιρίων και η εγκαθίδρυση των Παναθηναίων, που αποτέλεσε ένα θεσμό με ευρεία αποδοχή, κύρος και μεγάλα κέρδη, αλλά κι ένα ουσιαστικό βήμα προς τη δημιουργία κοινής συνείδησης.
Ο Πεισίστρατος οργάνωσε την αγορά, κατασκεύασε το πρώτο πώρινο υδραγωγείο των Αθηνών που υδροδοτούσε την Εννεάκρουνο (Θουκυδίδης Ιστοριών, Παυσανίας Αττικά), επέκτεινε το Ελευσίνιο Τελεστήριο, ανακατασκεύασε το ναό της Αθηνάς Πολιάδος κι άρχισε τις εργασίες του Ολυμπιείου. Ο γιος του, ο Ίππαρχος, ανέλαβε την κατασκευή του τείχους του περίβολου της Ακαδημίας (Ηρόδοτος, Ιστορίαι). Η εξωτερική του πολιτική έχει ερμηνευτεί ως ένδειξη μίας συνειδητής προσπάθειάς του να δώσει ώθηση στο εμπόριο της πόλης του. Επανεκατέλαβε το Σίγειο στα παράλια της Μικράς Ασίας -απέναντι από τη Λήμνο- κι έστειλε αποίκους στη Χερσόνησο, απέναντι από την Ίμβρο, πιθανώς για να ελέγξει την είσοδο προς τη Μαύρη Θάλασσα.
Ανάλογη τακτική ακολούθησαν και άλλοι διάσημοι τύραννοι της εποχής. Ο γνωστός δίολκος της Κορίνθου κατασκευάστηκε την εποχή του Περιάνδρου, από την οικογένεια των Κυψελιδών. Στη Σάμο, το διάσημο Όρυγμα του Ευπαλίνου ολοκληρώθηκε, όταν ο τύραννος Πολυκράτης είχε την εξουσία. Το υδραγωγείο στα Μέγαρα, έργο και αυτό του Ευπαλίνου, ανήκει στα χρόνια του Θεαγένη. Σε γενικές γραμμές, η τυραννία βοήθησε στην ανάπτυξη μιας πολιτειακής συνείδησης με την κατασκευή ναών και δημόσιων κτηρίων, με την προώθηση θρησκευτικών γιορτών και δημοφιλών λατρειών (π.χ. προς το Διόνυσο), καθώς και με τη δημιουργία νομίσματος.
Η εξαγωγή κεραμικής αυξήθηκε την εποχή της τυραννίας. Αυτό θα μπορούσε να υπονοεί και μία γενικότερη αύξηση στις εμπορικές συναλλαγές άλλων προϊόντων (Αριστοτέλης, Πολιτικά).
Α. Τεχνικά Έργα Κόρινθος
Ο Περίανδρος κυβέρνησε την Κόρινθο ως τύραννος, από τo 627 μέχρι τo 587 π.Χ. Ο πατέρας του, ο Κύψελος, τον οποίο και διαδέχτηκε μετά το θάνατό του, είχε καταλάβει την εξουσία μετά από πραξικόπημα εναντίον των Βακχιάδων, της βασιλικής οικογένειας που μέχρι τότε κυβερνούσε την Κόρινθο (Ψευδο-Αριστοτέλης, Οικονομικά). Λέγεται ότι ο Περίανδρος εμπόδισε τους κατοίκους της πόλης να έχουν δούλους, επειδή φοβόταν ότι, εάν δεν απασχολούνταν με τις δουλειές τους, θα είχαν χρόνο να συνωμοτούν εναντίον του. Στη διάρκεια της τυραννίας του κατασκευάστηκαν σπουδαία έργα υποδομής, όπως το λιμάνι στο Λέχαιο -στα τέλη του 7ου αιώνα- και ο δίολκος.
Ο δίολκος κατασκευάστηκε στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ., για να βοηθήσει και, αναμφίβολα, να αντλήσει έσοδα από τη μεταφορά των εμπορευμάτων μέσω του Ισθμού. Τα πλοία δεν ήταν υποχρεωμένα πια να πλέουν γύρω από την Πελοπόννησο κάνοντας ένα ταξίδι τριών εβδομάδων κάτω από αντίξοες συνθήκες. Τα αρχαιολογικά λείψανα του διόλκου δε δίνουν στοιχεία σχετικά με τον ακριβή ρόλο του, δηλαδή για το αν η μετακίνηση αφορούσε εμπορικά ή πολεμικά πλοία. Πιθανότατα, πάντως, να εξυπηρετούσε και τις δύο κατηγορίες, αφού ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ο δίολκος για να μεταφερθεί μία τριήρης (Θουκυδίδης, Ιστοριών).
Ουσιαστικά, επρόκειτο για μία τροχήλατη οδό, η οποία χρησίμευε για τη μεταφορά των πλοίων από τη μία μεριά του Ισθμού στην άλλη. Συνήθιζαν πρώτα να ξεφορτώνουν το σκάφος και μετά να το τοποθετούν στο δίολκο, για τη μεταφορά του. Σε περιπτώσεις μικρών εμπορικών πλοίων, η διαδικασία της ξεφόρτωσης δεν ήταν απαραίτητη. Ενδεχομένως στην πορεία ο δίολκος να περιέπεσε σε αχρηστία, καθώς το μέγεθος του μέσου εμπορικού σκάφους σταδιακά μεγάλωνε.
Το έργο αυτό ήταν σαφώς πιο χρήσιμο στις άλλες ελληνικές πόλεις απ’ ότι στην ίδια την Κόρινθο, η οποία είχε ήδη στη διάθεσή της λιμάνια και στις δύο πλευρές του Ισθμού, το Λέχαιο και τις Κεγχρεές. Βέβαια, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης θα ήταν σε θέση να ενισχύσει γρήγορα το στόλο της στον ένα κόλπο, μεταφέροντάς τον από τον άλλον. Και οι σύμμαχοί της, ασφαλώς, θα το έβρισκαν χρήσιμο για τη γρήγορη και ασφαλή μεταφορά των προϊόντων και του στρατού τους.
Β. Τεχνικά Έργα Σάμος
Ο Πολυκράτης ήταν αριστοκρατικής καταγωγής και κυβέρνησε τη Σάμο ως τύραννος, περίπου από το 538 μέχρι το 522 π.Χ. (Στράβων Γεωγραφικά, Ηρόδοτος Ιστορίαι). Μόλις κατέβαλε την εξουσία, εξόρισε τους πιο επικίνδυνους από τους αριστοκράτες αντιπάλους του και επέβαλε οικονομικούς περιορισμούς στα εισοδήματα των υπόλοιπων ευγενών. Λέγεται ότι ήταν πολύ πλούσιος και ζούσε στην πολυτέλεια. Έτσι, ήταν σε θέση να πείσει το Δημόδοκο, γνωστό γιατρό της εποχής, να πάει στη Σάμο προσφέροντάς του ως μισθό δύο τάλαντα, ενώ μέχρι τότε πληρωνόταν από τον Πεισίστρατο με εκατό μνες.
Προώθησε ένα μεγάλο αριθμό δημόσιων έργων, ανάμεσά τους μία Αγορά και το πασίγνωστο στην εποχή του Ευπαλίνειο Όρυγμα. Επρόκειτο για ένα έργο που ανέλαβε να σχεδιάσει και να εκτελέσει ο μηχανικός Ευπαλίνος από τα Μέγαρα και που είχε ως στόχο την ύδρευση της πόλης της Σάμου. Ήταν μία σήραγγα, μήκους 1 χιλιομέτρου, σκαμμένη στο βουνό πάνω από την πόλη. Οι εργασίες στο όρυγμα είχαν αρχίσει και από τις δύο άκρες και οι δύο ομάδες εργατών συναντήθηκαν στη μέση της διαδρομής, με μόνη απόκλιση περίπου 1,80 μέτρα.
Στην εποχή του χρονολογούνται η κατασκευή του λιμανιού της πόλης της Σάμου και της τάφρου γύρω από το τείχος της πόλης, καθώς και η προσπάθεια ανακατασκευής του Ηραίου, του φημισμένου ναού που είχε αρχικά σχεδιαστεί από τους Ροίκο και Θεόδωρο και που ολοκληρώθηκε στα Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά χρόνια (Ηρόδοτος, Ιστορίαι). Στα χρόνια του σχεδιάστηκε ένας νέος τύπος πλοίου, η λεγόμενη Σάμαινα. Ήταν μία διήρης με αμβλεία πλώρη, που λειτουργούσε τόσο ως εμπορικό όσο και ως πολεμικό πλοίο (Αθήναιος, Δειπνοσοφιστές)
(ΜΕΡΟΣ Α’)
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ : ΜΕΡΟΣ Β’
Το άρθρο έχει υπέροχες φωτογραφίες, αν θέλετε να τις δείτε θα πατήστε στον σύνδεσμο.
https://greekworldhistory.blogspot.com/2015/08/blog-post_5.html
ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ (ΜΕΡΟΣ Β’)
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ξεκινώντας μία επισκόπηση της πολιτικής ιστορίας της Αρχαϊκής περιόδου οφείλουμε να υπογραμμίσουμε τον υποθετικό χαρακτήρα που σε πολλά σημεία παρουσιάζει η όποια προσπάθεια ανασύνθεσής της. Η περίοδος από τις αρχές του 7ου αιώνα ως τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. σηματοδοτείται από τη διαμόρφωση της οργάνωσης των πόλεων και από μία σειρά εσωτερικών συγκρούσεων. Φαίνεται ότι ο 7ος αιώνας υπήρξε καθοριστικός για την εξέλιξη των πόλεων, τόσο λόγω των πολιτειακών μεταβολών που τότε ξεκίνησαν, όσο και εξαιτίας των αποτελεσμάτων του φαινομένου του αποικισμού…
Στις μεγαλύτερες πόλεις η ανάπτυξη του υπερπόντιου εμπορίου με τις κοινωνικές μεταβολές που επέφερε και το πρόβλημα της διανομής των γαιών και της υποδούλωσης των αγροτών από τους δανειστές τους οδήγησαν συχνά, κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., σε βίαιες στάσεις ενάντια στα αριστοκρατικά ή ολιγαρχικά καθεστώτα, οι οποίες πολλές φορές κατέληξαν στη μεσολάβηση νομοθετών ή την επιβολή τυραννίδας. Στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., η Περσική εισβολή που ακολούθησε την Ιωνική επανάσταση και η απόκρουσή της συνιστούν μία καμπή στη διαμόρφωση της κοινής συνείδησης, καθώς και την αφετηρία της αντιπαράθεσης της Αθήνας και της Σπάρτης στη διάρκεια του ίδιου αιώνα.
ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ
Οι Αρχαϊκοί χρόνοι αποτέλεσαν μία περίοδο παγίωσης της εξουσίας των πόλεων – κρατών. Η αύξηση του πληθυσμού σε συνδυασμό με την έλλειψη αρόσιμης γης οδήγησε σε συνοριακές διενέξεις, όπως στον πόλεμο για το Ληλάντιο πεδίο και στους Μεσσηνιακούς πολέμους. Σταδιακά, διαφαίνεται και η προσπάθεια κάποιων πόλεων να θέσουν υπό την επιρροή τους ευρύτερες περιοχές. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η σύγκρουση των Σπαρτιατών με τους Αργείους για τον έλεγχο της Πελοποννήσου. Στην περίπτωση, πάλι, του Α’ Ιερού πολέμου αιτία της σύρραξης ήταν ο έλεγχος του μαντείου των Δελφών, λόγω της επιρροής που ασκούσε στον Ελληνικό κόσμο.
Ορισμένοι ιστορικοί, βέβαια, εντάσσουν το συγκεκριμένο πόλεμο στην προσπάθεια των Θεσσαλών να θέσουν υπό τον έλεγχό τους την κεντρική Ελλάδα. Οι πηγές, ωστόσο, που διαθέτουμε για τις συγκρούσεις αυτές είναι άλλοτε ασαφείς και άλλοτε αποτελούν μεταγενέστερες προσπάθειες ανασύνθεσης των γεγονότων, επηρεασμένες από τα πολιτικά ζητήματα της περιόδου που συντάχθηκαν. Ίσως και να αποτελεί υπερβολή η απόλυτη αμφισβήτηση της ιστορικότητας των συρράξεων αυτών από μία μερίδα ερευνητών. Πρέπει, πάντως, να δεχθούμε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η οποιαδήποτε προσπάθεια ανασύνθεσης των γεγονότων αυτών δεν μπορεί παρά να έχει υποθετικό χαρακτήρα.
Ληλάντιος Πόλεμος
Ο πόλεμος για την κατοχή του Ληλάντιου πεδίου ίσως να αποτελεί την πρώτη σύγκρουση μεταξύ ελληνικών πόλεων που καταγράφεται στην ιστορία. Στην πεδιάδα αυτή βρίσκονται ιαματικές πηγές καθώς και μεταλλεία χαλκού και σιδήρου. Η κατοχή των πλουτοπαραγωγικών αυτών πόρων ήταν η κυριότερη αφορμή του πολέμου, στον οποίο πρωταγωνίστησαν η Χαλκίδα και η Ερέτρια, που ήταν από τις ισχυρότερες πόλεις της γεωμετρικής και αρχαϊκής περιόδου και πρωτοπόρες στον αποικισμό. Στη Χαλκίδα την εξουσία ασκούσε το αριστοκρατικό γένος των Ιπποβοτών και στην Ερέτρια των Ιππέων.
Όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης: “Oι Ελληνικές πόλεις χωρίστηκαν στα δύο και τάχτηκαν με το ένα ή το άλλο μέρος, κυρίως στον πόλεμο που έγινε κάποτε, παλιά, ανάμεσα στους Χαλκιδιώτες και τους Ερετριείς”. Όμως, ο Θουκυδίδης δε σημειώνει ούτε το χρόνο ούτε το νικητή του πολέμου. Ως σύμμαχοι των Χαλκιδέων αναφέρονται οι Κορίνθιοι, οι Σπαρτιάτες, οι Ερυθρείς, οι Θεσσαλοί και οι Σάμιοι και των Ερετριέων οι Μεγαρείς, οι Χίοι, οι Μεσσήνιοι, οι Αργείοι και οι Mιλήσιοι. Ωστόσο, η ήττα είτε της μίας είτε της άλλης πόλης θα είχε επιπτώσεις και στην οικονομία των εμπορικών εταίρων των εμπόλεμων.
Δεν πρέπει, όμως, να απομονώσουμε το Ληλάντιο πόλεμο από τις υπόλοιπες συρράξεις της περιόδου αυτής, τον Α’ Μεσσηνιακό πόλεμο και τον Α’ Ιερό Πόλεμο. Αξίζει να σημειωθεί η συμφωνία των αντιπάλων του Ληλάντιου πολέμου, που μνημονεύει ο Στράβων, και αφορά την αποχή από τη χρήση τηλεβόλων όπλων (τόξων και σφενδόνων). Οι πηγές μας παραδίδουν πληροφορίες για μία μόνο μάχη του πολέμου, ίσως την τελευταία, με αφορμή το θάνατο του Θεσσαλού Αμφιδάμαντα, τον οποίο ύμνησε ο Ησίοδος. Στη μάχη αυτή η βοήθεια του Θεσσαλικού ιππικού συνέβαλε καθοριστικά στη νίκη των Xαλκιδέων. Aν η πληροφορία ευσταθεί, ο πόλεμος πρέπει να διεξάχθηκε κατά το τελευταίο τέταρτο του 8ου αιώνα π.Χ.
Κατά μία άποψη, η νίκη των Χαλκιδέων είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσουν οι Σπαρτιάτες τον έλεγχο της νότιας Πελοποννήσου και να ευνοηθούν οι αποικιακές δραστηριότητες των Χαλκιδέων και των Κορινθίων στη δυτική Μεσόγειο. Τα παραπάνω οδήγησαν με τη σειρά τους στην ενίσχυση του κύρους του μαντείου των Δελφών, το οποίο μέσω των χρησμών του ασκούσε την επιρροή του στην επιλογή του τόπου για την ίδρυση μίας νέας αποικίας.
Ιερός Πόλεμος
Ο Α’ Ιερός πόλεμος που πρέπει να τοποθετηθεί στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. -εάν δεχτούμε την πληροφορία ότι συμμετείχε και ο Σόλων σε αυτόν- κατά την παράδοση ξεκίνησε με αφορμή τις πειρατικές επιδρομές των κατοίκων της Κίρρας εναντίον των προσκυνητών που μετέβαιναν στους Δελφούς. Το συμβούλιο των Αμφικτιόνων αποφάσισε να τιμωρήσει τους Κιρραίους. Οι Θεσσαλοί Ευρύλοχος και Ιππίας ήταν επικεφαλής της επίθεσης. Οι Αθηναίοι έστειλαν ένα σώμα υπό την αρχηγία του Αλκμαίωνα, ενώ ο τύραννος της Σικυώνας Κλεισθένης απέκλεισε την πόλη από τη θάλασσα, και γι’ αυτό ανταμείφθηκε με το ένα τρίτο των λαφύρων. H Κίρρα έπεσε τελικά και οι κάτοικοί της εξανδραποδίστηκαν.
Oι γαίες της πόλης απαγορεύθηκε να καλλιεργηθούν και ορίστηκε να αφιερωθούν στον Απόλλωνα, την Άρτεμη, τη Λητώ και την Αθηνά Προναία και να δοθούν για τη βοσκή των ζώων που προορίζονταν για θυσία. Oι Κιρραίοι κατέφυγαν στο ύψωμα της Κίρφης και οι τελευταίες εστίες αντίστασης εξουδετερώθηκαν μετά από πέντε χρόνια. Στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ., το μαντείο των Δελφών με την ανάμιξή του στον αποικισμό είχε αποκτήσει μία φήμη που δικαιολογούσε την προσπάθεια κάποιων πόλεων ή συνασπισμών να το θέσουν υπό τον έλεγχό τους. Yποστηρίχτηκε ότι πριν τον πόλεμο το μαντείο ήταν υπό τον έλεγχο των Δωριέων.
O Α’ Ιερός πόλεμος και η επακόλουθη αναδιοργάνωση της πυλαιο-δελφικής Αμφικτιονίας είχαν ως αποτέλεσμα να καταστούν οι Δελφοί το προνομιακό σημείο συνάντησης των αντιπάλων στη διάρκεια των πολέμων. Όπως μαρτυρούν και τα αρχαιολογικά ευρήματα, κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., εξάλλου, εντείνεται και η παρουσία των Αθηναίων και των άλλων Ιωνικών πόλεων στους Δελφούς. Τα Πύθια, που περιορίζονταν αρχικά σε μουσικούς αγώνες, αποκτούν αυτή την περίοδο πανελλήνια σημασία.
Περίοδος από 490 π.Χ. – 480 π.Χ.
Ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν ότι πρέπει να ενταχθεί ο Α’ Ιερός πόλεμος, όπως άλλωστε και η επέμβαση του Αμφιδάμαντα στο Ληλάντιο πόλεμο, στην προσπάθεια των Θεσσαλών να θέσουν υπό τον έλεγχό τους την κεντρική Ελλάδα.
Μετά το τέλος του, οι Θεσσαλοί επιτέθηκαν στη Βοιωτία, αλλά ηττήθηκαν. H Φωκίδα συνέχισε να αντιστέκεται στους Θεσσαλούς σε όλη τη διάρκεια του 6ου αιώνα π.Χ. Ιστορικοί της ύστερης αρχαιότητας αναφέρουν ότι η Φωκίδα διοικούνταν για ένα διάστημα από Θεσσαλό κυβερνήτη. H δολοφονία του κατά τη διάρκεια μίας επανάστασης προκάλεσε την επέμβαση του Θεσσαλικού στρατού, που τελικά ηττήθηκε από μία δύναμη με επικεφαλής δύο Φωκείς αρχηγούς και το μάντη Τελλία. Είναι σαφές ότι οι Θεσσαλοί στο β’ μισό του 6ου αιώνα προσπάθησαν να αποκτήσουν ένα ισχυρό έρεισμα στην κεντρική Ελλάδα.
Στα πλαίσια της πολιτικής αυτής υποστήριξαν την εξουσία του τυράννου της Αθήνας Πεισιστράτου και των γιων του, ένας από τους οποίους έφερε χαρακτηριστικά το όνομα Θεσσαλός. Λίγο μετά το 510 π.Χ., όταν οι Σπαρτιάτες αποβιβάστηκαν στο Φάληρο -επίνειο τότε της Αθήνας- για να εκδιώξουν τους Πεισιστρατίδες, ηττήθηκαν από το Θεσσαλικό ιππικό υπό τον ταγό Κινέα. Ένα δεύτερο, ωστόσο, Σπαρτιατικό σώμα με αρχηγό το βασιλέα Κλεομένη νίκησε τους Θεσσαλούς που αναγκάστηκαν να αποσυρθούν. Ίσως όμως οι νίκες των Βοιωτών και των Φωκέων να ακολούθησαν λίγο αργότερα, γιατί την εποχή αυτή πολλές από τις Βοιωτικές πόλεις συνασπίζονται σε ένα Κοινό υπό την ηγεσία της Θήβας.
Το Άργος κατά τον 7ο και 6ο Αιώνα π.Χ.
Στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. το Άργος ήταν ήδη μία από τις ισχυρότερες πόλεις της Πελοποννήσου. Τα εδάφη του εκτείνονταν απο τη Θυρεάτιδα και την Κυνουρία έως τη χερσόνησο του Μαλέα και τα Κύθηρα. Ο πλούτος του μαρτυρείται και από την ποιότητα της Ύστερης Γεωμετρικής και ανατολίζουσας κεραμικής που παρήγαγαν τα εργαστήριά του. Ίσως οι Αργείοι να συμμετείχαν στον αποικισμό των Συρακουσών, όπως μαρτυρεί η ύπαρξη εκεί Αργειακής κεραμικής, όμως κατά τα άλλα δεν έλαβαν μέρος στον αποικισμό, γιατί οι κλήροι των κτήσεών του επαρκούσαν για τις ανάγκες του πληθυσμού του.
Ήδη από την εποχή αυτή φαίνεται πως ήρθε σε αντιπαράθεση με τη Σπάρτη για την κατοχή της Θυρεάτιδας, της Κυνουρίας, της χερσονήσου του Mαλέα και των Κυθήρων. Μαρτυρείται ότι κατά τα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ. οι Αργείοι προσέτρεξαν σε βοήθεια των Αχαιών του Έλους, στο μυχό του Λακωνικού κόλπου, που τους πολιορκούσαν οι Σπαρτιάτες, ενώ κατά τον Α’ Μεσσηνιακό Πόλεμο ενίσχυσαν τους Μεσσηνίους. Οι πόλεις της Αργολίδας, πάλι, εξαιτίας της πίεσης που υφίσταντο από το Άργος, φαίνεται ότι υποστήριξαν τους Σπαρτιάτες. Για το λόγο αυτό ο βασιλιάς του Άργους Έρατος, κατά τον Α’ Μεσσηνιακό πόλεμο, κατέστρεψε τη γειτονική του Ασίνη.
Το απόγειο της ισχύος των Αργείων τοποθετείται στο β’ τέταρτο του 7ου αιώνα π.Χ. O βασιλιάς Φείδων προσπάθησε να επεκτείνει την κυριαρχία του σε όλη τη βορειοανατολική Πελοπόννησο, επικαλούμενος το μύθο ότι ο πρόγονός του Ηρακλείδης Τήμενος κατέλαβε τα βασίλεια του Αγαμέμνονα και του Διομήδη. Το Άργος κατήγαγε μία αποφασιστική νίκη κατά των Σπαρτιατών στη μάχη των Υσιών στη Θυρεάτιδα και επιτέθηκε στην Ολυμπία, στη διάρκεια των αγώνων του 668 π.Χ., παραβιάζοντας την ιερή εκεχειρία, για να αποδώσει τον έλεγχο του ιερού στους Πισάτες, αφαιρώντας τον από τους κατοίκους της Ήλιδας.
Ο Φείδων μάλλον προσπάθησε να επεκτείνει την επιρροή του και στην Κόρινθο και, κατά μια παράδοση, ο θάνατός του επήλθε κατά την ανάμιξή του στις διενέξεις που προηγήθηκαν της πτώσης των Βακχιαδών και της κατάληψης της εξουσίας από τον Κύψελο. Κατά τον Έφορο ο Φείδων έκοψε τα πρώτα νομίσματα στην Αίγινα και συστηματοποίησε τα μέτρα και τα σταθμά στην Πελοπόννησο. Αφιέρωσε μάλιστα στο ιερό της Ήρας -στην περιοχή μεταξύ του Άργους και των Μυκηνών- οβελίσκους, σιδηρές δηλαδή ράβδους που τις εισήγαγε ως μέσο συναλλαγής. Κατά τη διάρκεια του Β’ Μεσσηνιακού πολέμου οι Αργείοι συνέχισαν να υποστηρίζουν τους Μεσσηνίους.
O βασιλιάς του Άργους Μέλτας, εγγονός μάλλον του Φείδωνα, ενίσχυσε και τους Αρκάδες στον αγώνα τους εναντίον των Σπαρτιατών. Εκθρονίστηκε, όμως, όταν αρνήθηκε να διανείμει στους Αργείους τη γη των Αρκαδικών πόλεων. Οι Αργείοι υιοθέτησαν τότε το αξίωμα του ενιαύσιου εκλεγμένου βασιλιά. O Δαμοκρατίδας, πρώτος κάτοχος του νέου τίτλου, κατέστρεψε το Ναύπλιο. Οι κάτοικοί του, όπως αυτοί της Ασίνης κατά τον Α’ Μεσσηνιακό πόλεμο, υποστήριξαν τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι τους παραχώρησαν τη Μεθώνη ως νέο τόπο εγκατάστασης.
Μετά την κατάληψη της Μεσσηνίας, στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., η Τεγέα και οι άλλες Αρκαδικές πόλεις προσχώρησαν στην Πελοποννησιακή συμμαχία. Μερικά χρόνια αργότερα οι Σπαρτιάτες νίκησαν τους Αργείους στη Θυρέα και κατέλαβαν την περιοχή νότια της Θυρεάτιδας καθώς και τα Κύθηρα. H ήττα αυτή σηματοδοτεί την κάμψη της Αργειακής ισχύος, αλλά και της προσπάθειας να συγκροτηθεί ένας συνασπισμός που θα σταματούσε την επιβολή των Σπαρτιατών στην Πελοπόννησο.
Α’ Μεσσηνιακός Πόλεμος
Οι Δωριείς της Μεσσηνίας κατείχαν την πεδιάδα της Στενυκλάρου και τα όρη που την περιέβαλλαν, ενώ οι Δωριείς Σπαρτιάτες της Λακωνίας τη χερσόνησο του Ταινάρου ως τη Δενθελιάτιδα, την περιοχή στη βορειοανατολική γωνία του Μεσσηνιακού κόλπου. Τα σύνορα μεταξύ των Δωριέων της Μεσσηνίας και της Λακωνίας ορίζονταν από την κατανομή των χειμερινών και θερινών βοσκοτόπων στις πλαγιές του Ταϋγέτου. Οι δύο ομάδες διοργάνωναν κοινή πανήγυρη και θυσία στο φυλετικό ιερό της Αρτέμιδος στις Λίμνες, στη βόρεια Δενθελιάτιδα, πολύ κοντά στα σύνορα της Μεσσήνης. Στην υπόλοιπη Μεσσηνία κατοικούσαν Αχαιοί.
Ο πόλεμος ξεκίνησε με την κάθε μία πλευρά να επικαλείται πράξεις ιεροσυλίας της άλλης, στο προαναφερθέν ιερό της Αρτέμιδος. Κατά μία παράδοση, ο Τήλεκλος σχεδίαζε τη δολοφονία εξεχόντων Μεσσηνίων στο ιερό, αλλά τελικά δολοφονήθηκε ο ίδιος. Οι Μεσσήνιοι πάλι λέγεται ότι βίασαν παρθένες από τη Σπάρτη που είχαν μεταβεί για θυσία στο ιερό. Ο διάδοχος του Τήλεκλου Αλκαμένης επιτέθηκε στη Μεσσηνία, όταν εκεί βασίλευαν ο Αντίοχος και ο Ανδροκλής, λίγο μετά τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. Ορισμένοι Μεσσήνιοι πρότειναν τη συνδιαλλαγή με τους Σπαρτιάτες, δεν επικράτησαν, ωστόσο, και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Πελοπόννησο και να ιδρύσουν το Ρήγιο.
Κάποιοι Σπαρτιάτες πάλι αμφισβήτησαν την ορθότητα τού να επιτεθούν στους ομόφυλούς τους Μεσσηνίους, ο βασιλιάς Πολύδωρος όμως εξέφρασε την επιθυμία της πλειοψηφίας υποστηρίζοντας ότι “επιτιθέμεθα σε μία χώρα που δεν είναι χωρισμένη σε κλήρους”. Γνωρίζουμε ότι η Σπάρτη την ίδια περίοδο ταράσσεται από εσωτερικές συγκρούσεις με κύρια αιτία τους το αίτημα των ακτημόνων για αναδασμό της γης. Οι Σπαρτιάτες επομένως ήθελαν να κατακτήσουν την πεδιάδα της Στενυκλάρου, για να αποκαταστήσουν τους ακτήμονες.
Ο Παυσανίας αντλεί την περιγραφή των γεγονότων του πολέμου από μεταγενέστερα έργα, των οποίων όμως η αξιοπιστία αμφισβητείται. Φαίνεται πάντως ότι χρειάστηκαν είκοσι χρόνια, για να καταβληθεί η αντίσταση των Μεσσηνίων, οι οποίοι και τελικά εγκατέλειψαν την οχυρή Ιθώμη.
Β’ Μεσσηνιακός Πόλεμος
Μετά την ήττα των Μεσσηνίων κατά τον Α’ Μεσσηνιακό πόλεμο οι Σπαρτιάτες διένειμαν τη γη σε 3000 κλήρους και μετέβαλαν τους κατοίκους της Στενυκλάρου σε είλωτες, εξαρτημένους δηλαδή χωρικούς. Υποχρεώθηκαν να ορκιστούν ότι δε θα επαναστατήσουν και τους επιβλήθηκε να καταβάλλουν το ήμισυ της παραγωγής τους στους Σπαρτιάτες και να προσέρχονται στην κηδεία των βασιλέων και των άλλων αρχόντων με μαύρα ενδύματα. Μετά την ήττα των Σπαρτιατών από τους Αργείους στις Υσιές, στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., οι Μεσσήνιοι επαναστατούν. Ο Β’ Μεσσηνιακός πόλεμος κράτησε τριάντα χρόνια.
Οι επαναστατημένοι Μεσσήνιοι δέχτηκαν ενισχύσεις από το Άργος και την Πίσα οργανωμένες σύμφωνα με τη νέα τακτική της φάλαγγας, όπως παραδίδει ο Τυρταίος που μάλλον συμμετείχε στον πόλεμο. Αργότερα συνέπραξαν και οι Αρκάδες. H κρίσιμη κατάσταση στην οποία περιήλθε η Σπάρτη από τον αντίπαλο συνασπισμό, επιτάθηκε από τη στάση του πληθυσμού της με αίτημα τον αναδασμό των κλήρων. Για να αντιμετωπιστεί η κρίση, οι Σπαρτιάτες ανέθεσαν, κατά την παράδοση, στο Λυκούργο να νομοθετήσει. Στην τελευταία φάση του πολέμου, όταν οι Μεσσήνιοι υπεράσπιζαν το οχυρό στο όρος Είρα, με τους Σπαρτιάτες συνέπραξαν οι Hλείοι, οι Κορίνθιοι και οι Σάμιοι με το στόλο τους.
Μετά την πτώση του πολλοί Μεσσήνιοι κατέφυγαν στις Αρκαδικές πόλεις, στην Πύλο και στη Μεθώνη και από εκεί κάποιοι αναχώρησαν για τις αποικίες της Δύσης. Οι Σπαρτιάτες κατέσκαψαν την Πύλο στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. και εγκατέστησαν στη Μεθώνη ως περιοίκους τους κατοίκους του Ναυπλίου, το οποίο είχαν καταστρέψει οι Αργείοι. Η ποιότητα και η διάδοση των προϊόντων της λακωνικής κεραμικής και χαλκουργίας στις αρχές του 6ου αιώνα είναι ενδεικτική της ακμής της Σπάρτης μετά το τέλος των Μεσσηνιακών πολέμων, η οποία μάλιστα στα μέσα του ίδιου αιώνα προχωρεί στην ίδρυση της Πελοποννησιακής συμμαχίας.
ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
Η αποικιακή επέκταση των Ελλήνων, αρχικά στη δυτική Μικρά Ασία και στη συνέχεια στον Εύξεινο Πόντο και τη Δυτική Μεσόγειο, τούς έφερε σε επαφή με αλλόγλωσσους πληθυσμούς. Οι σχέσεις με τις εθνικές αυτές ομάδες ήταν ειρηνικές, έως την κατάληψη της Ιωνίας, αρχικά από τους Λυδούς και στη συνέχεια από τους Πέρσες. Στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. η επανάσταση των Ιώνων έδωσε την αφορμή στους Πέρσες να εισβάλουν στην Ελλάδα. Την ήττα τους στο Μαραθώνα, το 490 π.Χ., ακολούθησε μία κρίσιμη δεκαετία.
Το 480 π.Χ. οι Πέρσες κατέλαβαν την Αθήνα, μετά την ήττα τους όμως στη Σαλαμίνα την ίδια χρονιά και στις Πλαταιές το 479 π.Χ. τερματίστηκαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις για την επέκτασή τους στη Δύση. Την ίδια περίοδο που οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδας αντιμετωπίζουν την Περσική εισβολή, οι Έλληνες της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας απέκρουσαν τους Καρχηδονίους και τους Ετρούσκους. Η απώθηση της Περσικής και της Καρχηδονιακής εισβολής ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση των Ελλήνων και συγχρόνως την αίσθηση ότι εκτός από πολίτες των πόλεων-κρατών αποτελούν και τμήμα μιας ευρύτερης πολιτισμικής κοινότητας.
Ιωνική Επανάσταση Ι
Μετά την κατάληψη του Λυδικού βασιλείου από τους Πέρσες, στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., οι πόλεις της Ιωνίας έγιναν φόρου υποτελείς σε αυτούς, οι οποίοι και επέβαλαν τυράννους ως τοποτηρητές της εξουσίας τους. Οι Ιωνικές πόλεις φαίνεται ότι συνέχισαν να ευημερούν, καθώς αποτελούσαν τη φυσική διέξοδο της Μικρασιατικής ενδοχώρας. Ίσως, όμως, οι φόροι που επέβαλε ο Δαρείος, για να χρηματοδοτήσει την εκστρατεία του εναντίον των Σκυθών και την αναδιοργάνωση της Αυτοκρατορίας, καθώς και η διακυβέρνηση των τυράννων να προκάλεσαν δυσαρέσκεια στους κατοίκους της Ιωνίας.
Κατά τον Ηρόδοτο, ο τύραννος της Μιλήτου Αρισταγόρας προέτρεψε το σατράπη Αρταφέρνη να εκμεταλλευτεί την έκκληση των αριστοκρατικών της Νάξου, για να καταλάβει το νησί. Ο φόβος, ωστόσο, των επιπτώσεων σε περίπτωση αποτυχίας της επιχείρησης τον οδήγησε να συγκαλέσει την άνοιξη του 499 π.Χ. συνέλευση των εκπροσώπων των Ελληνικών πόλεων της δυτικής Μικράς Ασίας. Στο συνέδριο αυτό οι εκπρόσωποι των Ιωνικών πόλεων κήρυξαν την επανάσταση, καταλύοντας παράλληλα τα τυραννικά καθεστώτα.
Ιωνική Επανάσταση ΙΙ
Ο Αρισταγόρας μετά την κήρυξη της επανάστασης ζήτησε τη βοήθεια των πόλεων της ηπειρωτικής Ελλάδας. Μόνον, όμως, οι Αθηναίοι και οι Ερετριείς ανταποκρίθηκαν στην έκκλησή του στέλνοντας είκοσι και πέντε πλοία, αντίστοιχα. Η βοήθεια των Αθηναίων στους Ίωνες ήταν συμβολική. Ίσως οι Αθηναίοι συμπράττοντας με τους Ίωνες να ήθελαν να αποκλείσουν την παλινόρθωση της τυραννίδας, γιατί ο πρώην τύραννος της Αθήνας Ιππίας προσπαθούσε να κερδίσει την Περσική υποστήριξη, για να ανακτήσει την εξουσία. Αρχικά, ο στόλος των επαναστατών νίκησε τον περσικό στις ακτές της Παμφυλίας και ο Χαροπίνος, αδελφός του Αρισταγόρα, κατέλαβε τις Σάρδεις την άνοιξη του 498 π.Χ.
Η πόλη και ο ναός της Κυβέλης πυρπολήθηκαν, αλλά οι Έλληνες υποχώρησαν και ηττήθηκαν στο τέλος του καλοκαιριού, κοντά στην Έφεσο. Μετά την ήττα τους οι Αθηναίοι και οι Ερετριείς εγκατέλειψαν τους Ίωνες, αλλά η επανάσταση είχε στο μεταξύ επεκταθεί από τα Στενά μέχρι την Κύπρο. Οι Πέρσες είχαν ήδη αρχίσει να ανασυντάσσουν τις δυνάμεις τους και, αφού κατέλαβαν την Κύπρο και μετά από μεγάλη αντίσταση την Καρία, επιτέθηκαν το 496 π.Χ. στην Ιωνία. Το 494 π.Χ. μετά την κατάληψη και των υπόλοιπων πόλεων ο Περσικός στρατός και στόλος πολιόρκησε τη Μίλητο, όπου ήταν συγκεντρωμένες οι δυνάμεις των επαναστατών.
Στη ναυμαχία της Λάδης, έξω από τη Μίλητο, ο Περσικός στόλος νίκησε το στόλο των Ιώνων. Η Μίλητος καταλήφθηκε και καταστράφηκε, ενώ οι κάτοικοί της οδηγήθηκαν στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας. Ο Δαρείος, όμως, αντιμετώπισε με μετριοπάθεια τις επαναστατημένες πόλεις. Δεν επέβαλε ξανά τυράννους, την πολιτική των οποίων θεώρησε υπεύθυνη για την επανάσταση, δεν αύξησε τους φόρους και για πρώτη φορά εισήγαγε το θεσμό του κτηματολογίου. Κατά τον Ηρόδοτο, η Αθηναϊκή συμμετοχή στην εξέγερση των Ιώνων υπήρξε η αιτία των Μηδικών πολέμων.
Νεότεροι ιστορικοί, ωστόσο, έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στην επεκτατική φιλοδοξία του Μεγάλου Βασιλέα και στην επιθυμία του να αποκλείσει μία νέα εξέγερση, εξουδετερώνοντας τις πόλεις της κυρίως Ελλάδας που βοήθησαν τους Ίωνες. Τελευταία, από ορισμένους μελετητές έχει δοθεί περισσότερη έμφαση στις δολοπλοκίες των Ελλήνων που είχαν καταφύγει στην Περσική αυλή και υπέθαλψαν την Περσική επιθετικότητα για προσωπικό τους όφελος. Η τελική άρνηση των Αθηναίων και των Σπαρτιατών να δώσουν “γην και ύδωρ” στους πρέσβεις των Περσών προκάλεσε την εισβολή του 490 π.Χ., η οποία κατέληξε στη μάχη του Μαραθώνα.
Περσικοί Πόλεμοι
Α. Η Περσική Εισβολή του 490 π.Χ.
Το 492 π.Χ. ο Περσικός στρατός και στόλος με αρχηγό το Μαρδόνιο διασχίζει τον Ελλήσποντο, για να αποκαταστήσει την Περσική κυριαρχία στη Θράκη και τη Μακεδονία. Ορισμένοι υπέθεσαν ότι ο σκοπός της εκστρατείας ήταν να τιμωρήσει τους Αθηναίους και τους Ερετριείς για τη βοήθεια που παρείχαν στην Ιωνική επανάσταση. Ο Περσικός στόλος, όμως, καταστράφηκε από τρικυμία στον Άθω και ο Μαρδόνιος αναγκάστηκε να επιστρέψει. Εντούτοις, με την επιβεβαίωση της υποταγής των Θρακικών φύλων και του Μακεδονικού βασιλείου, δημιούργησε το προγεφύρωμα που του επέτρεψε τη διεξαγωγή των μεταγενέστερων επιχειρήσεων κατά των Ελλήνων.
Μετά την άρνηση των Αθηναίων και των Σπαρτιατών να υποταχθούν στο Μεγάλο Βασιλέα, ο Περσικός στόλος με επικεφαλής το Δάτι και τον Αρταφέρνη κατέλαβε τις Κυκλάδες και επιτέθηκε στην Ερέτρια. Στη συνέχεια, με την καθοδήγηση του πρώην τυράννου της Αθήνας Ιππία αποβιβάστηκε στο Μαραθώνα, με σκοπό να προελάσει από τα Μεσόγεια κατά της Αθήνας. Ο τύραννος πίστευε ότι οι Διάκριοι της περιοχής θα τον υποστήριζαν, όπως είχαν υποστηρίξει και τον πατέρα του κατά την επιστροφή του από την εξορία.
Οι Αθηναίοι, όμως, έσπευσαν να τους αντιμετωπίσουν στην πεδιάδα του Μαραθώνα. Από άποψη στρατηγικής η πεδιάδα του Μαραθώνα, αν και ευνοούσε το Περσικό ιππικό, επέτρεπε συγχρόνως και την ανάπτυξη της Αθηναϊκής φάλαγγας, που έδωσε στους Έλληνες την τελική νίκη. Μετά την πρώτη επίθεση των Περσών, το κέντρο της παράταξης των Αθηναίων αρχικά υποχώρησε. Οι πλευρικές δυνάμεις, όμως, των Ελλήνων περικύκλωσαν το κέντρο και ανέτρεψαν την αρνητική πορεία της μάχης.
Οι Πέρσες προβάλλοντας ισχυρή αντίσταση υποχώρησαν προς την παραλία και αποβιβάστηκαν στα πλοία που απειλούσαν να τα κάψουν οι Έλληνες. Οι Πέρσες παρά τις απώλειές τους κατευθύνθηκαν στο Φάληρο, με σκοπό να αποβιβαστούν, πριν επιστρέψουν οι Αθηναίοι. Καθώς ο Μιλτιάδης, όμως, πρόλαβε να φτάσει στην Αθήνα πριν τη δύση του ηλίου και να παρατάξει το στρατό του στην πεδιάδα του Φαλήρου, ο Περσικός στόλος αποχώρησε.
Β. Περίοδος από το 490 π.Χ. ως το 480 π.Χ.
Η ήττα των Περσών στο Μαραθώνα, το 490 π.Χ., δε σήμανε και το τέλος της Περσικής επιθετικότητας, όπως απέδειξε η νέα εισβολή του Ξέρξη το 480 π.Χ. Για τους Έλληνες, όμως, η επικράτηση ενάντια στην υπέρτερη δύναμη των βαρβάρων απέκτησε μυθική σημασία. Έγινε το σύμβολο του θριάμβου της δημοκρατικής πόλης και κατά τον 5ο αιώνα προβλήθηκε ως η αφετηρία της Αθηναϊκής ισχύος. Η ενίσχυση του κύρους των στρατηγών μετά τη μάχη οδήγησε στην αντικατάσταση του τρόπου ανάδειξης των αρχόντων, οι οποίοι στο εξής δεν εκλέγονταν, αλλά κληρώνονταν μεταξύ των πεντακοσιομέδιμνων, και των ιππέων.
Η διαμάχη μεταξύ των αριστοκρατικών γενών συνεχίστηκε και μετά την εισβολή και για πρώτη φορά εφαρμόστηκε το μέτρο του οστρακισμού. Εξορίστηκαν τότε ως επικίνδυνοι για τη δημοκρατία με υποκίνηση του Θεμιστοκλή, ο Πεισιστρατίδης Ίππαρχος, ο Αριστείδης, ο πατέρας του Περικλή Ξάνθιππος και ο Αλκμαιωνίδης Μεγακλής. Ο Θεμιστοκλής ήταν ο πρώτος που αντιλήφθηκε τη σημασία που είχε η ναυπήγηση στόλου, τόσο για την απόκρουση μίας μελλοντικής επίθεσης, όσο και για την εξασφάλιση του επισιτισμού της πόλης. Η ήττα των Αθηναίων στην Πάρο ίσως να συνέβαλε στην υιοθέτηση της πρότασής του από τον Αθηναϊκό δήμο.
Το 483 / 482 π.Χ. ανακαλύφθηκε μία νέα φλέβα αργύρου στα ορυχεία του Λαυρίου, η οποία απέδωσε στην πόλη εκατό τάλαντα. Ο Θεμιστοκλής αντιτάχθηκε στην πρόταση του Αριστείδη να διανεμηθούν τα χρήματα στο δήμο και πέτυχε να δοθούν σε εκατό εύπορους πολίτες με την υποχρέωση να ναυπηγήσουν μία τριήρη ο καθένας. Την ξυλεία παραχώρησε ο Αλέξανδρος Α’ της Μακεδονίας που, αν και υποτελής των Περσών, δε διέκοψε τις σχέσεις του με τους Αθηναίους. Το νέο στόλο επάνδρωσαν τα μέλη της κατώτερης τάξης των θητών, οι οποίοι έτσι αύξησαν στα πλαίσια της αθηναϊκής πολιτείας το ειδικό βάρος τους σε σχέση με τους οπλίτες.
Αυτός ήταν ίσως και ο λόγος της αντίθεσης του Αριστείδη, που οδήγησε στον οστρακισμό του. Με τη ναυπήγηση του στόλου της η Αθήνα έθεσε τις βάσεις για την ανάδειξής της σε μεγάλη δύναμη, ισοσταθμίζοντας έτσι τη σπαρτιατική υπεροχή στις χερσαίες δυνάμεις, και εξασφάλισε την επικράτησή της έναντι των Περσών.
Γ. Η Περσική Εισβολή του 480 π.Χ.
Παρά την Αθηναϊκή νίκη στο Μαραθώνα οι Πέρσες παρέμεναν κύριοι της Θράκης και της Μακεδονίας. Ο θάνατος του Δαρείου και οι εξεγέρσεις που ακολούθησαν την ανάρρηση του Ξέρξη στο θρόνο καθυστέρησαν τη δεύτερη Περσική εκστρατεία. Οι προετοιμασίες περιελάμβαναν τη ζεύξη του Ελλησπόντου, για να διεκπεραιωθεί ο στρατός στην Ευρώπη, και τη διάνοιξη του ισθμού του Άθω, για να αποφευχθεί η επανάληψη της καταστροφής του στόλου, που συνέβη κατά την προηγούμενη εκστρατεία. Το σχέδιο του Μεγάλου Βασιλέα προέβλεπε την κατάληψη της Ελληνικής χερσονήσου από τις χερσαίες δυνάμεις.
Ενώ ο στόλος θα εμπόδιζε τις πράξεις αντιπερισπασμού των Ελλήνων και θα εξασφάλιζε την επικοινωνία και τον ανεφοδιασμό του στρατού. Παράλληλα προέτρεψε, κατά το Διόδωρο, τους Καρχηδονίους να επιτεθούν στους Σικελιώτες, για να αποτρέψουν την αποστολή ενισχύσεων στην Ελλάδα. Το καλοκαίρι του 481 π.Χ. με πρωτοβουλία της Αθήνας συγκλήθηκε συνέλευση των αντιπροσώπων των Ελληνικών πόλεων στην Κόρινθο, για να αποφασιστεί η αμυντική τακτική που θα ακολουθούσαν. Τελικά, εμφανίστηκαν μόνο οι εκπρόσωποι (σύνεδροι) των πόλεων της Πελοποννησιακής συμμαχίας, των Πλαταιών και των Θεσπιών.
Οι Θεσσαλοί και τα μικρά έθνη της κεντρικής Ελλάδας ήταν έτοιμοι να μηδίσουν, ενώ οι Αργείοι έμειναν ουδέτεροι ελπίζοντας ότι μία περσική νίκη θα ανέτρεπε τη σπαρτιατική κυριαρχία στην Πελοπόννησο. Το συνέδριο δε συμφώνησε ως προς την αμυντική γραμμή, όπου έπρεπε να παραταχθούν οι Ελληνικές δυνάμεις. Την άνοιξη του 480 π.Χ. σε νέο συνέδριο στην Κόρινθο αντιπρόσωποι των Θεσσαλικών πόλεων υποσχέθηκαν να αντισταθούν στα στενά των Τεμπών, εάν δέχονταν ενισχύσεις. Όταν, όμως, αποβιβάστηκε στη Θεσσαλία ένα σώμα υπό το Σπαρτιάτη Ευαίνετο και το Θεμιστοκλή, δεν τήρησαν την υπόσχεσή τους να προβάλουν αντίσταση στην Περσική προέλαση και οι Έλληνες υποχώρησαν.
Τον Αύγουστο του ίδιου έτους ο βασιλιάς της Σπάρτης Λεωνίδας απέκλεισε τα στενά των Θερμοπυλών με μία δύναμη από Πελοποννήσιους, Θεσπιείς, Οπουντίους Λοκρούς και Φωκείς. Συγχρόνως ο Αθηναϊκός στόλος παρατάχθηκε στο πέρασμα του Ωρεού, κοντά στο ακρωτήριο Αρτεμίσιο, που έκλεινε την είσοδο του Ευβοϊκού κόλπου. Οι Έλληνες θα απέκρουαν την Περσική επίθεση στις Θερμοπύλες, αν ο Εφιάλτης δεν πρόδιδε στους Πέρσες την ύπαρξη της Ανοπαίας ατραπού, που τους οδήγησε στα νώτα των Ελλήνων. Οι Σπαρτιάτες, ωστόσο, δεν εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και αντιστάθηκαν μέχρι θανάτου.
Η ναυμαχία του Αρτεμισίου ξεκίνησε με ευνοϊκούς οιωνούς για τους Έλληνες, αφού το ένα τρίτο του Περσικού στόλου καταστράφηκε από τρικυμία στη Μαγνησία. Οι Έλληνες, αν και υπέστησαν σοβαρές απώλειες, συνέχισαν να επικρατούν έναντι των Περσών, αναγκάστηκαν όμως να εγκαταλείψουν το στενό, όταν έφτασε η είδηση της πτώσης των Θερμοπυλών.
Δ. Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας και η Μάχη των Πλαταιών
Μέσα σε οκτώ ημέρες από τη μάχη των Θερμοπυλών ο Περσικός στρατός έφτασε στα όρια της Αττικής. Ο Θεμιστοκλής πέτυχε να πείσει τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να παρατάξουν το στόλο τους στο στενό της Σαλαμίνας, δίνοντας στο χρησμό του μαντείου των Δελφών την ερμηνεία ότι οι Έλληνες πρέπει να καταφύγουν πίσω από το ξύλινο τείχος. Οι Πελοποννήσιοι προτιμούσαν να αγωνιστούν στον Ισθμό, όμως ο Θεμιστοκλής απείλησε ότι σε περίπτωση που οι σύμμαχοι δε συμφωνούσαν με την τακτική του, οι Αθηναίοι θα μετανάστευαν στην Κάτω Ιταλία. Οι Πέρσες επιτέθηκαν το πρωί της 29ης Σεπτεμβρίου, αφού απέκλεισαν τις διόδους του στενού, για να εμποδίσουν τη φυγή των Ελλήνων.
Όπως είχε προβλέψει ο Θεμιστοκλής, δεν μπόρεσαν να αξιοποιήσουν την αριθμητική υπεροχή του στόλου τους. Οι Έλληνες εκμεταλλευόμενοι τα ρεύματα της περιοχής είτε εμβόλιζαν τα Περσικά πλοία, είτε, αφού τα ακινητοποιούσαν, οι οπλίτες επιτίθονταν στα πληρώματά τους. Ο Περσικός στόλος τράπηκε τελικά σε άτακτη φυγή και κατέφυγε στον όρμο του Φαλήρου. Ο Ξέρξης μετά την ήττα του αναχώρησε για την Ασία, αφήνοντας το Μαρδόνιο να συνεχίσει την εκστρατεία. Εκείνος πρότεινε στους Αθηναίους να συμμαχήσουν μαζί του, υποσχόμενος να τους παραχωρήσει μεγάλες εκτάσεις γης και οικονομική βοήθεια, για να ανοικοδομήσουν την πόλη τους.
Μετά την Αθηναϊκή άρνηση, την άνοιξη του 479 π.Χ., οι Πέρσες ανακατέλαβαν την Αττική. Οι Πελοποννήσιοι έχοντας πλέον οχυρώσει τον Ισθμό και χωρίς να φοβούνται Περσική απόβαση δεν ήταν πρόθυμοι να συνδράμουν τους Αθηναίους. Μόνον η απειλή ότι θα αποδέχονταν τις Περσικές προτάσεις, τους έπεισε να στείλουν τον Παυσανία επικεφαλής των Πελοποννησίων στην κεντρική Ελλάδα. Η μάχη δόθηκε στην πεδιάδα των Πλαταιών το Σεπτέμβριο του 479 π.Χ., καθώς ο Μαρδόνιος πίστευε ότι ο συγκεκριμένος χώρος θα ευνοούσε τις κινήσεις του Περσικού ιππικού.
Οι Σπαρτιάτες, όμως, ανέτρεψαν την Περσική υπεροχή υποχωρώντας στις υπώρειες του Κιθαιρώνα, και ο θάνατος του Μαρδόνιου σήμανε την άτακτη υποχώρηση των Περσών προς τη Φωκίδα. Το καλοκαίρι του 479 π.Χ., εξάλλου, ο στόλος των Ελλήνων μετά από παρότρυνση πρεσβείας των Ιώνων επιτέθηκε εναντίον του Περσικού που είχε αγκυροβολήσει στο στενό μεταξύ της Σάμου και της Ιωνικής ακτής. Οι Έλληνες αποβίβασαν στρατό στη Μυκάλη. Στη μάχη που ακολούθησε, η επικράτηση των Ελλήνων και η πυρπόληση του Περσικού στόλου έδωσε το σύνθημα για νέα εξέγερση των Ιώνων.
Οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους αρνήθηκαν να συνεχίσουν τον πόλεμο θεωρώντας ότι ήταν αδύνατη η απελευθέρωση της Ιωνίας. Οι Αθηναίοι, αντίθετα, με αρχηγό τον Ξάνθιππο αποφάσισαν να πολιορκήσουν τη Σηστό στη Θρακική Χερσόνησο. Η κατάληψή της Σηστού, την άνοιξη του 478 π.Χ., σηματοδοτεί το τέλος των Περσικών πολέμων και την αφετηρία της Αθηναϊκής επέκτασης με πρόσχημα την προστασία των Ιώνων. Στην αντίθεση για τη συνέχιση ή όχι του πολέμου, διαφαίνεται ήδη η εσωτερική σύγκρουση που θα διχάσει τις Ελληνικές πόλεις κατά τον 5ο αιώνα.
Ο Πόλεμος Σικελιωτών – Κρχηδονίων το 480 π.Χ.
Όταν οι Πέρσες επιτέθηκαν στην Ελλάδα το 480 π.Χ., οι Έλληνες ζήτησαν τη βοήθεια του τυράννου των Συρακουσών Γέλωνα. Εκείνος πρόσφερε 20.000 οπλίτες και 200 τριήρεις απαιτώντας συγχρόνως την αρχηγία των Ελληνικών δυνάμεων. Ωστόσο, η ισχυρή αυτή δύναμη κλήθηκε τελικά να υπερασπίσει τις δικές του κτήσεις από την επίθεση των Καρχηδονίων. Τα Φοινικικά εμπορεία της δυτικής Σικελίας, μετά την κατάκτηση της Τύρου και της Σιδώνας από τους Πέρσες, είχαν περάσει στον έλεγχο των Καρχηδονίων. Παρά τις μέχρι τότε περιστασιακές συνοριακές συγκρούσεις με τις Ελληνικές πόλεις, δεν μπορούμε ακόμα να μιλήσουμε για μία συνειδητή αντιπαράθεση των δύο εθνικών στοιχείων.
Στις πόλεις της δυτικής Σικελίας παρατηρείται μια ισχυρή ώσμωση Ελληνικών, Φοινικικών και Σικελικών στοιχείων. Το 483 π.Χ. η ανατολική Σικελία ήταν υπό τον έλεγχο του Γέλωνα και του τυράννου του Ακράγαντα Θήρωνα, ενώ η Ιμέρα και ο Σελινούς είχαν συμμαχήσει με τους Καρχηδονίους και στη Μεσσήνη την εξουσία ασκούσε ο τύραννος του Ρηγίου Αναξίλας. Το 482 π.Χ., ωστόσο, ο Θήρων κατέλαβε την εξουσία στην Ιμέρα εκδιώκοντας το Τήριλλο και συμμάχησε με τους Συρακούσιους. Ο Τήριλλος ζήτησε τότε την επέμβαση των Καρχηδονίων, με τους οποίους συμμάχησε και ο Αναξίλας. Ο Καρχηδονιακός στρατός όμως συνετρίβη από τις δυνάμεις του Γέλωνα στην Ιμέρα.
Μετά την ήττα τους οι Καρχηδόνιοι έκλεισαν ειρήνη με το Γέλωνα, καταλαμβάνοντας πολεμική αποζημίωση 2000 ταλάντων και αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να οικοδομήσουν δύο ναούς, στους οποίους θα αφιερώνονταν αντίγραφα της συνθήκης. Η μάχη της Ιμέρας σήμανε την εδραίωση της κυριαρχίας του Γέλωνα στη Σικελία. Στο συμβολικό επίπεδο όμως συνδέθηκε με την απόκρουση της περσικής εισβολής στην κυρίως Ελλάδα και συνέβαλε στη συγκρότηση της αντίληψης για την απώθηση από τους Έλληνες της συντονισμένης επίθεσης των βαρβάρων σε Δύση και Ανατολή.
Η άποψη αυτή ενισχύεται από την πληροφορία του Ηροδότου ότι η μάχη της Ιμέρας δόθηκε την ίδια μέρα με τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. O θάνατος του Γέλωνα δεν οδήγησε στην παρακμή του κράτους του. Το 474 π.Χ. ο αδελφός και διάδοχός του Ιέρων νίκησε τους Ετρούσκους στην Κύμη ανακτώντας τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων βόρεια από τα στενά της Μεσσήνης, όπου από το 540 π.Χ. -μετά τη ναυμαχία της Αλαλίας- κυριαρχούσε ο Ετρουσκικός στόλος.
Οι Συνέπειες των Περσικών Πολέμων
Ήδη πριν τα Μηδικά οι Έλληνες είχαν συνείδηση ότι απάρτιζαν μία εθνοπολιτιστική κοινότητα, η οποία διακρινόταν με σαφήνεια από τους βαρβάρους που την περιέβαλλαν. Η γλώσσα, η θρησκεία και ο θεσμός των πόλεων αποτελούσαν τα συστατικά στοιχεία της διαφοροποίησης αυτής. Η Περσική εισβολή μπορεί να συνάσπισε τους Έλληνες σε μία προσπάθεια να προασπιστούν την αυτονομία τους, αλλά δεν τους οδήγησε στη συγκρότηση ενός μόνιμου συνασπισμού. Η συλλογική νίκη αποτέλεσε τμήμα του φαντασιακού κάθε πόλης. Το γεγονός όμως ότι πολλοί Έλληνες είχαν συνταχθεί με τους Πέρσες δημιούργησε έναν επιπλέον παράγοντα διαίρεσης.
Σε κάθε περίπτωση η σύγκρουση σηματοδότησε το τέλος της περιόδου ωρίμανσης των Ελληνικών πόλεων και την ανάδειξη της Αθήνας και της Σπάρτης ως ηγετικών δυνάμεων. Η έναρξη του επιθετικού πολέμου, μετά τη ναυμαχία της Μυκάλης, οδήγησε στην απελευθέρωση των Ιωνικών πόλεων, οι οποίες, ωστόσο, μετατράπηκαν σε υποτελείς των Αθηναίων. Η άρνηση των Σπαρτιατών να συνεχίσουν τον πόλεμο εκφράζει την απροθυμία τους να αναμειχθούν σε μακρινές επιχειρήσεις και την απόφασή τους να σταθεροποιήσουν την κυριαρχία τους στην ηπειρωτική Ελλάδα, προβάλλοντας την ανάγκη τιμωρίας των πόλεων που είχαν Μηδίσει.
Η καταστροφή των Αθηνών από τον Ξέρξη συμβολικά κλείνει την αρχαϊκή περίοδο. Ο ενταφιασμός των μισοκατεστραμένων αναθημάτων στον αποθέτη της Ακροπόλεως δηλώνει το τέλος των αξιών των αριστοκρατικών γενών που εξέφραζαν την ευσέβειά τους με την ανέγερση αγαλμάτων κούρων και κορών. Η νίκη πάντως του Ελληνικού ιδεώδους ενάντια στον Ασιατικό δεσποτισμό δημιουργεί ένα νέο σημείο αναφοράς για τις επόμενες γενιές. Τους μυθικούς βασιλείς, που ύμνησε ο Όμηρος, υποκαθιστούν οι ανώνυμοι πολίτες που αντιμετώπισαν τους “χρυσοφόρους Μήδους”. Η ανάδειξη του ανθρώπου σε μέτρο των πραγμάτων θα ευνοήσει την ανάπτυξη του Λόγου διαρρηγνύοντας για πρώτη φορά το πλέγμα της μυθικής παράδοσης.
Πρόσωπα
Α. Μιλτιάδης
Η οικογένεια του Μιλτιάδη είχε ιδιαίτερους δεσμούς με τη Θράκη. Στα πλαίσια της πολιτικής ελέγχου του Ελλησπόντου που εφάρμοσε ο Πεισίστρατος, ο θείος του ο Μιλτιάδης ο πρεσβύτερος είχε καταλάβει τη Θρακική χερσόνησο, όπου και έγινε τύραννος. Ο Μιλτιάδης εκλέχτηκε για πρώτη φορά άρχων στην Αθήνα το 524 π.Χ. Μετά το θάνατο του αδελφού του Στησαγόρα έγινε τύραννος της χερσονήσου και παντρεύτηκε την κόρη του θράκα ηγεμόνα Ολόρου.
Κατέλαβε τη Λήμνο, την οποία παρέδωσε στους Αθηναίους. Κατά την εκστρατεία του Δαρείου εναντίον των Σκυθών, ο Μιλτιάδης σχεδίασε την καταστροφή της γέφυρας των Περσών στο Δούναβη, για να αποκόψει το στρατό του Δαρείου, και να ευνοήσει την εξέγερση των Ιωνικών πόλεων. Η αποκάλυψη όμως των σχεδίων του από τον Ιστιαίο, τύραννο της Μιλήτου, και η κατάπνιξη της Ιωνικής επανάστασης τον ανάγκασαν να καταφύγει στην Αθήνα. Εκεί δικάστηκε ως τύραννος, αλλά αθωώθηκε.
Όταν ο Δαρείος επιτέθηκε στην Αθήνα το 490 π.Χ., ο Μιλτιάδης τέθηκε επικεφαλής των δυνάμεων των Αθηναίων και των Πλαταιέων. Το σχέδιο του Μιλτιάδη οδήγησε στη νίκη των Ελλήνων. Μετά τη μάχη του Μαραθώνα εκτίμησε ότι θα έπρεπε να εκκαθαριστούν οι Κυκλάδες από τις Περσικές φρουρές και από τους Μηδίζοντες. Στη διάρκεια όμως των σχετικών επιχειρήσεων, λίγα χρόνια αργότερα, σκοτώθηκε κατά την αποτυχημένη εκστρατεία εναντίον της Πάρου. Οι Αθηναίοι μάλιστα τον καταδίκασαν σε καταβολή προστίμου πενήντα ταλάντων, γιατί παρέσυρε την Αθήνα σε “άδικη” επίθεση.
Β. Θεμιστοκλής
O Θεμιστοκλής γεννήθηκε περίπου το 425 π.Χ. Ο πατέρας του ο Νεοκλής ανήκε στην οικογένεια των Λυκομηδών. Η μητέρα του όμως πιθανολογείται ότι ήταν Θρακικής ή Καρικής καταγωγής. Θεωρούνταν γι’ αυτό νόθος και σύχναζε ως έφηβος στο γυμνάσιο του Κυνόσαργους. Μετά την Ιωνική επανάσταση ο Θεμιστοκλής πρότεινε τη μεταφορά του λιμανιού από το Φάληρο στον Πειραιά και τη μετέπειτα οχύρωσή του. Μετά τη μάχη του Μαραθώνα, το 490 π.Χ., ο Θεμιστοκλής πίστευε ότι ο Περσικός κίνδυνος δεν αποσοβήθηκε. Πέτυχε έτσι με τα έσοδα μίας νέας φλέβας αργύρου από τα ορυχεία του Λαυρίου να ναυπηγηθεί ο Αθηναϊκός στόλος.
Στο σχέδιο του αυτό βρήκε ενάντιους τους αριστοκρατικούς, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν την παραχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων στους θύτες και τους μετοίκους που θα επάνδρωναν τα πλοία. Στα πλαίσια ίσως αυτής της αντιπαράθεσης προκάλεσε τον οστρακισμό του Αριστείδη και του Ξανθίππου. Κατά την εισβολή του 480 π.Χ. είχε εκλεγεί στρατηγός των Αθηναίων και επέβαλε στους Πελοποννήσιους, μετά την εκκένωση των Αθηνών, να δοθεί η μάχη στη Σαλαμίνα. Την παραμονή της μάχης έστειλε το δούλο του Σίκινο να ειδοποιήσει τον Πέρση ναύαρχο ότι ο Ελληνικός στόλος ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει το στενό.
Οι Πέρσες απέκλεισαν τις διόδους αναγκάζοντας τους Έλληνες να δώσουν τη μάχη επιτόπου. Μετά τη νίκη των Ελλήνων, για να επισπεύσει τη φυγή του Ξέρξη, τού έστειλε κατά την παράδοση νέο μήνυμα ότι οι Έλληνες σκόπευαν να καταστρέψουν τις γέφυρες του Ελλησπόντου, ώστε να τον αποκλείσουν στην Ελλάδα. H στάση του αυτή δημιούργησε την υπόνοια ότι ίσως Μήδισε. Μετά το τέλος του πολέμου συμβούλευσε τους Αθηναίους να τειχίσουν την πόλη τους. Επειδή όμως οι Σπαρτιάτες αντιτίθεντο στην προοπτική αυτή, μετέβη ο ίδιος στη Σπάρτη για τις διαπραγματεύσεις, έχοντας δώσει προηγουμένως εντολή στους Αθηναίους να οικοδομήσουν τα τείχη κατά την απουσία του.
Το τέχνασμα πέτυχε, είχε όμως ως συνέπεια να καταστεί ο Θεμιστοκλής αντιπαθής στη Σπάρτη. Το 471 π.Χ. οι αριστοκρατικοί κατάφεραν να οστρακιστεί. Κατέφυγε στο Άργος και από εκεί έπειτα στη Μικρά Ασία, όταν με υποκίνηση των Σπαρτιατών καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο ως συνένοχος του Παυσανία. Ο βασιλιάς των Περσών Αρταξέρξης τού παραχώρησε τρεις πόλεις, τη Μαγνησία του Μαιάνδρου, τη Λάμψακο και τη Μυούντα, ως ανταμοιβή για τη “βοήθεια” που είχε προσφέρει στον πατέρα του. Πέθανε το 459 π.Χ. στη Μαγνησία. Κατά τον Πλούταρχο όμως αυτοκτόνησε, όταν ο Αρταξέρξης του ζήτησε να συμμετάσχει σε εκστρατεία εναντίον των Ελλήνων.
Γ. Παυσανίας
Ο Παυσανίας ήταν Σπαρτιάτης στρατηγός από τον οίκο των Αγιαδών. Ως επίτροπος του Πλειστάρχου, γιου του Λεωνίδα, ηγήθηκε του Ελληνικού στρατού στις Πλαταιές. Εκεί νίκησε τους Πέρσες, αφού τους ανάγκασε να πολεμήσουν στις υπώρειες του Κιθαιρώνα, όπου δεν μπορούσε να αναπτυχθεί το ιππικό τους. Μετά τη μάχη θέλησε να παρουσιάσει τον τρίποδα που αφιέρωσαν οι Έλληνες στους Δελφούς ως προσωπικό του ανάθημα. Πολιόρκησε τη Θήβα και πέτυχε να του παραδοθούν όσοι είχαν συνεργαστεί με τους Πέρσες. Στη συνέχεια, ως επικεφαλής του Ελληνικού στόλου πολέμησε αρχικά στην Κύπρο και κατέλαβε το Βυζάντιο, που αποτελούσε ισχυρή περσική βάση.
Η φιλοδοξία του, ωστόσο, τον οδήγησε να προσεγγίσει τους Πέρσες. Προσέλαβε σωματοφυλακή από Πέρσες και Αιγυπτίους και υιοθέτησε τη Μηδική ενδυμασία. Πρότεινε στο βασιλιά των Περσών να τον βοηθήσει να υποτάξει την Ελλάδα με αντάλλαγμα να αναγνωριστεί εκείνος ηγεμόνας της. Το 477 π.Χ. οι Σπαρτιάτες τον ανακάλεσαν από τη Θράκη λόγω της δεσποτικής συμπεριφοράς του. Αθωώθηκε τότε από την κατηγορία για Μηδισμό, αλλά επέστρεψε λίγο αργότερα εκεί και συγκρότησε ένα μισθοφορικό σώμα, για να κυριεύσει το Βυζάντιο.
Νικήθηκε όμως από τον Κίμωνα και κατέφυγε στην Τρωάδα, από όπου συνέχισε τις διαπραγματεύσεις του με τους Πέρσες. Όταν ανακλήθηκε για δεύτερη φορά στη Σπάρτη, άρχισε να οργανώνει συνωμοσία με σκοπό την εξέγερση των ειλώτων. Αποκαλύφθηκε, ωστόσο, η αλληλογραφία του με τον Πέρση σατράπη Αρτάβαζο και καταδιωκόμενος ζήτησε άσυλο στο ναό της Χαλκιοίκου Αθηνάς. Οι Σπαρτιάτες τότε αφαίρεσαν τη στέγη του ναού και έχτισαν τις εξόδους του, καταδικάζοντάς τον έτσι σε θάνατο από ασιτία.
ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
Όταν οι πόλεις εμφανίζονται στο ιστορικό προσκήνιο στα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ., η εξουσία του Άνακτος ή του Κυραννού έχει ανατραπεί ή περιοριστεί από τους μεγάλους γαιοκτήμονες, όπως διαφαίνεται και από τα Έπη του Ομήρου. Αναφορές για τη μετάβαση από τη βασιλεία στην εξουσία των ευπατριδών εμφανίζονται διάσπαρτες στα κείμενα των μεταγενέστερων συγγραφέων. Στην Αθήνα για παράδειγμα εθρυλείτο ότι η αυτοθυσία του Κόδρου, για να μην αλωθεί η πόλη από τους Δωριείς, οδήγησε στην κατάργηση της βασιλείας. Δεν είναι, ωστόσο, δυνατόν να καθορίσουμε πότε επιτελέστηκε αυτή η αλλαγή, η οποία πραγματοποιήθηκε σε διαφορετική χρονική στιγμή για την κάθε πόλη.
Στις Δωρικές πόλεις της Πελοποννήσου οι βασιλείς δήλωναν ότι είναι απόγονοι των φυλετικών αρχηγών που, κατά την παράδοση, τις κατέλαβαν. Στη Σπάρτη παρατηρήθηκε το μοναδικό φαινόμενο της διπλής βασιλείας, την οποία μοιράζονταν τα γένη των Αγιαδών και των Ευρυποντιδών. Kαι εκεί, ωστόσο, η εξουσία τους περιοριζόταν από τη Γερουσία, τους Eφόρους και την Απέλλα. Αντίθετα, στα Ελληνικά φύλα του Βορρά -στους Μακεδόνες και τους Ηπειρώτες- οι βασιλείς διατήρησαν ως τη Ρωμαϊκή κατάκτηση την εξουσία, η οποία υπόκειται μόνο στον έλεγχο της συνέλευσης του στρατού.
Πριν την εμφάνιση της οπλιτικής φάλαγγας οι ευγενείς, των οποίων η ισχύς στηριζόταν στην εκτροφή ίππων, ως υπερασπιστές της πόλης κατείχαν και τα πολιτικά αξιώματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα ένα ή δύο γένη -όπως οι Βακχιάδες στην Κόρινθο, οι Ιπποβότες στη Χαλκίδα και οι Ιππείς στην Ερέτρια- μονοπωλούσαν την εξουσία. Η μορφή αυτής της αριστοκρατικής διακυβέρνησης επιβίωσε στο Θεσσαλικό Κοινό. Η αλλαγή της πολεμικής τακτικής με την εισαγωγή της οπλιτικής φάλαγγας, κατά τον 7ο αιώνα, σε συνδυασμό με την αγροτική κρίση μετέβαλε τα δεδομένα στο εσωτερικό των πόλεων.
Τις συγκρούσεις μεταξύ των ευγενών και των κατώτερων κοινωνικών τάξεων ενέτειναν οι αντιθέσεις ανάμεσα στα αριστοκρατικά γένη. Συχνά, για να εκτονώσουν την κρίση, οι ευγενείς ανέθεταν σε κάποιο πρόσωπο που έχαιρε γενικής εκτίμησης τη μεσολάβηση και τη συγγραφή ενός κώδικα νόμων. Σε κάποιες περιπτώσεις πάλι το πρόσωπο αυτό αναδεικνυόταν σε άρχοντα με απόλυτη εξουσία για περιορισμένο όμως χρονικό διάστημα και έπαιρνε τον τίτλο του αισυμνήτη. Σε αρκετές πόλεις όπως στην Αθήνα, την Κόρινθο, και τη Σάμο, οι κοινωνικές συγκρούσεις ευνόησαν την άνοδο στην εξουσία τυράννων με τη συχνή υποστήριξη των μη προνομιούχων τάξεων.
Η πτώση των τυραννίδων, στα τέλη του 6ου αιώνα, επανέφερε στην επιφάνεια τη διαμάχη των ευγενών για τη νομή της εξουσίας. Στην Αθήνα, ωστόσο, ο Κλεισθένης με την υποστήριξη του δήμου προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις που για πρώτη φορά παραχώρησαν ουσιαστική εξουσία στο λαό, δημιουργώντας έτσι τη βάση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Ορισμένα έθνη, τέλος, όπως οι Αιτωλοί, Ακαρνάνες και Λοκροί στην κεντρική Ελλάδα και οι Αχαιοί, Αρκάδες και Ηλείοι στην Πελοπόννησο, λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους τους -όπως αναφέρει και ο Θουκυδίδης για τους Αιτωλούς- συνέχισαν να ζουν κατά κώμας.
Μετά τη συγκρότηση των πόλεων τα φυλετικά κράτη, όταν δε διαλύθηκαν -όπως συνέβη με την ένωση των Ιωνικών πόλεων της Αττικής και της Εύβοιας κατά τον 8ο αιώνα π.Χ.- μετατράπηκαν σε κοινά με κέντρο το ιερό του προστάτη θεού τους, όπως του Θερμίου Απόλλωνα στην Αιτωλία.
Η Πολιτειακή Εξέλιξη της Αθήνας
Στα τέλη ήδη του 8ου αιώνα π.Χ. πρέπει να είχε πραγματοποιηθεί ο αποδιδόμενος στο Θησέα συνοικισμός, η πολιτική δηλαδή ενοποίηση των πόλεων της Αττικής. Κατά τους Ατθιδογράφους, ο Κοδρίδης Άκαστος παραιτήθηκε από τη βασιλεία έναντι του αξιώματος του ισόβιου άρχοντα. H ισόβια θητεία έγινε όμως δεκαετής στα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ., ενώ ο κατάλογος των ετήσιων πλέον αρχόντων της Aττικής ξεκινάει με τον Κρέοντα το 682 / 681 π.Χ. H εξουσία, σύμφωνα με την παράδοση, αρχικά κατανεμήθηκε ανάμεσα στους εννέα άρχοντες με ενιαύσια θητεία -το βασιλέα, τον επώνυμο άρχοντα, τον πολέμαρχο και τους έξι θεσμοθέτες- και στον Άρειο Πάγο, στον οποίο συμμετείχαν διά βίου οι παλαιοί άρχοντες.
O πληθυσμός χωριζόταν σε τέσσερις φυλές, που έφεραν τα ονόματα των γιων του Ίωνα, -Γελέοντες, Αιγικορείς, Αργαδείς και Όπλητες- και κάθε φυλή με τη σειρά της χωριζόταν σε τρεις τριττύες. Ο Πλούταρχος αποδίδει στο Θησέα το χωρισμό του πληθυσμού σε τρεις τάξεις, στους Ευπατρίδες, τους Γεωμόρους και τους Δημιουργούς, από τους οποίους πολιτικά δικαιώματα είχαν μόνο οι Ευπατρίδες. Από τα πολιτικά γεγονότα του 7ου αιώνα π.Χ. οι μεταγενέστεροι ιστορικοί αναφέρονται μόνο στο Kυλώνειο Άγος, ίσως, γιατί αυτό συνδεόταν με την οικογένεια των Αλκμαιωνιδών.
Γύρω στο 630 π.Χ. ο Κύλων, ολυμπιονίκης και μέλος των ευπατριδών, προσπάθησε με την υποστήριξη του πεθερού του Θεαγένη, τυράννου των Μεγάρων, να καταλάβει την Ακρόπολη. Μετά από πολιορκία αρκετών ημερών ο Κύλων και ο αδελφός του διέφυγαν, ενώ οι υπόλοιποι συνωμότες κατέφυγαν ως ικέτες στο βωμό της Αθηνάς Πολιάδας, τον οποίο ωστόσο εγκατέλειψαν με την υπόσχεση ότι θα εισαχθούν σε δίκη. Oι πολιορκητές όμως τους φόνευσαν. Με παρέμβαση του Σόλωνα, κατά την παράδοση, ο επώνυμος άρχων Αλκμαιωνίδης Μεγακλής δέχτηκε να δικαστεί για το φόνο. Οι Αλκμαιωνίδες εξορίστηκαν, ενώ κλήθηκε ο Eπιμενίδης ο Kρης, για να καθάρει την πόλη από το άγος.
Τόσο το πραξικόπημα του Κύλωνα, όσο και η εξορία των Αλκμαιωνιδών αποδίδονται από ορισμένους ιστορικούς στις αντιθέσεις μεταξύ των αριστοκρατικών γενών, στα τέλη του 7ου αιώνα. Tο 621 π.Χ., ίσως, για να κερδίσουν τη λαϊκή υποστήριξη, οι ευπατρίδες αναθέτουν στο Δράκοντα να συντάξει νόμους. Το πολίτευμα που ο Αριστοτέλης αποδίδει στο Δράκοντα, μάλλον πρέπει να συντάχτηκε από τους ολιγαρχικούς το 411 π.Χ., οι οποίοι όμως ανήγαγαν τις ρυθμίσεις τους στον αρχαϊκό νομοθέτη. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο Δράκων παραχώρησε πολιτικά δικαιώματα στους οπλίτες. Ο μόνος νόμος του, όμως, που παρέμεινε σε ισχύ και κατά την Κλασική περίοδο, και μπορεί να του αποδοθεί με σχετική βεβαιότητα, αφορά την ανθρωποκτονία.
Α. Η Κρίση στα Τέλη του 7ου Αιώνα π.Χ.
Μετά την κατάργηση της βασιλείας στην Αθήνα, κατά το τέλος της Γεωμετρικής περιόδου, ξεκίνησαν οι διαμάχες μεταξύ των αριστοκρατικών γενών για τη νομή της εξουσίας. Στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. η εσωτερική κρίση, την οποία προκάλεσε το ζήτημα των αγροτικών χρεών και των ακτημόνων χωρικών, βοήθησε να γίνουν οι ζυμώσεις που οδήγησαν στη σύνταξη των νόμων του Δράκοντα και του Σόλωνα. Τα δικαιώματα των ευπατριδών σταδιακά περιορίστηκαν και κριτήριο για τη συμμετοχή στα δημόσια αξιώματα έγινε πλέον το μέγεθος της περιουσίας και όχι η καταγωγή.
Η κατάληψη της εξουσίας από τον Πεισίστρατο ευνόησε τους αγρότες και τους βιοτέχνες δημιουργώντας τις προϋποθέσεις, ώστε μετά την κατάλυση της τυραννίδας ο δήμος να διεκδικήσει -και με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη να επιτύχει- την ουσιαστική συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων και την εγκαθίδρυση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Β. Οι Μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα
Στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. η Αθήνα συμμετείχε στον Α’ Ιερό πόλεμο και έγινε μέλος της Δελφικής Αμφικτιονίας. Την ίδια εποχή βρέθηκε σε διαμάχη με τη Μυτιλήνη με αφορμή την πόλη του Σιγείου και με τα Μέγαρα για την κατοχή της Σαλαμίνας. Με το τελευταίο ζήτημα σχετίζεται και η πρώτη μνεία του Σόλωνα στα δημόσια πράγματα. Κατά την παράδοση, με τις ελεγείες του ο Σόλων εμψύχωσε τους Αθηναίους και τους οδήγησε στην κατάληψη του νησιού. Ο Σόλων εκλέχτηκε επώνυμος άρχων το 594 / 593 π.Χ., και συγχρόνως διαλλακτής με αποστολή να μεσολαβήσει στην αγροτική κρίση, που έφερε σε αντιπαράθεση τους ευπατρίδες μεγαλογαιοκτήμονες με τους μικρούς καλλιεργητές.
Με τη σεισάχθεια απάλλαξε τους αγρότες από τα χρέη τους και απελευθέρωσε όσους είχαν γίνει εκτήμοροι, ή είχαν πουληθεί ως δούλοι μακριά από την Αθήνα. Εισήγαγε επίσης το τιμοκρατικό σύστημα, χωρίζοντας τους πολίτες σε τέσσερις τάξεις ανάλογα με το εισόδημά τους. Δικαίωμα συμμετοχής στα αξιώματα είχαν μόνο τα μέλη των τριών πρώτων τάξεων. Για τους εννέα άρχοντες κάθε μία από τις τέσσερις φυλές υποδείκνυε με κλήρο δέκα υποψήφιους και στη συνέχεια γινόταν μεταξύ αυτών κλήρωση με κουκιά. Του αποδίδεται, επίσης, από τον Αριστοτέλη η ίδρυση της Βουλής των 400, όπου συμμετείχαν εκατό μέλη από την κάθε φυλή, με δικαιοδοσία να ετοιμάζει τα προβουλεύματα που παρουσιάζονταν στην Εκκλησία του δήμου.
Ο Άρειος Πάγος παρέμεινε υπεύθυνος για την τήρηση των νόμων και τον έλεγχο του πολιτεύματος, και την εκδίκαση όσων αποπειράθηκαν να καταλύσουν το πολίτευμα. Ίδρυσε ακόμα το δικαστήριο της Ηλιαίας, όπου είχαν δικαίωμα να συμμετάσχουν ακόμα και οι θύτες. Όρισε επιπλέον ότι, όποιος σε περίπτωση στάσης δεν έπαιρνε το μέρος κάποιας παράταξης, έχανε τα πολιτικά του δικαιώματα. Ορισμένοι νεότεροι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι οι πολιτειακές μεταβολές που αποδίδει ο Αριστοτέλης στο Σόλωνα αποτελούν προβολές θεσμών του 4ου αιώνα π.Χ. και περιορίζουν τη συμβολή του στη ρύθμιση των αγροτικών χρεών.
Ο ίδιος ο Σόλων στα ποιήματά του αναφέρει ότι προσπάθησε να βρει τη μέση οδό στις διεκδικήσεις των αγροτών για αναδασμό και στον έλεγχο της απληστίας των ισχυρών, και περηφανεύεται, που δεν εκμεταλλεύτηκε τη θέση του, για να γίνει τύραννος, και να επιβάλει με τη βία τα μέτρα που θεωρούσε σωστά.
Γ. Πεισίστρατος
Η μεταρρύθμιση του Σόλωνα δεν πέτυχε μακροπρόθεσμα να επιλύσει τις διαφορές και να συμβιβάσει τα συμφέροντα των διάφορων κοινωνικών ομάδων. Το 560 π.Χ. τα Αθηναϊκά γένη χωρίζονταν σε τρεις παρατάξεις ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους: τους Πεδιαίους, τους Παραλίους και τους Διακρίους με επικεφαλής τους αντίστοιχα τον Ετεοβουτάδη Λυκούργο, τον Αλκμαιωνίδη Μεγακλή και τον Πεισίστρατο. Ο τελευταίος ως πολέμαρχος ηγήθηκε του πολέμου κατά των Μεγαρέων.
Κατηγορώντας όμως τους πολιτικούς αντιπάλους του για επίθεση, κατάφερε να πάρει την άδεια να συγκροτήσει ένα σώμα τριακοσίων ροπαλοφόρων, με τους οποίους κατέλαβε την Ακρόπολη. Η πρώτη περίοδος της τυραννίδας του διήρκεσε έξι χρόνια. Ανακατέλαβε, ωστόσο, την εξουσία έντεκα χρόνια αργότερα με την υποστήριξη των Αλκμαιωνιδών. Αφού κυβέρνησε για αρκετά χρόνια εξορίστηκε για δεύτερη φορά, επειδή ήρθε σε σύγκρουση με τους Αλκμαιωνίδες. Αφού συνέλεξε εισφορές από την Ερέτρια, τη Θήβα και την περιοχή του Παγγαίου, συγκρότησε ένα σώμα μισθοφόρων, αποβιβάστηκε στο Μαραθώνα το 546 περίπου π.Χ. και νίκησε τους αντιπάλους του στη μάχη της Παλλήνης.
Κατά τον Αριστοτέλη, ακολούθησε μετριοπαθή πολιτική. Εξόρισε προσωρινά τους πολιτικούς του αντιπάλους, μεταξύ των οποίων και τους Αλκμαιωνίδες, αλλά δεν κατάσχεσε τα κτήματά τους. Ίσως να προχώρησε και στον αναδασμό της γης, το σίγουρο είναι πάντως ότι χορήγησε άτοκα δάνεια στους μικρούς καλλιεργητές. Επιπλέον συγκρότησε τα δικαστήρια των δήμων, για να διευκολύνει τους κατοίκους της υπαίθρου, και να περιορίσει την δύναμη των ευπατριδών, ή, κατά τον Αριστοτέλη, γιατί η συγκέντρωση των πολιτών στην Αθήνα θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για την εξουσία του. Έκοψε τα πρώτα Αθηναϊκά νομίσματα και υποστήριξε την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιοτεχνίας.
Οι διπλωματικές ικανότητές του διαφάνηκαν στην επιτυχία του να αποκτήσει τον έλεγχο της Χερσονήσου στον Ελλήσποντο, η οποία έλεγχε την οδό προς τις -ζωτικής σημασίας για την Αθήνα- σιτοπαραγωγούς περιοχές της Σκυθίας. Συγχρόνως στο συμβολικό επίπεδο, με την εισαγωγή της λατρείας του Διονύσου, την ανοικοδόμηση του Παρθενώνα και τη λαμπρότητα του εορτασμού των Μεγάλων Παναθηναίων, συνέβαλε στη ταύτιση των κατοίκων της υπαίθρου με την Αθηναϊκή πολιτεία και τη μείωση της σημασίας των τοπικών λατρειών, οι οποίες ήταν υπό την εποπτεία των αριστοκρατικών γενών.
Μετά το θάνατο του Πεισιστράτου τον διαδέχθηκαν οι δύο γιοι του, ο Ιππίας και ο Ίππαρχος που δολοφονήθηκε το 514 π.Χ. από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα. Η δολοφονία αυτή, της οποίας τα κίνητρα παραμένουν αμφιλεγόμενα, δεν είχε ως αποτέλεσμα την άμεση πτώση της τυραννίδας, η οποία επιτεύχθηκε με την παρέμβαση της Σπάρτης. Το 510 π.Χ. ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης επιτέθηκε στην Αθήνα, μετά από προτροπή των Αλκμαιωνιδών, και εξεδίωξε τον Ιππία.
Δ. Οι Μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη
Η εκδίωξη των Πεισιστρατιδών από την εξουσία επανέφερε στο προσκήνιο τις αντιθέσεις μεταξύ των αριστοκρατών, εκφραστές των οποίων ήταν από τη μία πλευρά ο Ισαγόρας και από την άλλη όσοι υποστήριζαν τη διεύρυνση των εξουσιών του δήμου με επικεφαλής τους τον Αλκμαιωνίδη Κλεισθένη. Το 508 – 507 π.Χ., και ενώ άρχοντας της Αθήνας ήταν ο Ισαγόρας, ο Κλεισθένης κατόρθωσε να ψηφιστούν η αντικατάσταση των τεσσάρων φυλών της Αττικής από δέκα νέες και η αύξηση των μελών της Βουλής από 400 σε 500. Κάθε φυλή απαρτίστηκε από τρεις τριττύες: μία από το Άστυ, μία από τα Μεσόγεια και μία από την Παραλία.
Κάθε τριττύς με τη σειρά της περιελάμβανε έναν ή περισσότερους δήμους. H αναδιοργάνωση του χώρου της πόλης αποσκοπούσε να ανατρέψει την παλαιά διάκριση των πολιτών σε ομάδες ανάλογα με την περιοχή που κατοικούσαν, καθώς και να υπονομεύσει την πολιτική επιρροή των γενών. Στο εξής οι πολίτες έπαιρναν τα ονόματά τους από το δήμο της καταγωγής τους, καταργώντας έτσι τη διάκριση μεταξύ παλαιών Αθηναίων και Νεοπολιτών. Από την κάθε φυλή κληρώνονταν κάθε έτος πενήντα βουλευτές, οι οποίοι πρυτάνευαν το ένα δέκατο του χρόνου, σύμφωνα με το νέο πολιτικό ημερολόγιο.
Η Βουλή ετοίμαζε τα προβουλεύματα των νόμων, οι οποίοι θα υποβάλλονταν στην Εκκλησία του δήμου. Ίσως για πρώτη φορά ορίστηκε να συγκαλείται η Εκκλησία σε τακτά χρονικά διαστήματα. Για να αποτρέψει εξάλλου νέες απόπειρες επιβολής τυραννίδας, υποστηρίζεται από ορισμένους μελετητές ότι όρισε το μέτρο του οστρακισμού. Ο Ισαγόρας επικαλούμενος το Κυλώνειο άγος ζήτησε την παρέμβαση του βασιλιά της Σπάρτης Κλεομένη. Ο Κλεισθένης αναγκάστηκε τότε να εγκαταλείψει την Αθήνα, και συγχρόνως εξορίστηκαν επτακόσιες Αθηναϊκές οικογένειες ως εναγείς. Η Βουλή, ωστόσο, αντιστάθηκε στην κατάργηση των μεταρρυθμίσεων και ο δήμος πολιόρκησε τη σπαρτιατική δύναμη στην Ακρόπολη.
Ύστερα από δύο μέρες, και κατόπιν συμφωνίας, οι Σπαρτιάτες εγκατέλειψαν την Αθήνα και οι οπαδοί του Ισαγόρα εκτελέστηκαν. Ο Κλεισθένης επέστρεψε, δε διατήρησε όμως την εξουσία, αλλά παρέμεινε απλώς “προστάτης του Δήμου”. Ο Κλεομένης στο μεταξύ συγκέντρωσε μία ισχυρή δύναμη και προήλασε μέχρι την Ελευσίνα, ενώ ταυτόχρονα επιτέθηκαν οι Βοιωτοί και οι Χαλκιδείς. Η διαφωνία, ωστόσο, μεταξύ των δύο βασιλέων της Σπάρτης οδήγησε στη διάλυση του στρατεύματος. Οι Αθηναίοι τότε αποφασισμένοι να εκδικηθούν αποβιβάστηκαν στην Εύβοια, αφού νίκησαν τους Βοιωτούς, και επιτέθηκαν στους Χαλκιδείς.
Μετά τη νίκη τους μοίρασαν τα κτήματα των ευγενών Χαλκιδέων σε τέσσερις χιλιάδες Αθηναίους. Αυτοί αποτέλεσαν τους πρώτους κληρούχους, αφού παρά τη μετεγκατάστασή τους διατήρησαν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Κατά τον Ηρόδοτο, η επικράτηση των Αθηναίων συνδέεται άμεσα με την καθιέρωση από τον Κλεισθένη της Ισηγορίας, της ελευθερίας δηλαδή του λόγου στην Εκκλησία του δήμου. Κάθε οπλίτης πλέον πολεμούσε με περισσότερο σθένος, γιατί αισθανόταν ότι η συλλογική νίκη εξυπηρετούσε και το προσωπικό του συμφέρον.
Η Βασιλεία στους Μακεδόνες
Οι Μακεδόνες μέχρι τον 6ο αιώνα π.Χ. αποτελούσαν μία ομάδα ποιμενικών εθνών. Επικεφαλής τους ήταν ο βασιλιάς από το γένος των Αργεαδών. Κατά την τοπική παράδοση, τα μέλη του γένους αυτού κατάγονταν από τον Αργέα, γιο του Μακεδόνα, που είχε αδελφούς τον Πίερο, τον Άμαθο και το Βρούσι. Οι Αργεάδες μετανάστευσαν στην Ημαθία από το Άργος Ορεστικό κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. Όμως οι ίδιοι υποστήριζαν ότι κατάγονται από τον Ηρακλείδη Τήμενο, βασιλιά του Άργους. Την ίδια περίοδο, την Άνω –Σημερινή Δυτική– Μακεδονία κατοικούσαν τα συγγενή προς τους Ηπειρώτες Μολοσσούς φύλα των Πελαγόνων, Λυγκηστών, Ορεστών και Ελιμιωτών.
Στα τέλη του 6ου αιώνα, οι Μακεδόνες μετά την υποταγή τους στους Πέρσες επέβαλαν την κυριαρχία τους στα έθνη της Άνω Μακεδονίας, τα οποία ωστόσο διατήρησαν τους βασιλικούς οίκους τους και την εσωτερική τους αυτονομία. Οι πληροφορίες που έχουμε για τους πρώιμους χρόνους της Μακεδονικής ιστορίας είναι διάσπαρτες και η ανασύνθεση της πολιτειακής οργάνωσης της Μακεδονίας στηρίζεται σε μεταγενέστερες μαρτυρίες. Ο βασιλιάς, αρχικά αιρετός αρχηγός της πατριάς των ποιμένων, συγκέντρωσε μετά τη μόνιμη εγκατάσταση των Μακεδόνων την πολιτική, στρατιωτική και θρησκευτική εξουσία.
Η εξουσία αυτή, ωστόσο, ελεγχόταν από τη συγκέντρωση του στρατού (“το Κοινόν των Μακεδόνων Πλήθος”). Η συνέλευση είχε τη δικαιοδοσία να εκλέγει και να καθαιρεί τον βασιλιά και να εκδικάζει τις υποθέσεις προδοσίας. Στην Άνω Μακεδονία αναφέρεται η συνέλευση των “Πελιγάνων”, των αρχηγών των μικρότερων εθνών. Σταδιακά, κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., στην Κάτω Μακεδονία δημιουργήθηκαν πόλεις, οι οποίες όμως δε διέθεταν την αυτονομία των πόλεων κρατών της νότιας Ελλάδας. Η βασιλική εξουσία ισχυροποιήθηκε ιδιαίτερα κατά τη βασιλεία του Αλεξάνδρου Α’ του Φιλέλληνα.
Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι η Μακεδονία αποτελούσε το περάσμα στη νότια Ελλάδα, πέτυχε την επέκταση του βασιλείου του, στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Αξιού και Στρυμόνα. Αποκτώντας τότε την κυριότητα των ορυχείων χρυσού της περιοχής έκοψε τα πρώτα νομίσματα, αντιγράφοντας τον τύπο των ντόπιων Θρακών Βισαλτών. Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί τη σταδιακή ενίσχυση των επαφών με τη νότια Ελλάδα. Παρά τη συμμετοχή όμως του ίδιου του Αλεξάνδρου στους Ολυμπιακούς Αγώνες, η Μακεδονία -λόγω της Αρχαϊκής κοινωνικής της οργάνωσης- παρέμεινε ως τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. στο περιθώριο του Ελληνικού κόσμου.
Η Οργάνωση του Θεσσαλικού Κοινού
Οι Θεσσαλοί, κατά το Θουκυδίδη, κατέλαβαν τη χώρα που έφερε το όνομά τους, εξήντα χρόνια μετά τα Τρωϊκά. Ο Αλευάς Α’ της Λάρισας, ο πρώτος ταγός της περιοχής, τη χώρισε σε τέσσερα τμήματα, τα ονομαζόμενα τετράδες: τη Θεσσαλιώτιδα, την Πελασγιώτιδα, την Ιστιαιώτιδα και τη Φθιώτιδα. Επικεφαλής των τετράδων ήταν οικογένειες όπως οι Αλευάδες της Λάρισας, οι Σκοπάδες της Κραννώνος και οι Εχεκρατίδες της Φαρσάλου. Όρισε επίσης το κάθε γένος σε περίπτωση πολέμου να παρέχει σαράντα ιππείς και ογδόντα πελταστές. Ο ταγός, αρχικά, οριζόταν σε περίπτωση πολέμου διοικητής του στρατού. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, διατηρούσε την εξουσία αυτή εφ’ όρου ζωής.
Οι προηγούμενοι κάτοικοι εγκατέλειψαν τη χώρα, και όσοι παρέμειναν αποτέλεσαν την ομάδα των Πενεστών στην κεντρική πεδιάδα ή των περιοίκων στην Περραιβία, τη Μαγνησία και την Αχαΐα – Φθιώτιδα. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η οργάνωση της Θεσσαλίας δεν εξελίχθηκε από τους Ομηρικούς χρόνους. Την άποψη αυτή ενισχύουν μεταξύ άλλων η αναφορά στη διοργάνωση ταυροκαθαψίων και οι περιγραφές των ιδιαίτερων εθίμων της φιλοξενίας και των συμποσίων. Η σταδιακή συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια του ταγού ίσως και να συνδέεται με την ανάμιξη των Θεσσαλών στα πολιτικά πράγματα της κεντρικής Ελλάδας.
Στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. ο Κλεόμαχος της Φαρσάλου συμμετείχε στο πλευρό των Χαλκιδέων σε μία μάχη του Ληλάντιου πολέμου. Η παρέμβαση του Θεσσαλικού ιππικού μπορεί ίσως να ερμηνευτεί από τους δεσμούς ξενίας που συνέδεαν τους Εχεκρατίδες και την οικογένεια του Αμφιδάμαντα της Χαλκίδας, αλλά ίσως και να αποτελεί μία πρώτη ένδειξη της διάθεσης των Θεσσαλών να επεκτείνουν την επιρροή τους. Μετά την προσάρτηση, εξάλλου, της Αινίδος και της Μαλίδος οι Θεσσαλοί απέκτησαν την πλειοψηφία στην Αμφικτυονία της Ανθέλας, με κέντρο της το ιερό της Δήμητρας. Η προσπάθεια αυτή γίνεται πιο εμφανής μετά τον Α’ Ιερό πόλεμο, στο β’ μισό του 6ου αιώνα π.Χ.
Σταδιακά, ωστόσο, στα πλαίσια του Κοινού των Θεσσαλών οι πόλεις άρχισαν να κόβουν νομίσματα, ένδειξη της σταδιακής αυτονόμησής τους έναντι του Κοινού. Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., αναφέρονται ως άρχοντες των πόλεων ο Επεστακών ταγός και ο Υλωρός, ο δασονόμος δηλαδή που είχε την ευθύνη των περιχώρων της πόλης. Πολιτικά δικαιώματα είχαν μάλλον μόνο οι αγαθοί, οι γαιοκτήμονες που δεν είχαν ανάγκη να εργάζονται. Η Εκκλησία του δήμου, κι εάν ακόμα υπήρχε, πρέπει να διέθετε περιορισμένες αρμοδιότητες.
Οι Μεταρρυθμίσεις του Λυκούργου
Η σημαντικότερη αιτία του Α’ Μεσσηνιακού πολέμου ήταν η έλλειψη καλλιεργήσιμων κλήρων και η διεκδίκηση αναδασμού της γης. Η διανομή των γαιών της Στενυκλάρου σε ακτήμονες Σπαρτιάτες δε φαίνεται να έλυσε το πρόβλημα. Μετά το τέλος του Α’ Μεσσηνιακού πολέμου, κατά τον Πλούταρχο, ο μυθικός νομοθέτης Λυκούργος ζήτησε τη συμβουλή του μαντείου των Δελφών, για να προβεί σε μεταρρυθμίσεις που θα έδιναν λύση στην κρίση. Το Θεόπνευστο θεσμικό κείμενο, η ρήτρα, αποτέλεσε τον καταστατικό χάρτη της Σπάρτης.
Όριζε την κατανομή του πληθυσμού σε φυλές, και οβές (κώμες) και επιμέριζε την εξουσία ανάμεσα στην τριακονταμελή Γερουσία, που προετοίμαζε τους νόμους, και στην Απέλλα (τη λαϊκή συνέλευση), που τους ψήφιζε. Για να απαλλάξει τη Σπάρτη από τις υπερβολές και τα εγκλήματα του πλούτου, ο Λυκούργος αναδιένειμε τη γη σε 30.000 κλήρους για τους περιοίκους και 9000 κλήρους για τους Σπαρτιάτες. Αν και η σύγχρονη έρευνα αμφισβητεί την ιστορικότητα του προσώπου του Λυκούργου, οι μεταρρυθμίσεις που του αποδίδονται σκιαγραφούν αδρομερώς τις αρχές της Σπαρτιατικής πολιτείας.
Οι δύο βασιλείς από τις οικογένειες των Αγιάδων και των Ευρυποντιδών διέθεταν περιορισμένες εξουσίες. Συμμετείχαν στη Γερουσία, ηγούνταν του στρατού, κατείχαν ένα τέμενος (υποστατικό) στις περιοχές των περιοίκων και δικαιούνταν μεγαλύτερο μερίδιο από την πολεμική λεία. Προΐσταντο, εξάλλου, των περισσοτέρων θρησκευτικών τελετών. Η Γερουσία, όπου εκτός από τους βασιλείς συμμετείχαν και 28 ισόβια μέλη άνω των εξήντα ετών, προετοίμαζε τα προβουλεύματα και λειτουργούσε ως ανώτατο δικαστήριο. Ο τρόπος εκλογής των γερουσιαστών ήταν ιδιόμορφος. Κατά την παράδοση, οι υποψήφιοι παρουσιάζονταν στην Απέλλα και εκλέγονταν όσοι εισέπραταν το δυνατότερο χειροκρότημα.
Οι σύγχρονοι μελετητές δεν ομονοούν ως προς τις εξουσίες της Απέλλας, η οποία συγκαλείτο μία φορά το μήνα. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι λειτουργούσε όπως η Εκκλησία του δήμου στις δημοκρατικές πόλεις, ενώ κατ’ άλλους απλώς επικύρωνε ή απέρριπτε δια βοής τις αποφάσεις της Γερουσίας. Ο θεσμός των πέντε εφόρων, οι οποίοι εκλέγονταν από το σύνολο των ελευθέρων πολιτών με ενιαύσια θητεία, μοιάζει να είναι μεταγενέστερος. Ο πρώτος μεταξύ των εφόρων ήταν ο επώνυμος άρχων και προέδρευε στην Απέλλα. Οι έφοροι οργάνωναν σε καιρό πολέμου το στρατό, ενώ δύο από αυτούς συνόδευαν το βασιλέα στις εκστρατείες.
Είχαν επίσης την εποπτεία της αγωγής των νέων και της διοίκησης, καθώς και δικαστικές αρμοδιότητες που επεκτείνονταν ακόμη και στους βασιλείς. Πολίτες, όμοιοι, λογίζονταν όσοι είχαν γεννηθεί από πατέρα Σπαρτιάτη, νέμονταν κλήρο γης και ήταν τουλάχιστον τριάντα ετών. Οι περίοικοι ήταν οι ελεύθεροι κάτοικοι της Λακωνίας που δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, αλλά συμμετείχαν στο σπαρτιατικό στρατό. Στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας βρίσκονταν οι είλωτες, εξαρτημένοι χωρικοί, που αποτελούσαν στην ουσία ιδιοκτησία της πολιτείας.
Τυραννίδα
Ο όρος “τύραννος” προέρχεται μάλλον από τη Μικρά Ασία. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. από τον Αρχίλοχο ως συνώνυμο του όρου “βασιλεύς”. Ήδη, όμως, κατά τον 6ο αιώνα ο Σόλων συνέδεσε την τυραννίδα με τη βία. Τύραννοι, ωστόσο, όπως ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος και ο Περίανδρος ο Κορίνθιος κατατάσσονταν μεταξύ των επτά σοφών. Οι τύραννοι, συνήθως, ήταν μέλη αριστοκρατικών οικογενειών, οι οποίοι είτε μετά το τέλος της θητείας τους ως άρχοντες συνέχισαν να διατηρούν παράνομα την εξουσία, είτε την καταλάμβαναν με τη βία.
Η επιβολή της τυραννίδας είναι το αποτέλεσμα της άρνησης των ευπατριδών να δώσουν λύση στις εντάσεις που προκάλεσε η κοινωνική ανισότητα και η αγροτική κρίση. Για να εδραιώσουν την εξουσία τους, κυβερνούσαν μόνο με τη σύμπραξη ορισμένων οπαδών τους. Συχνά προέβαιναν σε συστηματικό διωγμό των αντίπαλών τους αριστοκρατικών γενών, εξορίζοντας ή εκτελώντας τα πιο φιλόδοξα μέλη τους και δημεύοντας τις περιουσίες τους. Έχει επικρατήσει η εικόνα του τυράννου που αναζητεί ερείσματα στα κατώτερα στρώματα ικανοποιώντας τις απαιτήσεις τους σε βάρος των μεγάλων γαιοκτημόνων. Ορισμένοι τύραννοι προέβησαν πράγματι σε αναδασμό της γης και γενικά ευνόησαν τους εμπόρους και τους βιοτέχνες.
Δεν υπάρχουν, ωστόσο, οι αποδείξεις ότι στο σύνολό τους άσκησαν συστηματικά φιλολαϊκή πολιτική. Είναι πάντως γεγονός ότι τα μέτρα που έλαβαν σε πολλές περιπτώσεις, απελευθέρωσαν τις δημιουργικές δυνάμεις των πόλεων, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις οικονομικής ανάπτυξής τους. Χρηματοδότησαν, εξάλλου, σύμφωνα με τους αρχαίους ιστορικούς, μεγάλα οικοδομικά έργα, για να διατρανώσουν την εξουσία τους και να διατηρούν απασχολημένο το δήμο. Στην Κάτω Ιταλία και τη Σικελία οι τυραννίδες που γνωρίζουμε επιβλήθηκαν με κάποια καθυστέρηση στο τέλος του 6ου αιώνα π.Χ. και κάτω από διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες.
Οι πόλεις της Μεγάλης Ελλάδος είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τις εσωτερικές συγκρούσεις, την ανάμιξη των Καρχηδονίων και τις εξεγέρσεις των αυτόχθονων κατοίκων, που συχνά είχαν περιοριστεί σε μία θέση ανάλογη με εκείνη των ειλώτων της Σπάρτης. Σε κάθε περίπτωση πάντως η διάρκεια των καθεστώτων αυτών δεν ξεπερνούσε τις δύο γενιές. Η βίαιη κατάλυσή τους, με τη δολοφονία του τυράννου σε ορισμένες περιπτώσεις, ερμηνεύτηκε κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. ως απόδειξη ότι τα καθεστώτα αυτά αποτελούσαν πολιτειακές παρεκτροπές.
Α. Κυψελίδες
Από τα μέσα του 8ου έως και τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. στην Κόρινθο την εξουσία ασκούσε το γένος των Βακχιάδων, που αριθμούσε γύρω στα διακόσια άρρενα μέλη. Στα πλαίσια του γένους είχε επιβληθεί η ενδογαμία και κάθε χρόνο οριζόταν ένα μέλος του ως “βασιλεύς” ή πρύτανης. ’ν και η περιουσία των Βακχιάδων στηριζόταν στην έγγεια ιδιοκτησία, εκείνοι ευνόησαν την ίδρυση αποικιών. Η Κόρινθος ήταν μητρόπολη της Αμβρακίας και της Κέρκυρας, ενώ ο Βακχιάδης ήταν ο οικιστής και των Συρακουσών. Στα τέλη του 7ου αιώνα εκμεταλλευόμενη και τη στρατηγική της θέση αποτελούσε ήδη μία από τις σημαντικότερες ναυτικές δυνάμεις του Ελληνικού κόσμου.
Ο Κύψελος -Βακχιάδης από τη μητέρα του τη Λάβδα- κατέλαβε την εξουσία προσεταιριζόμενος το δήμο, όταν κατείχε το αξίωμα του πολέμαρχου. Ορισμένοι ιστορικοί συνδέουν την πολιτειακή αυτή ανατροπή με την αγροτική κρίση που λειτούργησε άλλωστε ως καταλύτης στις εξελίξεις και άλλων πόλεων. Για όσο καιρό ήταν πολέμαρχος ποτέ δεν επέβαλε πρόστιμο, ούτε φυλάκισε, ούτε και επέτρεψε να πουληθούν ως δούλοι όσοι δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στα χρέη τους. Όταν μάλιστα έγινε τύραννος, κατά μία άποψη, κατάσχεσε τις γαίες των Βακχιάδων και τις διένειμε στους ακτήμονες. Όρισε επίσης να αφιερώνεται η δεκάτη της εσοδείας στο Ιερό του Δία.
Του αποδίδεται, εξάλλου, η κοπή των πρώτων Κορινθιακών νομισμάτων (στατήρων). Η εύνοια του δήμου πάντως ίσως να δικαιολογεί την παραμονή του στην εξουσία για τριάντα χρόνια. Ο Αριστοτέλης μάλιστα αναφέρει ως δείγμα της δημοτικότητάς του το γεγονός ότι δε διέθετε προσωπική φρουρά. Τον διαδέχθηκε ο γιος του ο Περίανδρος το 527 περίπου π.Χ. Ο Περίανδρος, σε αντίθεση με τον πατέρα του, έμεινε διαβόητος για τα σκληρά μέτρα που έλαβε, προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία. Διατηρούσε προσωπική φρουρά τριακοσίων “δορυφόρων” (έφεραν δόρυ) και δε δίσταζε να εκτελέσει όποιους θεωρούσε επικίνδυνους.
Απαγόρευσε την απόκτηση δούλων και την υπερβολική επίδειξη πολυτέλειας, επειδή τόνιζαν την υπεροχή των αριστοκρατών. Ανέπτυξε ιδιαίτερες σχέσεις με τις πόλεις της Ιωνίας και το βασίλειο των Λυδών. Η Κόρινθος ίδρυσε καινούργιες αποικίες όπως την Επίδαμνο, την Απολλωνία και την Ποτίδαια, και εξήγε τα βιοτεχνικά της προϊόντα -με χαρακτηριστικότερο την κεραμική της – σε όλη τη Μεσόγειο. Την ίδια περίοδο καθιερώθηκαν και οι αγώνες των Ισθμίων, μία από τις τέσσερις σημαντικότερες αθλητικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα.
Η τυραννίδα καταλύθηκε, την εποχή που ο Ψαμμήτιχος -διάδοχος του Περιάνδρου- κατείχε την εξουσία, η οποία ωστόσο δεν επανήλθε στα χέρια των ευγενών, αλλά μεταβιβάστηκε στους ευπορότερους πολίτες.
Β. Ο Πολυκράτης της Σάμου
Μετά την ανατροπή του τυράννου Δαμοτέλη, τη διακυβέρνηση της Σάμου ανέλαβαν οι μεγάλοι γαιοκτήμονες (γεώμοροι). Το 540 περίπου π.Χ. η Σάμος αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την κυριαρχία του Κύρου. Τότε ίσως να κάηκε και το πρώτο Ηραίο. Ακολούθησε μία περίοδος αστάθειας μέχρι το 532 περίπου π.Χ., που ο Πολυκράτης έγινε τύραννος με τη σύμπραξη των δύο αδελφών του και την υποστήριξη των εμπόρων και των βιοτεχνών. Μόλις έγινε τύραννος ο Πολυκράτης, σε μία προσπάθειά του να αποτρέψει πιθανές συνωμοσίες, εξόρισε ορισμένους αριστοκράτες. Ενίσχυσε το στρατό που, κατά τον Ηρόδοτο, περιελάμβανε χίλιους τοξότες και ναυπήγησε στόλο από εκατό πεντηκοντόρους.
Σχεδίασε μάλιστα ένα νέο τύπο πλοίου τη Σάμαινα, μία διήρη με αμβλεία πλώρη. Με το στόλο του αυτό -που συχνά επιδίδετο και σε πειρατικές επιδρομές- κατέλαβε αρκετά νησιά και ορισμένες παραλιακές πόλεις. Συνέπηξε συμμαχία με τον Πεισίστρατο, τον τύραννο της Νάξου Λύγδαμι και το Φαραώ της Αιγύπτου Άμασι που ευνόησε τους Σαμίους εμπόρους της Ναυκράτιδος. Όταν όμως το 525 περίπου π.Χ. ο Πέρσης βασιλιάς Καμβύσης επιτέθηκε στην Αίγυπτο, ο Πολυκράτης τού παρέσχε σαράντα πλοία σε μία προσπάθεια να επικυρώσει την εξουσία του. Τη διοίκηση των πλοίων αυτών ανέθεσε στους πολιτικούς του αντιπάλους, επειδή ήθελε να τους απομακρύνει από τη Σάμο.
Αποτέλεσμα της πολιτικής του Πολυκράτη ήταν να γίνει η Σάμος σε διάστημα δέκα ετών η πρώτη ναυτική δύναμη στο Αιγαίο. Είναι χαρακτηριστικό ότι προϊόντα της Σαμιακής βιοτεχνίας, με πιο χαρακτηριστικά τα ειδώλια, αποκαλύφτηκαν σε μεγάλες ποσότητες κατά την ανασκαφή των ιερών της Λίνδου και της Καμίρου στη Ρόδο, της Αμαθούντας στην Κύπρο και της Ναυκράτιδος στη Αίγυπτο. Από ορισμένους ιστορικούς μάλιστα υποστηρίχθηκε ότι οι πόλεις της Ρόδου ήταν υποτελείς του.
Ο Ηρόδοτος αναφέρθηκε με θαυμασμό στα οικοδομικά έργα που εκτελέστηκαν την περίοδο αυτή στη Σάμο, δηλαδή στο Ευπαλίνειο όρυγμα, στο μήκους δύο σταδίων μόλο του λιμανιού και στο δεύτερο Ηραίο. Δεν προσδιόρισε, όμως, αν οφειλόταν στον τύραννο η πρωτοβουλία για τα έργα αυτά. Στον Πολυκράτη, ωστόσο, απέδωσε την κατασκευή της τάφρου γύρω από τα τείχη της Σάμου, στην οποία εργάστηκαν Λέσβιοι αιχμάλωτοι πολέμου. Εξάλλου, λέγεται ότι ο Πολυκράτης συγκέντρωσε και κατέγραψε τα ομηρικά έπη. Στην αυλή του φιλοξενούνταν πολλοί ποιητές και μεταξύ τους ο Ίβυκος από το Ρήγιο της κάτω Ιταλίας και ο Ανακρέων από την Τεώ.
Εντούτοις, η εξουσία του έληξε βίαια. Ο Πολυκράτης επιδιώκοντας να επεκτείνει την κυριαρχία του σε όλη την Ιωνία και τα νησιά πήγε στις Σάρδεις, όπου δολοφονήθηκε. Ο γραμματέας και τοποτηρητής του Πολυκράτη Μαιάνδριος προσπάθησε να εγκαθιδρύσει καθεστώς ισονομίας. Αναγκάστηκε, όμως, να παραχωρήσει την εξουσία στον αδελφό του Πολυκράτη Συλοσώντα, ο οποίος αποβιβάστηκε στη Σάμο με τη συνοδεία Περσικής δύναμης.
Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου έλαβαν χώρα οι θεμελιώδεις αλλαγές που προσδιόρισαν την όψη του Ελληνικού πολιτισμού. H επανάκτηση της γραφής σε συνδυασμό με τις κοινωνικές εξελίξεις έδωσαν νέα ώθηση στα γράμματα. Tο έπος γνώρισε μια δεύτερη άνθιση, ενώ παράλληλα η συστηματοποίηση των ιδεών για τον κόσμο και τον άνθρωπο γέννησε την Ιωνική φιλοσοφία. Όμως η πρόσληψη του κόσμου μπορούσε πια να έχει και υποκειμενικό ή βιωματικό χαρακτήρα, γεγονός που αποτυπώθηκε στα ποικίλα και ολοζώντανα -ακόμα και για το σύγχρονο αναγνώστη- έργα της λυρικής ποίησης.
Οι επαφές με την Ανατολή εμπλούτισαν τη μορφοπλασία της Ελληνικής τέχνης, ενέπνευσαν πρωτότυπες συνθέσεις και απελευθέρωσαν τη φαντασία των Ελλήνων καλλιτεχνών και τεχνιτών. Η κεραμική και η μεταλλοτεχνία, ως χρηστικές κυρίως τέχνες, ήταν οι πρώτες που επωφελήθηκαν από τη γόνιμη ζύμωση με τα ανατολικά στοιχεία και γρήγορα ανέπτυξαν ένα πρωτοφανές σε έκταση και ποικιλία εικονογραφικό ρεπερτόριο. H γλυπτική επικεντρώθηκε στη μελέτη της ανθρώπινης μορφής, αντανακλώντας την τόσο καθοριστικής σημασίας μετατόπιση της Ελληνικής σκέψης από τη Θεοκεντρική στην ανθρωποκεντρική θέαση του κόσμου.
Πολλές τελετουργίες και λατρείες γεννήθηκαν ή αποκρυσταλλώθηκαν στη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου. Οι θρησκευτικές πρακτικές συνδέονταν στενά με τις κοινωνικές εξελίξεις και ανάγκες, τις οποίες συχνά κωδικοποιούσαν ή ερμήνευαν. Μέσα από τις θυσίες, τους καθαρμούς, τα αφιερώματα, τις μυήσεις και τις γιορτές οι Έλληνες επιχείρησαν να εναρμονίσουν τον πρωτόγονο φόβο για το Θείο με την ορθολογική προσέγγιση και εμπιστοσύνη στην ανθρώπινη εμπειρία. Η θέση αυτή, που δε μεταβλήθηκε ουσιαστικά μέχρι την επικράτηση του Χριστιανισμού, είναι ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα του Αρχαϊκού Ελληνισμού και συνεχίζει μέχρι σήμερα να αποτελεί έναν από τους πόλους της εσωτερικής αντίφασης του δυτικού πολιτισμού.
ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Κατά την Αρχαϊκή περίοδο, παρατηρείται μεγάλη άνθηση της ποίησης και της φιλοσοφίας που μορφολογικά, μόλις άρχισε να αποσπάται από το ποιητικό πρότυπο εκφοράς του λόγου. Οι μεγάλες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτειακές μεταβολές σε συνδυασμό με την ευρεία διάδοση της γραφής, την ποικιλία των ερεθισμάτων και την πειραματική διάθεση που διέπει ολόκληρο τον Αρχαϊκό κόσμο, αποτέλεσαν τους σπουδαιότερους παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή την άνθηση.
Το έπος, αν και δεν μπορεί πια να δημιουργήσει έργα εφάμιλλα των επιτευγμάτων του Ομήρου, εκπροσωπήθηκε επάξια από τον Ησίοδο. Ωστόσο, το είδος που αναπτύχθηκε γοργά και με μεγάλη ποικιλομορφία ήταν η λυρική ποίηση, η οποία ανταποκρινόταν καλύτερα στα νέα δεδομένα. Προς το τέλος της περιόδου διαμορφώθηκε ένα ακόμη καινούργιο είδος, η δραματική ποίηση, η οποία έφτασε στο απόγειό της τους Κλασικούς Χρόνους.
Επική Ποίηση
Τα έργα του Ομήρου και του Ησιόδου είναι βέβαια τα μόνα που διασώθηκαν από τα Πρώιμα χρόνια της Ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά όλα δείχνουν πως δεν ήταν τα μόνα που υπήρχαν. Η σύνθεσή τους βασίζεται σε λογότυπους που ακολουθούν τη ραψωδική παράδοση. Στοιχεία γι’ αυτή την παράδοση μας δίνουν τα ίδια τα έργα: στην Οδύσσεια αναφέρονται οι απαγγελίες του Φήμιου και του Δημόδοκου, ενώ η συμμετοχή του Ησιόδου σε ποιητικό διαγωνισμό προϋποθέτει μία σημαντική ποιητική δραστηριότητα.
Προφανώς πολλές από τις μυθολογικές παραδόσεις είχαν μορφοποιηθεί στις αρχές της Αρχαϊκής περιόδου σε έναν κύκλο, ο οποίος ξεκινούσε με τη δημιουργία του κόσμου, συνέχιζε με τη μάχη των Τιτάνων και κατέληγε στους Θηβαϊκούς μύθους και στα γεγονότα του Τρωικού πολέμου. Τα έπη αυτά ονομάζονταν Κύκλια και πιθανόν στην αρχή στον όρο αυτό να συμπεριλαμβάνονταν και τα Ομηρικά. Μετά τον Αριστοτέλη πάντως η διάκριση ήταν σαφής, και μάλιστα κατά την ύστερη αρχαιότητα τα Κύκλια έπη θεωρούνταν υποδεέστερα, συμβατικά και χωρίς ενδιαφέρον. Πληροφορίες για τον αριθμό και το περιεχόμενό τους αντλούμε κυρίως από τον Πρόκλο, ένα συγγραφέα του 5ου αιώνα μ.Χ.
Σύμφωνα με αυτόν ο Τρωικός κύκλος περιελάμβανε τα ακόλουθα έπη: τα Κύπρια που εξιστορούσαν τα γεγονότα από την κρίση του Πάρη ως την άφιξη των Αχαιών στην Τροία, την Ιλιάδα, την Αιθιοπίδα που παρουσίαζε τα κατορθώματα του Αίαντα, τη Μικρή Ιλιάδα, την Ιλίου Πέρσιν που αφηγούνταν την καταστροφή της Τροίας ως τη θυσία της Πολυξένης, τους Νόστους που είχαν για θέμα τους τις περιπέτειες των διάφορων αρχηγών στο ταξίδι της επιστροφής από την Τροία, την Οδύσσεια και την Τηλεγόνεια που έκλεινε τον κύκλο με τους απροσδόκητους γάμους του Τηλέγονου -γιου του Οδυσσέα- με την Πηνελόπη και του Τηλέμαχου με την Κίρκη.
Τα έπη αυτά βασίζονταν σε παλιούς μύθους, αλλά είναι βέβαιο ότι συντέθηκαν μετά την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, στη διάρκεια του 7ου ή του 6ου αιώνα π.Χ. Η σημασία τους για τη μεταγενέστερη Ελληνική λογοτεχνία υπήρξε τεράστια, αφού από αυτά εμπνεύστηκαν πολλές τραγωδίες. Ανάλογη υποθέτουμε ότι ήταν και η επίδρασή τους στη λυρική ποίηση και στις άλλες τέχνες. Μεταξύ των επών που ανήκαν σε άλλους κύκλους αναφέρονται η Οιδιπόδεια, η Θηβαΐδα και οι Επίγονοι από το Θηβαϊκό κύκλο, ενώ μία Τιτανομαχία και μία συρραφή ιστοριών με τίτλο Κορινθιακά αποδίδονται στον Εύμηλο τον Κορίνθιο, ο οποίος υπολογίζεται πως έζησε προς το τέλος του 8ου αιώνα π.Χ.
Ένας διαφορετικός κύκλος ήταν αφιερωμένος στα κατορθώματα του Ηρακλή. Το παλιότερο έπος αυτού του κύκλου θεωρείται η Άλωση της Οιχαλίας, που κατά καιρούς αποδόθηκε στον Όμηρο ή τον Κρεώφυλο. Έπη για τον Ηρακλή συνέθεσαν επίσης ο Πείσανδρος ο Ρόδιος και ο Πανύασσης ο Αλικαρνασσέας (αρχές 5ου αιώνα π.Χ.). Τέλος στον Όμηρο αποδιδόταν κατά την αρχαιότητα και ένα έπος – παρωδία, ο Μαργίτης, το οποίο συντάχθηκε προφανώς τον 7ο ή τον 6ο αιώνα π.Χ. Όσο για τη δημοφιλή -κατά το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση- παρωδία της Ιλιάδας με τίτλο Βατραχομυομαχία, το πιθανότερο είναι πως ανήκει στην Ελληνιστική εποχή.
Α. Ησίοδος
Η χρονολόγηση του ποιητικού έργου του Ησιόδου δεν είναι σαφής, αλλά συνδέεται πάντοτε με ένα ιστορικό γεγονός. Γνωρίζουμε ότι ο ποιητής νίκησε στους επιτάφιους αγώνες του ήρωα Αμφιδάμαντα, ο οποίος σκοτώθηκε σε ναυμαχία κατά τη διάρκεια του Ληλάντιου πολέμου. Ο πόλεμος μεταξύ Χαλκίδας και Ερέτριας πρέπει να διεξάχθηκε στο τέλος του 8ου ή στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. Γνωρίζουμε επίσης ότι ο πατέρας του Ησιόδου εγκατέλειψε την Κύμη της Αιολίας και εγκαταστάθηκε στην Άσκρα της Βοιωτίας, στις υπώρειες του Ελικώνα. Το γεγονός αυτό συνέβη μάλλον γύρω στα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ. και από όσα γράφει ο Ησίοδος συμπεραίνουμε ότι η οικογένειά του μάλλον δεν ήταν ιδιαίτερα ευκατάστατη.
Δε γνωρίζουμε με βεβαιότητα σημαντικές πληροφορίες για τον ίδιο, όπως αν ήταν εγγράμματος ή όχι. Είναι, ωστόσο, βέβαιο ότι συνέταξε τα έργα του επηρεασμένος από την Ιωνική προφορική παράδοση των εξαμέτρων, μέσα στην οποία γεννήθηκαν και τα Ομηρικά Έπη. Επίσης, είναι σίγουρο ότι η χρήση της γραφής στη διατήρηση του έργου του έπαιξε σημαντικότερο ρόλο από ότι στην περίπτωση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Από τα έργα του Ησιόδου σώζονται τρία ακέραια και αρκετά αποσπάσματα άλλων, έτσι όπως τα αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Είναι όλα γραμμένα σε δακτυλικούς εξάμετρους και χαρακτηρίζονται από τις συμβατικότητες της γλώσσας και της τεχνικής της επικής ποίησης.
Το παλαιότερο είναι προφανώς η Θεογονία, στην οποία ο ποιητής αφηγείται τη δημιουργία του κόσμου, τη διαδοχή των Θεοτήτων και τις μεταξύ τους συγγενικές σχέσεις. Περιλαμβάνονται γύρω στις τριακόσιες Θεότητες με το γενεαλογικό τους δέντρο. Όλες αυτές προέρχονται από τις αρχικές οντότητες: τη Νύχτα, τη Θάλασσα και την ένωση της Γης με τον Ουρανό. Δεν αναφέρεται, ωστόσο, καμιά αιτιοκρατική εκδοχή για τη δημιουργία του κόσμου. Η σημαντικότερη γενιά ήταν εκείνη της Γης και του Ουρανού, η οποία μέσω των Τιτάνων και του Κρόνου κατέληξε στο Δία. Σε ολόκληρο το ποίημα είναι εμφανής η πρόθεση να εξηγηθεί ο κόσμος και τα φυσικά φαινόμενα.
Οι Ολύμπιοι θεοί εμφανίζονται πάντα με ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά, τα οποία -σύμφωνα με πολλές αναφορές- αποδίδονταν σε παλαιότερες Θεότητες. Οι θρησκευτικές αντιλήψεις του Ησιόδου περικλείουν μιαν ασάφεια σχετικά με τις δυνάμεις που εξουσιάζουν τον κόσμο, η οποία θα συνεχιστεί και μέχρι τα κλασικά χρόνια. Έτσι στους Ολύμπιους καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν η Μητέρα γη, οι ποτάμιοι θεοί και οι νύμφες των πηγών και των δασών. Ο Ησίοδος και ο Όμηρος θεωρούνταν από τον Ηρόδοτο οι ιδρυτές της Ελληνικής θεολογικής σκέψης.
Αν και δεν υπάρχει απόλυτη συνέπεια μεταξύ των μύθων που παραδίδει ο καθένας από τους δύο αυτούς ποιητές, εύκολα διακρίνουμε ότι πραγματεύονται το ίδιο πρωτογενές υλικό. Εξάλλου σημαντικές συγγένειες έχουν διαπιστωθεί ανάμεσα στη Θεογονία και σε ορισμένα Χεττιτικά, Βαβυλωνιακά και Ινδικά μυθολογικά κείμενα, ιδιαίτερα στο μύθο της διαδοχής Ουρανού – Κρόνου – Δία, στο μύθο του αγώνα του Δία με τον Τυφωέα και σε εκείνον του Φαέθοντα. Το δεύτερο έργο του Ησιόδου, Έργα και Ημέραι, είναι ένας ύμνος στην εξουσία και τη δικαιοσύνη του Δία. Με αφορμή κάποιους μύθους ο ποιητής παρεμβάλλει συχνά συμβουλές και παραινέσεις ηθικού χαρακτήρα προς τον αδερφό του Πέρση.
Πρόκειται για το πρώτο κείμενο της Ελληνικής γραμματείας με σαφείς αναφορές σε μία ηθική τάξη. Οι έννοιες που απασχολούν τον ποιητή είναι η Ελπίδα, η Δικαιοσύνη και η αντίθετή της, η Ύβρις. Μέσα από τις περιγραφές της καθημερινής ζωής σε ένα μικρό χωριό της Βοιωτίας, ο Ησίοδος μας παρέχει ανεκτίμητες πληροφορίες για τη γεωργία και τη ζωή των αγροτών της εποχής του. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο μύθος για τις “Μεταλλικές Εποχές” του ανθρώπινου γένους, ο οποίος δε φαίνεται να έχει ανατολικά παράλληλα, εκτός ίσως από κάποια μακρινή συγγένεια με την αιγυπτιακή θεολογία.
Στα Έργα και Ημέραι διαφαίνονται τέλος η πλούσια φαντασία και η αναπτυγμένη ατομική συνείδηση του ποιητή μέσα από την ενέργεια και τη ζωντάνια των στίχων του, από το σοβαρό ή ειρωνικό -πάντα όμως αυθεντικό του τόνο- καθώς και από την απουσία συναισθηματικότητας που διαχωρίζει το ύφος του από εκείνο του Ομήρου. Το τρίτο έργο που κατά καιρούς έχει αποδοθεί στον Ησίοδο είναι η Ασπίδα του Ηρακλή. Πρόκειται όμως για έργο νόθο, που δημιουργήθηκε κατά πάσα πιθανότητα τον 6ο αιώνα π.Χ. σε μία ανεπιτυχή προσπάθεια μίμησης του ύφους του. Είναι μία άτονη και περίπλοκη αφήγηση της μάχης του Ηρακλή με τον Κύκνο, στην οποία περιγράφεται η ασπίδα του Θηβαίου ήρωα, με πρότυπό της την ομηρική περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα.
Λυρική Ποίηση
Η λυρική ποίηση είναι μία από τις τρεις μεγάλες κατηγορίες του αρχαίου Ελληνικού ποιητικού λόγου, ενώ τις άλλες δύο αποτελούν το έπος και το δράμα. Ως είδος φαίνεται ότι προϋπήρξε του έπους, αλλά, όταν μιλάμε για λυρική ποίηση στην αρχαία Ελληνική γραμματεία, εννοούμε συνήθως το μελοποιημένο ποιητικό λόγο που αναπτύχθηκε μεταξύ του 7ου και του 5ου αιώνα π.Χ. Η ποίηση αυτή προέκυψε από τις βαθειές κοινωνικές μεταβολές και, σε αντίθεση με το έπος που εξέφραζε την πολεμική αριστοκρατία της εποχής των ανακτόρων και των βασιλέων.
Συνδέθηκε με την ανάπτυξη της τυραννίδας, την ανακατανομή του πλούτου, τη συμμετοχή μεγαλύτερων μερίδων του πληθυσμού στην άσκηση της εξουσίας και την ανάπτυξη νέων ισχυρών ομάδων: των γαιοκτημόνων, των εμπόρων και των τεχνιτών. Οι αλλαγές αυτές αντανακλώνται στην ποίηση της εποχής. Η υμνολογία των βασιλιάδων περνάει σταδιακά στην περιοχή του μύθου και με την εμφάνιση νέων κέντρων εξουσίας πλάθονται καινούργιες παραδόσεις. Προβάλλεται η ιδιαιτερότητα του ατόμου και γεγονότα καθημερινά όπως οι χαρές, οι λύπες και οι έγνοιες των κοινών ανθρώπων, μετατρέπονται σε αξιοπαρατήρητα φαινόμενα.
Οι ηθικές αξίες όπως η δικαιοσύνη, η ισονομία και η σύνεση γίνονται αντικείμενο ποιητικής διαπραγμάτευσης και χρησιμοποιούνται ως επιχειρηματολογία πολιτικής προπαγάνδας. Μελωδίες και ρυθμοί περισσότερο σύνθετοι επενδύουν την ποίηση, και παράλληλα πληθαίνουν οι επώνυμοι δημιουργοί της. Οι προσπάθειες για την ταξινόμηση της λυρικής ποίησης ξεκινούν από την εποχή του Πλάτωνα και τα συνηθέστερα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν είναι ο αριθμός των εκτελεστών, το είδος της μουσικής συνοδείας, το ποιητικό μέτρο και η θεματολογία.
Η ελεγεία, ο ίαμβος και το μέλος διακρίνονται μεταξύ τους ως προς το μέτρο, αλλά και ως προς το περιεχόμενο και το ύφος. Τέλος, με κριτήριο τον αριθμό των εκτελεστών έχουμε τη διάκριση της λυρικής ποίησης σε μονωδία και σε χορικό άσμα.
Α. Ελεγεία και Ίαμβος
Η διάκριση ανάμεσα στα διάφορα ποιητικά είδη είναι πολλές φορές πιο ξεκάθαρη μουσικά παρά μετρικά. Η ελεγεία συνοδευόταν συνήθως από τον αυλό και ήταν το μόνο είδος που απαιτούσε δύο εκτελεστές. Αντίθετα, επειδή το έπος ψαλλόταν με τη συνοδεία βαθύφωνης κιθάρας και η μονωδία με τη συνοδεία λύρας ή βαρβίτου, μπορούσαν να παρουσιαστούν από ένα μόνο εκτελεστή. Αν και η λέξη ελεγεία προέρχεται από το έλεγος, ένα θρηνητικό άσμα, το ελεγειακό μέτρο χρησιμοποιήθηκε και για ποίηση εντελώς διαφορετικού περιεχομένου. Ο ίαμβος ήταν αρχικά ποίηση συνδεδεμένη με το Διόνυσο, και ως λέξη έχει ίσως “Προελληνική” προέλευση.
Το μέτρο που χρησιμοποιείται είναι συνήθως ιαμβικό τρίμετρο ή τροχαϊκό τετράμετρο και αυτό είναι αρκετό, για να χαρακτηριστεί ένα ποίημα ίαμβος. Το περιεχόμενό του όμως είναι ποικίλο και στην Ιωνική εκδοχή του είναι συχνά μία αναφορά σε πρώτο πρόσωπο. Ο Αρχίλοχος από την Πάρο ήταν αναμφισβήτητα ο σημαντικότερος από τους λυρικούς ποιητές και η υστεροφημία του ήταν μεγάλη. Κατείχε ξεχωριστή θέση στην παιδεία των κλασικών χρόνων, πλάι στον Όμηρο και τον Ησίοδο. Έζησε μία πολυτάραχη και κακόφημη ζωή, υπήρξε πιθανόν μισθοφόρος και σκοτώθηκε σε μάχη από κάποιο Νάξιο, τον Καλώνδα.
Η ζωή του συνδέθηκε με χρονολογημένα ιστορικά γεγονότα, τη βασιλεία του Γύγη (687 – 6852 π.Χ.), την καταστροφή της Μαγνησίας από τους Κιμμέριους (652 π.Χ.) και την ολική έκλειψη ηλίου του 648 π.Χ., και έτσι είμαστε σε θέση να χρονολογήσουμε με σχετική ακρίβεια το έργο του. Μολονότι βασίστηκε πολύ στο έπος, εισήγαγε κάποιους λεκτικούς νεοτερισμούς και χρησιμοποίησε διάφορα μέτρα, γεγονός που μαρτυρά την ύπαρξη πριν από αυτόν μίας αναπτυσσόμενης ποιητικής παράδοσης. Ο Αρχίλοχος χρησιμοποίησε συχνά το πρώτο πρόσωπο και αυτό οδήγησε ορισμένους μελετητές να θεωρήσουν την ποίησή του αυτοβιογραφική.
Προφανώς όμως ο Αρχίλοχος υποδυόταν ρόλους, μεταξύ των οποίων εκείνον του επαγγελματία στρατιώτη και του εραστή, φαινόμενο που θεωρείται σύνηθες στο λαϊκό πολιτισμό και την προφορική παράδοση. Σύγχρονος του Αρχίλοχου ήταν ο Καλλίνος από την Έφεσο. Σώζονται μόνο μικρά αποσπάσματα από το έργο του και τα πιο ενδιαφέροντα είναι στρατιωτικά άσματα. Το υλικό της παράδοσης, όπως οι παρομοιώσεις δανεισμένες από το έργο του Ομήρου, αποκτούν στην ποίηση του Καλλίνου μία πρωτόγνωρη ζωντάνια και μία συναισθηματική αμεσότητα. Την ίδια εποχή έζησε και ο Τυρταίος στη Λακωνία.
Τα σωζόμενα έργα του είναι όλα σε ελεγειακή μορφή και εμπνέονται από τα γεγονότα του Μεσσηνιακού πολέμου, τα οποία σημάδεψαν τη γενιά του. Εξυμνεί σε αυτά τη στρατιωτική αρετή και τις αξίες που χαρακτηρίζουν τη Σπαρτιατική κοινωνία όπως την ευθύνη, την πειθαρχία και την αφοσίωση. Μία γενιά νεότερος ήταν ο Μίμνερμος από την Κολοφώνα (τέλη 7ου αιώνα π.Χ.). Αναφέρεται κυρίως ως ερωτικός ποιητής, αλλά στα αποσπάσματα που διασώθηκαν από το έργο του συναντάμε, επίσης, μία ενδιαφέρουσα εκδοχή της Αργοναυτικής εκστρατείας, καθώς και την παλαιότερη μαρτυρία για την Ιωνική μετανάστευση και τον αποικισμό της Κολοφώνας από την Πύλο.
Γύρω στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. ξεχώρισε ο Θέογνης, για τον οποίο ο Πλάτωνας παραδίδει πως ήταν πολίτης των Μεγάρων της Σικελίας. Το εξαιρετικό με το έργο του Θέογνη είναι ότι σώθηκε διαμέσου των αιώνων όχι ως αποσπάσματα αλλά ως ένα ενιαίο σώμα, στο οποίο έχουν παρεισφρήσει αρκετά ξένα στοιχεία. Η γλώσσα του Θέογνη φανερώνει την προσαρμογή της σε ένα νέο κόσμο, όπου τα ομηρικά πρότυπα της φθίνουσας αριστοκρατίας δεν είναι πια αναγνωρίσιμα. Οι χαρές της ζωής έχουν στο έργο του ιδιαίτερο βάρος και οι αξίες που εξυμνεί είναι η ομορφιά, η νεότητα, η ανδρική συντροφικότητα, η φήμη και οι απολαύσεις των συμποσίων.
Μεταξύ εκείνων που συνέθεσαν ελεγείες και ιάμβους στην αρχαϊκή περίοδο, ξεχωρίζουν ακόμα ο Σόλων ο Αθηναίος, ο Σιμωνίδης ο Αμοργίνος και ο Ιππώναξ από την Έφεσο. Ο Σιμωνίδης ήταν γνωστός στην αρχαιότητα για τα σκωπτικά ποιήματά του, αλλά αρκετά συχνά συγχεόταν με τον ομώνυμο, νεότερό του όμως, Σιμωνίδη τον Κείο.
Β. Χορική Ποίηση
Από τον 7ο αιώνα και μέχρι το τέλος της κλασικής περιόδου, το χορικό λυρικό άσμα ήταν ένα σημαντικό λογοτεχνικό είδος, συνδεδεμένο με θρησκευτικές γιορτές, δημόσιες τελετές και σπουδαία γεγονότα από τη ζωή των ανθρώπων. Εξέφραζε τις ηθικές και πολιτισμικές αξίες της κοινότητας, και γι’ αυτό είχε χαρακτήρα περισσότερο δημόσιο παρά ατομικό. Οι πρώτες μορφές του παρουσιάζονται ήδη στον Όμηρο, ο οποίος αναφέρει τραγούδια γάμου (υμέναιοι), χορευτικά, θρηνητικά και τιμητικά για τους θεούς (παιάνες).
Άλλες μορφές της χορικής λυρικής ποίησης ήταν ο ύμνος και ο διθύραμβος (τιμητικός γενικά για τους άλλους Θεούς ο πρώτος, και ειδικά για το Διόνυσο ο δεύτερος), το παρθένειο, το προσώδειο, το εγκώμιο (τιμητικό για ανθρώπους) και το σκόλιο (τραγούδι συμποσίου). Χορικά άσματα εκτελούνταν με την ευκαιρία τοπικών θρησκευτικών εορτών, όπως τα Κάρνεια, τα Υακίνθια, τα Αδράστεια, τα Ιολάια και τα Αδώνια. Επίσης, ιδιαίτερη θέση είχαν στα Oλύμπια και τα Πύθια, γιορτές με πανελλήνιο χαρακτήρα, που επέδρασαν και στη διαμόρφωση της γλώσσας που χρησιμοποιούνταν (λογοτεχνική δωρική με δάνεια από την επική ιωνική και με λίγα αιολικά στοιχεία). Ο χορός που ερμήνευε, και συχνά χόρευε, αυτά τα τραγούδια μπορούσε να έχει από επτά ως πενήντα μέλη.
Ο ποιητής, που εκτός από τους στίχους συνέθετε και τη μουσική, διηύθηνε και το χορό. Για τους πρώτους λυρικούς ποιητές, Τέρπανδρο και Αρίωνα από τη Λέσβο, λίγα πράγματα είναι γνωστά και τα σωζόμενα αποσπάσματα που τους αποδίδονται είναι αμφισβητούμενης γνησιότητας. Περισσότερα γνωρίζουμε για τον Αλκμάνα από τη Λακωνία, που έζησε μάλλον προς το τέλος του 7ου αιώνα π.Χ. Ήταν φημισμένος για την ερωτική του ποίηση, συχνά διανθισμένη με παιγνιώδη χάρη και τολμηρές, πρωτότυπες εκφράσεις. Φημισμένο είναι ένα παρθένειό του, το ονομαζόμενο “του Λούβρου”, από τον τόπο όπου φυλάσσεται ο πάπυρος, στο οποίο εναλλάσσει εικόνες του φυσικού κόσμου με περιγραφές κοριτσιών.
Φαίνεται, επίσης, πως επεξεργάστηκε γνωστούς Κοσμογονικούς και Ομηρικούς μύθους. Διαθέτει τέλος μία οξεία αίσθηση των λεπτομερειών, τις οποίες χρησιμοποιεί, και όταν ακόμα αποδίδει πεζά θέματα, όπως η τροφή. Ένας άλλος σημαντικός χορικός ποιητής ήταν ο Στησίχορος από την Ιμέρα της Σικελίας. Έζησε στα τέλη του 7ου και στο πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ. και το έργο του θαυμαζόταν σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας. Σώζονται αρκετά αποσπάσματα από τους Νόστους, την Παλινωδία για την Ελένη, την Ορέστεια, τους Συοθήρες, τη Γηρυονηίδα, την Ιλίου Πέρσιν και την Εριφύλη.
Η Παλινωδία είναι ίσως το πιο φημισμένο έργο του, αφού σύμφωνα με το θρύλο, ο κακός χαρακτήρας που απέδωσε στην Ελένη στην Ιλίου Πέρσιν εξόργισε την Αφροδίτη, που τον τιμώρησε τυφλώνοντάς τον. Με την Παλινωδία υποτίθεται πως ο ποιητής αναίρεσε όσα είχε πει και διηγήθηκε την ιστορία του ειδώλου που πήγε στην Τροία, ενώ η πραγματική Ελένη βρισκόταν στην Αίγυπτο. Οι σύγχρονες μελέτες τείνουν να ερμηνεύσουν τις δύο αυτές εκδοχές, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η αρνητική άποψη για την Ελένη ήταν διαδεδομένη στους Αιολείς, στους Δωριείς όμως η Ελένη ήταν πρόσωπο στο οποίο απέδιδαν τιμές και λατρεία.
Γ. Μονωδία
Η μονωδία είναι ένα είδος λυρικής ποίησης που αναπτύχθηκε στα νησιά του Αιγαίου, κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. Διαφέρει από τα άλλα είδη στα ανάμικτα μέτρα που χρησιμοποιεί, στη χρήση τοπικών διαλέκτων, στη θεματολογία και στον τρόπο εκτέλεσης. Οι ποιητές συνέθεταν στίχους και μουσική, που την ερμήνευαν οι ίδιοι παίζοντας λύρα. Απευθύνονταν μάλλον σε κλειστούς κύκλους φίλων και θαυμαστών και σε ορισμένες περιπτώσεις μόνο στην αυλή του προστάτη τους. Σημαντικότεροι εκπρόσωποι του είδους αυτού ήταν η Σαπφώ και ο Αλκαίος από τη Λέσβο, ο Ίβυκος από το Ρήγιο και ο Ανακρέων από την Τέω της Ιωνίας. Οι δύο τελευταίοι έζησαν για αρκετό καιρό στην αυλή του Πολυκράτη της Σάμου.
Η Σαπφώ και ο Αλκαίος έγραφαν σε Αιολική διάλεκτο, ενώ ο Ανακρέων και ο Ίβυκος σε Ιωνική. Η Σαπφώ έζησε στα τέλη του 7ου και το πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ. μία πολυκύμαντη ζωή, που την έφερε εξόριστη για κάποιο διάστημα στη Σικελία μαζί με την οικογένειά της, η οποία προφανώς μετείχε, επίσης, ενεργά στην πολιτική ζωή του νησιού. Η ίδια δίδασκε μουσική στα νεαρά κορίτσια των καλών οικογενειών της Λέσβου και της Ιωνίας. Το κύριο θέμα των ποιημάτων της ήταν ο έρωτας. Με μοναδική λεπτότητα και ευγένεια απέδωσε έντονα ομοφυλοφιλικά αλλά και ετεροφυλικά συναισθήματα. Δημιούργησε συχνά εικόνες ονειρικής ομορφιάς, που αποπνέουν ερωτισμό και καλούν σε συμμετοχή όλες τις αισθήσεις.
Τα Επιθαλάμιά της ήταν έργα που προορίζονταν για το ευρύτερο κοινό. Μέχρι τα Ρωμαϊκά χρόνια θεωρούνταν πολύ επιτυχημένη δημιουργός ερωτικών ποιημάτων. Για το ύφος του Αλκαίου οι αρχαίοι έλεγαν ότι έμοιαζε με πολιτική ρητορεία. Αναμφισβήτητα, εμπνεόταν από την ταραγμένη κοινωνική και πολιτική σκηνή της Λέσβου. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και εξορίστηκε τρεις φορές, ώσπου τον συγχώρεσε ο Πιττακός, παρ’ όλο που στα ποιήματά του καταφερόταν εναντίον και εκείνου. Εκτός από τα πολιτικά ασχολείται και με ερωτικά, συμποτικά και θρησκευτικά θέματα. Ο Ίβυκος έγραφε σε ένα πλούσιο κι αισθαντικό ύφος και εξυμνούσε τη νεανική ανδρική ομορφιά.
Όπως η Σαπφώ για τα κορίτσια που αγάπησε, έτσι κι ο Ίβυκος εξέφρασε τον έρωτά του με στίχους υμνητικούς για τον Ευρύαλο. Τέλος ο Ανακρέων, αφού συμμετείχε στον αποικισμό των Αβδήρων, έζησε στην αυλή του Πολυκράτη στη Σάμο, υπό την προστασία του Ιππάρχου στην Αθήνα και πιθανόν στην αυλή του Εχεκρατίδα στη Θεσσαλία. Τα περισσότερα από τα ποιήματά του αναφέρονται στον έρωτα και το κρασί. Χωρίς να συναγωνίζονται σε χάρη εκείνα του Ιβύκου, έχουν μία αμεσότητα και μία παιγνιώδη διάθεση, που τα έκαναν δημοφιλή για αρκετούς αιώνες μετά το θάνατό του.
Γέννηση του Δράματος
Η αρχή του δράματος συνδέθηκε από τους υποστηρικτές μίας εθνολογικής θεώρησης με τελετές βλάστησης και γονιμότητας, από τις οποίες φαίνεται να προήλθαν κάποια μεμονωμένα στοιχεία όπως η χρήση των μασκών. Το στοιχείο της Θεοληψίας όμως, κατά την οποία ο μιμούμενος τις Θεϊκές οντότητες αισθάνεται να καταλαμβάνεται από αυτές, προϋπήρχε σε πολλούς πολιτισμούς και δεν αποτελεί τεκμήριο για την προέλευση της τραγωδίας από κάποιου είδους θρησκευτικό δράμα. Ωστόσο, είναι ευκολότερο να εντοπίσουμε ορισμένες εκλεκτές συγγένειες της τραγωδίας με άλλα προϋπάρχοντα λογοτεχνικά είδη.
Οι υποθέσεις των τραγωδιών είναι κυρίως μυθολογικές, πρόκειται δηλαδή για τα θέματα που έχει πραγματευτεί η επική ποίηση και που από το Στησίχορο και μετά αποτελούσαν τον πυρήνα της αφηγηματικής χορικής λυρικής ποίησης. Τα χορικά των τραγωδιών φέρουν εμφανή τα ίχνη της ποίησης αυτής τόσο στη διάλεκτο που χρησιμοποιούν, και η οποία περιέχει πολλά Δωρικά στοιχεία, όσο και στο μέτρο. Προφανώς η επιρροή της Πελοποννήσου, όπου επιβίωνε μία ισχυρή χορική λυρική παράδοση, ήταν καθοριστική. Τα διαλογικά μέρη που εκφέρονταν σε ιαμβικούς τρίμετρους συγγενεύουν με την ιωνική παράδοση και τον Αρχίλοχο, αλλά μάλλον οφείλουν περισσότερα στο Σόλωνα.
Ο τελευταίος καλλιέργησε και ανάπτυξε τους ιαμβικούς τρίμετρους ως φορείς μίας πολιτικής ρητορικής. Ο Αριστοτέλης, χωρίς να αναφέρει τις πηγές που χρησιμοποίησε, πίστευε ότι η τραγωδία γεννήθηκε από το Διονυσιακό διθύραμβο. Αν και δεν ξέρουμε πολλά για το διθύραμβο, φαίνεται ότι υπήρχε ένας κορυφαίος, που τραγουδούσε τα κυρίως μέρη και ο χορός, που επαναλάμβανε τις επωδούς. Σύμφωνα μάλιστα με μία παράδοση, που επιβίωσε ως τα Ρωμαϊκά χρόνια, η μετάβαση από το διθύραμβο στο δράμα ήταν επίτευγμα του Θέσπη από το δήμο Ικαρίας της Αττικής. Μολονότι έχουν προταθεί πολλές εκδοχές, φαίνεται αρκετά πιθανόν να ήταν αυτός ο πρώτος που υποδύθηκε ένα ρόλο και απευθύνθηκε στο χορό.
Δηλαδή δεν τραγουδούσε πια αλλά παρίστανε την αφήγηση. Οι συμβατικές χρονολογίες που παραδίδονται για αυτή την καινοτομία του Θέσπη είναι τα Μεγάλα Διονύσια ανάμεσα στο 536 / 535 – 533 / 532 π.Χ. Σύντομα την απλή παρουσίαση των τραγωδιών διαδέχτηκαν αγώνες δραματικοί με την υποστήριξη του Πεισιστράτου. Η στάση αυτή του τυράννου έχει ερμηνευθεί ως μία προσπάθειά του να ενισχυθεί η Διονυσιακή λατρεία και να αποδυναμωθούν άλλες παλαιότερες που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των αριστοκρατών. Υπήρχαν όμως και άλλες περιοχές που διεκδικούσαν τη γέννηση της τραγωδίας, κυρίως από τη δωρική βόρεια Πελοπόννησο.
Στην Κόρινθο, την εποχή του Περίανδρου, ο Αρίωνας συνέβαλε αποφασιστικά στην εξέλιξη του διθύραμβου από ποιητικό αυτοσχέδιο σε ένα εξεζητημένο λογοτεχνικό άσμα. Στη Σικυώνα ο τύραννος Κλεισθένης, προκειμένου να εξαλείψει τη λατρεία του Αργείου ήρωα Αδράστου, τον οποίο τιμούσαν με τραγικούς χορούς, συνέδεσε τους χορούς αυτούς με το Διόνυσο. Τέλος, λέγεται ότι σατυρικά δράματα παραστάθηκαν για πρώτη φορά στο Φλειούντα από τον Πρατίνα, ο οποίος εγκαταστάθηκε αργότερα στην Αθήνα, και μάλιστα συμμετείχε σε δραματικό αγώνα με τον Αισχύλο ανάμεσα στο 499 – 496 π.Χ.
Α. Πρώιμη Τραγωδία
Στους δραματικούς αγώνες του 499 / 496 π.Χ. εκτός από τον Πρατίνα και τον Αισχύλο συμμετείχε και ένας άλλος Αθηναίος δραματικός ποιητής, ο Χοιρίλος. Σύμφωνα με τους αρχαίους λεξικογράφους ο Χοιρίλος πρωτοεμφανίστηκε στα Μεγάλα Διονύσια των ετών 523 / 520 π.Χ. και απέσπασε συνολικά δεκατρείς νίκες. Ο αριθμός των τραγωδιών που του αποδίδονται είναι εξαιρετικά μεγάλος (160), αλλά το μόνο που έχε διασωθεί από αυτές είναι ένας τίτλος. Πρόκειται για την Αλόπη, που διαπραγματευόταν έναν αττικό μύθο για τη μητέρα του Ιπποθόωντα, επώνυμου ήρωα μίας από τις αττικές φυλές. Λίγα περισσότερα στοιχεία γνωρίζουμε για το Φρύνιχο, γιο του Πολυφράσμονα.
Η πρώτη δραματική του νίκη τοποθετείται στα Μεγάλα Διονύσια των ετών 511 / 508 π.Χ. και έχει σωθεί τμηματικά ένας αλφαβητικός κατάλογος των έργων του. Φαίνεται πως είχε συνθέσει τραγωδίες μεταξύ των οποίων τους Αιγύπτιους και τις Δαναΐδες με θέματα από τον ίδιο μύθο με τις Ικέτιδες του Αισχύλου. Συνέθεσε ακόμα τραγωδίες πάνω στα γνωστά μυθολογικά θέματα του Ακταίωνα, του Μελέαγρου και της Άλκηστης. Η πιο γνωστή όμως αναφορά στο Φρύνιχο οφείλεται στον Ηρόδοτο, σύμφωνα με τον οποίο οι Αθηναίοι επέβαλαν πρόστιμο 1000 δραχμών στον ποιητή και του απαγόρευσαν την επανάληψη της παράστασης του έργου του Μιλήτου άλωσις, γιατί τους θύμιζε την ταπείνωση από την υποδούλωση της συγγενικής τους πόλης.
Η απαγόρευση αυτή πρέπει να συνέβη το 493 / 492 π.Χ., επί άρχοντος Θεμιστοκλή. Ο ίδιος ο Θεμιστοκλής αργότερα ήταν ο χορηγός σε μία άλλη τραγωδία του Φρύνιχου, πιθανόν τις Φοίνισσες,που αναφέρονταν στη μεγάλη νίκη της Σαλαμίνας. Ο Πρατίνας ο Φλειάσιος συνέβαλε αποφασιστικά στην αναμόρφωση του σατυρικού δράματος και ορισμένοι μελετητές τοποθετούν την εγκατάστασή του στην Αθήνα γύρω στο 515 π.Χ., περίοδο κατά την οποία αυξήθηκαν σημαντικά στην Αθηναϊκή κεραμική οι παραστάσεις που απηχούν σατυρικά δράματα.
Το 467 π.Χ. ο γιος του Πρατίνα, ο Αριστίας, κατέλαβε τη δεύτερη θέση στο δραματικό αγώνα που συμμετείχε με τις τραγωδίες του πατέρα του Περσεύς, Τάνταλος και με το σατυρικό δράμα Παλαισταί. Στη μεγαλοφυΐα του Αισχύλου οφείλουμε την προσθήκη του δεύτερου υποκριτή, η οποία συντέλεσε στην ανάπτυξη της πλοκής των τραγωδιών και στην κορύφωση της δραματικής έντασης. Οι Πέρσες του Αισχύλου με χορηγό τον Περικλή ανέβηκαν το 472 π.Χ. Η τραγωδία αυτή μαζί με τα δύο έργα του Φρύνιχου φανερώνουν ένα πρώιμο ενδιαφέρον για σύγχρονα πολιτικά και ιστορικά θέματα και προφανώς δεν είναι τυχαίο ότι σημαντικοί πολιτικοί άνδρες συνδέονται με τις επιλογές αυτές.
Πρώιμη Φιλοσοφία
Στην Ιωνία του 6ου αιώνα π.Χ. συνδυάστηκαν για πρώτη φορά οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εκείνες συνθήκες που επέτρεψαν τη γέννηση της φιλοσοφίας. Μητρόπολη πολυάριθμων αποικιών η Μίλητος, δέχτηκε ποικίλα και πρωτοφανή ερεθίσματα, που οδήγησαν σε μία νέα θεώρηση του κόσμου και των προβλημάτων που σχετίζονται με αυτόν. Πολίτες της Μιλήτου ήταν και οι τρεις πρώτοι φιλόσοφοι, οι επονομαζόμενοι φυσικοί, ακριβώς γιατί το αντικείμενο της φιλοσοφίας τους ήταν ο φυσικός κόσμος.
Ο Θαλής (624 – 547 π.Χ.), ο Αναξίμανδρος (610 – 546 π.Χ.) και ο Αναξιμένης (585 – 525 π.Χ.) αρνήθηκαν κατηγορηματικά τη μυθολογική και θρησκευτική ερμηνεία του κόσμου και επιχείρησαν να εξηγήσουν την προέλευσή του με υλιστικό τρόπο, με βάση δηλαδή μία πρωταρχική ουσία, η κίνηση και οι μεταβολές της οποίας δημιουργούν όλα τα αντικείμενα και τα φαινόμενα. Αν και στο οντολογικό ερώτημα της φιλοσοφίας οι τρεις αυτοί στοχαστές απαντούν με υλιστικά κριτήρια, δεν έθεσαν καθόλου το γνωσιολογικό ερώτημα, εφόσον θεωρούσαν αυτονόητη και αναμφισβήτητη τη δυνατότητα γνώσης του κόσμου.
Όλοι τους ασχολήθηκαν συστηματικά με επί μέρους επιστήμες, όπως τα μαθηματικά και την αστρονομία, και έθεσαν τις βάσεις των Ελληνικών θετικών επιστημών. Δε σώζεται τίποτα από το φιλοσοφικό τους έργο και ό,τι γνωρίζουμε γι’ αυτό προέρχεται μόνο από αναφορές και κριτικές μεταγενέστερων φιλοσόφων. Ο Θαλής φαίνεται πως είχε εξοικειωθεί με τα επιτεύγματα των Αιγυπτίων και των Χαλδαίων, αλλά η φιλοσοφία του δεν αποσπάστηκε ποτέ εντελώς από τα πρακτικά προβλήματα της εποχής του. Θεωρούσε ως πρωταρχικό στοιχείο το νερό, στο οποίο επιπλέει ο κόσμος. Ως προς αυτό ακολουθεί μία παράδοση διατυπωμένη ήδη με μυθολογικό κέλυφος στον Όμηρο.
Αν πιστέψουμε τις πληροφορίες που μας δίνει για το Θαλή ένας ποιητής του 5ου αιώνα π.Χ., ίσως ήταν ο πρώτος που υποστήριξε την αθανασία της ψυχής, γεγονός που πρέπει να σχετίζεται με την παραμονή του στην Αίγυπτο. Αν και ελάχιστα πράγματα είναι δυνατόν να θεωρηθούν αληθινά από όσα αναφέρονται στο Θαλή, του αποδίδονται πολλές ειδικές ανακαλύψεις, όπως τα ηλιοστάσια και οι κύκλοι τους, οι πέντε ουράνιες ζώνες, η προέλευση του φωτός της σελήνης, ο κύκλος των πλημμυρών του Νείλου και άλλες. Ο Αναξίμανδρος θεωρήθηκε μαθητής του Θαλή και φαίνεται πως ταξίδεψε πολύ στη διάρκεια της ζωής του, καθώς και ότι πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Μηλισιακής αποικίας της Απολλωνίας στον Εύξεινο Πόντο.
Ως αρχή των πάντων θεώρησε το άπειρον που συνήθως ερμηνεύεται όχι ως υλικό μείγμα των πάντων αλλά ως ανεξάντλητη αρχική αιτία. Λέγεται ότι στα επιστημονικά του επιτεύγματα συμπεριλαμβανόταν ο πρώτος χάρτης και η σύλληψη του σφαιρικού μοντέλου για τους ουρανούς, στο οποίο η γη με τη μορφή κυλίνδρου κατείχε την κεντρική θέση. Καλλιέργησε την ορθολογική παρατηρητική σκέψη και, ανεξάρτητα από τα πραγματολογικά λάθη, βοήθησε στην ανάπτυξη των μαθηματικών και της αστρονομίας. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και ο Πυθαγόρας. Από την άλλη οι δοξασίες του για την πύρινη φύση των άστρων και την επαλληλότητα των κόσμων προανήγγειλαν την Κοσμική Θεότητα του Ξενοφάνη.
Ο Αναξιμένης, μαθητής του Αναξίμανδρου, θεωρούσε ως αρχή του κόσμου τον αέρα. Η εναλλαγή των φυσικών μορφών και καταστάσεων οφειλόταν, σύμφωνα με τη θεωρία του, στη θέρμανση ή ψύξη και στη συμπύκνωση ή αραίωση του αέρα. Στο κοσμολογικό του σχήμα η γη ήταν επίπεδη και ρηχή, ενώ το στερέωμα ήταν ένα είδος διάφανης μεμβράνης, στο οποίο βρίσκονταν καρφωμένα τα άστρα. Τις υλιστικές αρχές αυτής της φυσικής φιλοσοφίας υπερασπίστηκε, ανάπτυξε και εμπλούτισε με στοιχεία διαλεκτικής ένας άλλος Ίωνας φιλόσοφος, ο Hράκλειτος.
Α. Ηράκλειτος
Από τους λεγόμενους Προσωκρατικούς φιλοσόφους ο Ηράκλειτος ξεχωρίζει για την πρωτοτυπία αλλά και για την εμβέλεια της σκέψης του μέσα στους αιώνες. Γεννήθηκε γύρω στο 540 π.Χ. στην Έφεσο και ανήκε στην αριστοκρατική οικογένεια των Ανδροκλειδών. Συμμετείχε στις πολιτικές διαμάχες της πόλης του και εξέφρασε την περιφρόνησή του για το πλήθος, τόσο σε θέματα πολιτικής εξουσίας, όσο και σε θρησκευτικά ζητήματα. Σύμφωνα με το Διογένη Λαέρτιο ο Ηράκλειτος κατέθεσε ένα αντίτυπο του βιβλίου του “Περί φύσεως” στο ναό της Εφεσίας Αρτέμιδος. Από εκεί προφανώς αντιγράφτηκε και διαδόθηκε νωρίς και φαίνεται πως ήταν ήδη γνωστό στον Παρμενίδη και το Δημόκριτο.
Ήταν γραμμένο σε Ιωνική διάλεκτο και σε ποιητική μορφή. Δυστυχώς, γνωρίζουμε μόνο αποσπάσματά του, και για κανένα από αυτά δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι είναι κατά λέξη παράθεση, εφόσον η έννοια αυτή ήταν άγνωστη στους αρχαίους συγγραφείς. Για την Ηρακλείτεια σκέψη η αλήθεια -ή μάλλον οι αλήθειες- αποκαλύπτονται στο φιλόσοφο μόνο ύστερα από βασανιστική αναζήτηση και όλες τους δομούνται γύρω από την κεντρική ιδέα της ενότητας του κόσμου. Ο κόσμος για τον Ηράκλειτο είναι μοναδικός, αγέννητος και αιώνιος. Τα δύο στοιχεία που καθορίζουν την ύπαρξή του είναι η αέναη μεταβολή και η διαρκής διαμάχη και ενότητα των αντιθέτων.
Το φαινόμενο αυτό αποκαλεί εναντιοδρομία ή εναντιοτροπία. Η αρχή που διέπει ολόκληρο το σύμπαν είναι το αείζωον πυρ, δηλαδή η φωτιά που ρυθμίζει τα πάντα. Στο ζήτημα αυτό είναι προφανής η επιρροή των Ιώνων φυσικών φιλοσόφων, αλλά σε αντίθεση με αυτούς ο Ηράκλειτος αντιλαμβάνεται το πυρ περισσότερο ως μία λογική αρχή, παρά ως γενεσιουργό αιτία του κόσμου. Ο κόσμος υφίσταται μέσα στη συνεχή μεταλλαγή του πυρός σε αέρα, υγρό, γη και αντίστροφα. Η πρώτη διαδικασία καλείται κάτω οδός και η δεύτερη άνω οδός. Ο Ηράκλειτος φαίνεται πως απέρριπτε και κάθε αντίληψη περί αθανασίας της ψυχής.
Κι αυτό γιατί θεωρούσε ότι η ψυχή ήταν αναθυμιάσεις του υγρού και του θερμού στοιχείου και ότι μετά το θάνατο του σώματος εκείνη γινόταν νερό και γη. Ολόκληρη η κοσμοαντίληψή του βασιζόταν στη θεώρηση ισόρροπων και αντίθετων ζευγών, η αντιθετική σύνδεση των οποίων γεννά την αρμονία. Κατά συνέπεια, ακόμα και η ύπαρξη των θεών και η αθανασία τους δε νοείται χωρίς ανθρώπους και θνητότητα. Το έργο του Ηράκλειτου ήδη στην κλασική περίοδο αποτελούσε μέρος της αγωγής των νέων μαζί με τα ομηρικά έπη. Το εύρος και η δυναμική του στοχασμού του καθώς και η πρωτοφανής εσωτερική συνοχή της θεωρίας του άγγιξε μεγάλους στοχαστές από διαφορετικούς χώρους.
Για όλους τους υλιστές φιλοσόφους οι απόψεις του για την αιωνιότητα και το αδημιούργητο του κόσμου στάθηκαν καθοριστικές. Από την άλλη η αναγόρευση του πυρός σε οργανωτική αρχή προήγγειλε τον ιδεαλισμό του Πλάτωνα. Τέλος, η αρχή της ενότητας και πάλης των αντιθέτων, αποτέλεσε θεμελιώδη παραδοχή των περισσότερων διαλεκτικών. Από τον Πλούταρχο ως το Σπινόζα και από τον Kλήμη τον Αλεξανδρινό ως το X.Λ. Μπόρχες, ο Ηράκλειτος είναι ο στοχαστής που άσκησε μοναδική γοητεία, καθώς η σκέψη του -ακριβώς όπως το Ηρακλείτειο ποτάμι- δεν είναι ποτέ η ίδια.
ΤΕΧΝΕΣ
Oι αλλαγές και οι καινοτομίες στο χώρο των τεχνών κατά την Αρχαϊκή περίοδο ήταν πολλές και συγκλονιστικές. Στα τέλη του 8ου αιώνα π.X. συνέβη μία σχεδόν ξαφνική μετάβαση από την αυστηρή σχηματικότητα της Γεωμετρικής περιόδου προς ένα περισσότερο φυσιοκρατικό και ανθρωποκεντρικό μοντέλο. Oι νέες τεχνοτροπίες εμπνεύστηκαν από ανατολικά πρότυπα, πράγμα που έδωσε στην τέχνη του 7ου αιώνα π.X. το όνομα “ανατολίζουσα”. H πρόσληψη όμως των ανατολικών στοιχείων έγινε με επιλεκτικότητα και δημιουργική φαντασία, γεγονός που επέτρεψε την ανάπτυξη του καθαρού ελληνικού αρχαϊκού ιδιώματος τον ακόλουθο αιώνα.
Στην αρχιτεκτονική, εξαπλώθηκε η χρήση της λιθοδομίας -φαινόμενο στο οποίο συντέλεσε και η επικράτηση νέων τεχνικών- και διαμορφώθηκαν οι δύο ρυθμοί που χαρακτηρίζουν ολόκληρη την Ελληνική αρχαιότητα, ο Δωρικός και ο Ιωνικός. H γλυπτική αναπτύχθηκε από νωρίς στην Κρήτη μέσω του λεγόμενου “Δαιδαλικού Ρυθμού”, για να οδηγηθεί κατόπιν στα αριστουργήματα του 6ου αιώνα π.X., που ήταν τα αναθηματικά και ταφικά αγάλματα των κούρων και κορών. Από τις χρηστικές τέχνες καλύτερα γνωρίζουμε την εξέλιξη της κεραμικής.
Ξεχωριστές τεχνοτροπίες αναπτύχθηκαν στην Ιωνία, την Κόρινθο και τη Σπάρτη, αλλά η πλουσιότερη και πιο ενδιαφέρουσα παραγωγή ήταν τα αττικά αγγεία του μελανόμορφου και ερυθρόμορφου ρυθμού. Hμεταλλοτεχνία, επίσης, ακολούθησε διάφορες τοπικές παραδόσεις επιτρέποντάς μας να διακρίνουμε πολλά εργαστήρια στη διάρκεια του 6ου αιώνα. Tα σημαντικότερα έργα τους ήταν ειδώλια για τα ιερά, αγγεία και σκεύη συμποσίου, όπλα, κοσμήματα και εξαρτήματα καλλωπισμού.
Αρχιτεκτονική
Η Αρχαϊκή περίοδος είναι εποχή μεγάλων καινοτομιών στην αρχιτεκτονική. Το σχέδιο των σημαντικότερων κτηρίων της, των Ναϊκών οικοδομημάτων, γίνεται πιο περίπλοκο και υπόκειται σε αυστηρή συμμετρία. Στην ανωδομή τα ξύλινα μέλη αντικαθίστανται σταδιακά από λίθινα και η τοιχοδομία αναπτύσσει καινούργιες τεχνικές. Παράλληλα διαμορφώνονται οι δύο αρχιτεκτονικοί ρυθμοί, ο Ιωνικός και ο Δωρικός. Οι Ιωνικοί ναοί κυριαρχούν στην ανατολική Ελλάδα, ενώ οι Δωρικοί στην κυρίως Ελλάδα και στις αποικίες της Δύσης.
Ναόσχημους τύπους ακολουθούν και οι θησαυροί των πανελλήνιων ιερών, ενώ είναι λιγοστοί οι άλλοι τύποι κτηρίων που σώζονται από την Αρχαϊκή περίοδο και ανάμεσά τους διακρίνονται κρήνες, στοές, ταφικά μνημεία και οχυρωματικά έργα.
Α. Αρχιτεκτονικός Σχεδιασμός των Ναών
Τα σπουδαιότερα σωζόμενα οικοδομήματα της Αρχαϊκής περιόδου είναι οι ναοί, των οποίων ο σχεδιασμός άλλαξε ριζικά μετά την επικράτηση της λίθινης τοιχοδομίας. Το χαρακτηριστικότερο στοιχείο τους είναι οι κίονες που χρησιμοποιήθηκαν είτε μπροστά από το κυρίως κτίσμα (πρόσταση), είτε ολόγυρα (περίσταση ή περιστύλιο). Είναι βέβαιο ότι ξύλινη περίσταση διέθεταν ήδη αρκετοί ναοί της Γεωμετρικής περιόδου, αλλά μόνο στους Αρχαϊκούς ναούς η χρήση του κίονα πήρε τέτοια έκταση και σημασία, ώστε να θεωρείται ως τις μέρες μας αναπόσπαστο στοιχείο της Ελληνικής αρχιτεκτονικής.
Στους παλιότερους ναούς ο σχεδιασμός τους εμφάνιζε υπερβολικά τονισμένο τον κατά μήκος άξονα, επιχειρώντας να εντυπωσιάσει τους πιστούς με τον επιβλητικά μακρόστενο εσωτερικό τους χώρο. Το μήκος και το πλάτος ορισμένων ναών υπολογίζονταν ως πολλαπλάσια διαφόρων ειδών του Ελληνικού ποδός (Δωρικού, Ιωνικού, Σαμιακού). Αρκετοί ναοί έχουν μήκος που αντιστοιχεί σε εκατό πόδες, και ονομάζονται εκατόμπεδοι. Από τις αρχές όμως του 7ου αιώνα π.Χ. προτιμήθηκε το ορθογώνιο πλάνο με αρμονικότερη την αναλογία του μήκους ως προς το πλάτος. Στην απλούστερη μορφή του αρχαϊκού ναού οι πλαϊνοί τοίχοι προχωρούν λίγο πιο μπροστά από τον τοίχο της πρόσοψης δημιουργώντας έναν ανοιχτό αλλά στεγασμένο χώρο μπροστά στην είσοδο.
Tα τμήματα αυτά των πλαϊνών τοίχων ονομάζονται παραστάδες, και όταν μεταξύ τους τοποθετούνται κίονες (συνήθως 2), ο τύπος του ναού ονομάζεται πρόστυλος εν παραστάσι. Aργότερα ο αριθμός των κιόνων της πρόσοψης αυξήθηκε δημιουργώντας μία κιονοστοιχία, η οποία τοποθετούνταν μπροστά από τις παραστάδες, ενώ μερικές φορές μία ανάλογη κιονοστοιχία τοποθετούνταν στο πίσω μέρος του ναού. Πρόκειται για τον πρόστυλο και τον αμφιπρόστυλο τύπο ναού, αντίστοιχα. Όταν ολόκληρο το οικοδόμημα περιβάλλεται από κιονοστοιχία, αναφερόμαστε στον τύπο του περίπτερου ναού. Mερικές φορές, μάλιστα, η κιονοστοιχία είναι διπλή και ο ναός χαρακτηρίζεται δίπτερος.
Όταν πάλι η διπλή σειρά κιόνων εμφανίζεται μόνο στις στενές πλευρές του, ο ναός ανήκει στον τύπο του ψευδοδίπτερου. Το αρχικά ενιαίο κτίσμα χωρίστηκε σταδιακά σε περισσότερα μέρη: τον πρόναο, τον κυρίως ναό ή σηκό και τον οπισθόδομο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μεταξύ του σηκού και του οπισθόδομου υπάρχει ένας ακόμα χώρος, το άδυτο. O στεγασμένος χώρος μεταξύ του περιστυλίου και των τοίχων του ναού ονομάζεται πτέρωμα. Στα πρωιμότερα δείγματα ο ναός έχει κατασκευαστεί απευθείας πάνω στο φυσικό έδαφος.
Σύντομα όμως προτιμήθηκε η θεμελίωση του ναού με κάθετους ογκόλιθους, που καλούνταν στερεοβάτης, και η ισοπέδωση του χώρου με μία οριζόντια στρώση λίθων, την ευθυντηρία. Πάνω στην ευθυντηρία χτιζόταν το κρηπίδωμα, αποτελούμενο συνήθως από τρεις βαθμίδες. Στην επάνω βαθμίδα, που ονομάζεται στυλοβάτης, εδράζονταν οι κίονες.
Β. Αμωδομή
Στην τελευταία βαθμίδα του κρηπιδώματος, το στυλοβάτη, χτίζονταν οι τοίχοι του σηκού και η περίσταση. Κάποτε τοποθετούνταν και εσωτερικές κιονοστοιχίες για τη στήριξη της οροφής. Οι κίονες αποτελούνταν από σπονδύλους, που συνέκλιναν προς τα πάνω δημιουργώντας μία αμυδρά έως έντονα κυρτή καμπύλη, τη λεγόμενη ένταση. Έφεραν καθ’ ύψος ραβδώσεις λαξευμένες βαθύτερες χαμηλά και πιο ρηχές στην κορυφή. Οι παραστάδες επιστέφονταν με ειδικά “κιονόκρανα”, τα καλούμενα επίκρανα. Το τμήμα του οικοδομήματος πάνω από τους τοίχους και τους κίονες, ο θριγκός, περιελάμβανε το επιστύλιο, το διάζωμα και το γείσο.
Αρχικά, ο θριγκός είτε ήταν εξ’ ολοκλήρου από ξύλο, είτε ξύλινος με πήλινη επένδυση. Αργότερα ένα μέρος του κατασκευαζόταν από λίθο ή μάρμαρο, αλλά η κεράμωση του παρέμεινε πήλινη εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως στον Παρθενώνα όπου ακόμα και αυτή ήταν μαρμάρινη. Η οροφή, ξύλινη ή λιθόγλυπτη, είχε συνήθως τη μορφή διακοσμημένων επάλληλων τετράγωνων εσοχών, που ονομάζονταν φατνώματα. Οι δύο επικλινείς πλευρές της στέγης δημιουργούσαν στις στενές πλευρές της έναν τριγωνικό χώρο, το αέτωμα, η πίσω πλευρά του οποίου κλεινόταν από κάθετο τοίχο, το τύμπανο.
Στα Πρώιμα χρόνια το αέτωμα διακοσμούσαν ανάγλυφες παραστάσεις και αργότερα κυρίως ολόγλυφες αγαλματικές συνθέσεις. Φυτικά μοτίβα ή αγάλματα, τα λεγόμενα ακρωτήρια, τοποθετούνταν επίσης στις έξι γωνίες της δίριχτης στέγης. Δύο κυρίως τύποι κεράμωσης χρησιμοποιήθηκαν από τους Έλληνες. Η Λακωνική, στην οποία οι στρωτήρες και οι καλυπτήρες είναι κυρτοί, και η Κορινθιακή, στην οποία και τα δύο αυτά στοιχεία είναι επίπεδα.
Μία τρίτη κατηγορία, λιγότερο διαδεδομένη, συνδυάζει επίπεδους στρωτήρες με κυρτούς καλυπτήρες και ονομάζεται Σικελική. Oι στρωτήρες των άκρων της στέγης κατέληγαν σε ένα κάθετο τμήμα, τη σίμη, προορισμένο για τη συγκράτηση των υδάτων της βροχής. Η σίμη έφερε ανοίγματα για την εκροή των υδάτων, συχνά διακοσμημένα με κεφαλές λεόντων. Αντίστοιχα, οι καλυπτήρες των άκρων της στέγης, οι οποίοι ονομάζονταν ηγεμόνες, κατέληγαν σε κεφαλές ανθρώπων ή μυθικών όντων και αργότερα σε ανθέμια. Με ανθέμια επίσης ήταν διακοσμημένοι και οι κεντρικοί καλυπτήρες στη ράχη της στέγης.
Ο διάκοσμος, είτε γλυπτός είτε ζωγραφικός, εναλλασσόταν με τις ακόσμητες επιφάνειες. Πάνω στη λιτή υποδομή υψώνονταν οι κίονες με ραβδώσεις που επιστέφονταν από το διακοσμημένο κιονόκρανο. Στη συνέχεια, ακολουθούσαν το ακόσμητο επιστύλιο και το κοσμημένο διάζωμα. Τέλος, στους απλούς και απέριττους τοίχους αντιπαραβαλλόταν η στέγη με έναν πλούσιο διάκοσμο από εναέτιες μορφές, ακρωτήρια και υδρορρόες.
Γ. Άλλα Κτίρια
Συγγενικά προς τους ναούς κτίσματα ήταν οι θησαυροί, οι οποίοι αναγείρονταν κοντά στα ιερά και συνήθως στέγαζαν δημόσια (και σπανιότερα ιδιωτικά) αναθήματα. Από σχεδιαστικής άποψης είναι συχνά μικρού μεγέθους πρόστυλα εν παραστάσι κτήρια. Οι περισσότεροι και σημαντικότεροι θησαυροί αποκαλύφτηκαν στα Πανελλήνια ιερά της Ολυμπίας και των Δελφών. Εμφανίζονται είτε σε Δωρικό είτε σε Ιωνικό ρυθμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι Ιωνικοί κίονες αντικαθίσταντο με καρυάτιδες, όπως στους θησαυρούς των Κνιδίων και των Σιφνίων στους Δελφούς. Ο τελευταίος χρονολογείται γύρω στο 525 π.Χ. και ήταν διακοσμημένος με ανάγλυφη ζωφόρο και με γλυπτές μορφές στο αέτωμα.
Όλα τα γλυπτά μέλη του ήταν επιζωγραφισμένα και η πολλαπλή διακόσμηση έδινε την εντύπωση ενός μάλλον παραφορτωμένου -σε σχέση με το μέγεθός του- κτίσματος. Ο θησαυρός των Μασσαλιωτών συνδύαζε στοιχεία Ιωνικά και Δωρικά με κιονόκρανα σαφώς Αιγυπτιακής έμπνευσης. Στο ίδιο ιερό, το τελειότερο δείγμα Δωρικού θησαυρού αφιερώθηκε από τους Αθηναίους γύρω στο 500 π.Χ. Στην Ολυμπία ο θησαυρός των Γελώων ήταν ασυνήθιστα μεγάλος και έφερε πήλινο περικάλυμμα του γείσου με περίτεχνα γραπτά κοσμήματα. Η χρήση του λίθου στην κατασκευή των κιόνων επέτρεψε το σχεδιασμό μεγάλων στοών.
Οι οποίες στοές είχαν ανοιχτή τη μία πλευρά τους, ενώ παράλληλα πρόσφεραν και προστασία από τα καιρικά φαινόμενα. Ήταν, λοιπόν, κτίσματα κατάλληλα για χώρους που συναθροίζονταν πλήθη ανθρώπων όπως οι αγορές, τα ιερά, τα γυμνάσια και τα θέατρα. Αρχαϊκές στοές ήρθαν στο φως σε διάφορα μέρη, αλλά τα μεγαλοπρεπέστερα δείγματά τους βρέθηκαν στη Σάμο. Οι στοές της αγοράς και του γυμνασίου στην κάθε πόλη ήταν ο χώρος για την εμπορική και πολιτική δραστηριότητα των ανδρών. Αντίστοιχα, τόπο συνάντησης των γυναικών αποτελούσαν οι κρήνες, οι οποίες συχνά βρίσκονταν μέσα σε μικρές στοές.
Δύο από τις πρωιμότερες και πιο φημισμένες κρήνες ήταν της Πειρήνης στην Κόρινθο και η Εννεάκρουνος -που το νερό της έτρεχε από εννέα λεοντοκεφαλές- στην Αθήνα. Από τα ταφικά μνημεία της Αρχαϊκής περιόδου το μεγαλύτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν εκείνα της Μικράς Ασίας, όπως οι τάφοι του Λέοντος και των Αρπυιών στη Λυκία. Αποτελούνταν από υψηλό τετραγωνικό βάθρο, πάνω στο οποίο τοποθετήθηκε ο νεκρικός θάλαμος σε μορφή λάρνακας με ανάγλυφες παραστάσεις στις πλευρές της.
Τα απλούστερα μνημεία βέβαια ήταν οι επιτύμβιες στήλες με ανάγλυφη, εγχάρακτη ή γραπτή διακόσμηση. Με αυτές μοιάζουν και αρκετά αναθηματικά μνημεία της εποχής, ενώ κάποια άλλα αποτελούνταν από έναν υψηλό κίονα με αγαλματική επίστεψη, όπως η σφίγγα των Ναξίων στους Δελφούς.
Δ. Τοιχοδομία
Πριν από τον 7ο αιώνα π.Χ. τα περισσότερα οικοδομήματα κατασκευάζονταν από άψητες πλίνθους και ξύλο και για τη στέγασή τους χρησιμοποιούνταν ξύλα και καλάμια. Η εισαγωγή όμως στις αρχές του 7ου αιώνα της πήλινης κεράμωσης, η οποία είχε σημαντικό βάρος, επέβαλε τη χρήση ανθεκτικότερων -και άρα βαρύτερων- δοκαριών στην ξυλοδομή της στέγης. Κατά συνέπεια, και ανέχοντα στοιχεία έπρεπε να κατασκευάζονται πιο στέρεα και ανθεκτικά. Οι άψητες πλίνθοι αντικαταστάθηκαν από λίθινους δόμους και οι ξύλινοι κίονες από λίθινους ή μαρμάρινους.
Παλαιότερα μεταξύ των ειδικών επικρατούσε η άποψη ότι οι Έλληνες εμπνεύστηκαν τα λίθινα οικοδομήματά τους από τους Αιγύπτιους. Δεν υπάρχει όμως τίποτα κοινό μεταξύ της ελληνικής και της αιγυπτιακής αρχιτεκτονικής ούτε στις τεχνικές χρήσης του λίθου, ούτε στην εφαρμογή της κεράμωσης, ούτε στις λεπτομέρειες των κιόνων, ούτε τελικά και στους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς που αναπτύχθηκαν στους δύο πολιτισμούς. Γι’ αυτό σήμερα θεωρείται περισσότερο πιθανόν ότι στον Ελληνικό κόσμο η μετάβαση από τα πλινθόκτιστα στα λίθινα κτήρια προέκυψε από το συνδυασμό νέων δομικών και αισθητικών αναγκαιοτήτων.
Εξάλλου αρκετά από τα επιτεύγματα των Μυκηναίων στον τομέα της λιθοδομίας ήταν ακόμα ορατά κατά την Πρώιμη Αρχαϊκή περίοδο, και είναι γενικά αποδεκτό ότι η Ελληνική αρχιτεκτονική οφείλει περισσότερα σε αυτά παρά σε κάποιες απροσδιόριστες Αιγυπτιακές επιρροές. Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στην τοιχοδομία, σε αντικατάσταση των πλίνθων, ήταν κυρίως ντόπιος ασβεστόλιθος ή πόρος και αργότερα διάφορες ποικιλίες μαρμάρου. Τα καλύτερα δείγματά της προέρχονται από τα κοσμικά κτίσματα -συχνά τα οχυρωματικά- καθώς στους ναούς ο γλυπτός διάκοσμος και ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός τους είχαν μεγαλύτερη σπουδαιότητα από την ίδια την τοιχοδομία.
Οι λίθινοι δόμοι συγκρατούνταν μεταξύ τους μόνο με το βάρος τους, χωρίς τη χρήση δηλαδή συνδετικού υλικού. Οι λιθοξόοι, ωστόσο, πετύχαιναν τέλεια εφαρμογή των ακμών των δόμων. Το συνδετικό κονίαμα άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως μόλις στα Ελληνιστικά χρόνια. Για να μειωθεί η απαιτούμενη εργασία, και συνάμα βέβαια ο χρόνος και το κόστος κατασκευής, στο στάδιο της επεξεργασίας των λίθινων δόμων οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την τεχνική της αναθύρωσης. Η τεχνική αυτή ήταν ήδη γνωστή στους Μυκηναίους, που με τη σειρά τους ίσως να την είχαν δανειστεί από τους Αιγύπτιους.
Κατά την αναθύρωση λειαίνονταν μόνο τα τμήματα της επιφάνειας κοντά στις ακμές, ώστε να εφάπτονται, ενώ η υπόλοιπη επιφάνεια υφίστατο μία ελαφρά μόνο κοίλανση και χοντρική επεξεργασία. Ωστόσο, για να αποφευχθούν οι οριζόντιες μετακινήσεις των δόμων, καθώς η σεισμική δραστηριότητα ήταν πάντοτε έντονη στον ελληνικό χώρο, χρησιμοποιούνταν μεταλλικοί σύνδεσμοι διαφόρων σχημάτων. Ήταν φτιαγμένοι συνήθως από σίδηρο και σπανιότερα από ορείχαλκο, τοποθετούνταν σε ειδικές εγκοπές στο λίθο, στερεώνονταν με μόλυβδο και εξασφάλιζαν έτσι τη συνοχή των δόμων.
Το γεγονός αυτό συνέβαλε στην καταστροφή πολλών αρχαίων κτηρίων κατά τους μέσους χρόνους, με σκοπό την απόσπαση των μεταλλικών αυτών στοιχείων. Οι αρχαίοι Έλληνες επινόησαν και χρησιμοποίησαν ποικίλα συστήματα τοιχοδομίας και ανά εποχή ή τύπο κτίσματος έδειξαν την ιδιαίτερη προτίμησή τους σε κάποιο από αυτά. Στα Αρχαϊκά χρόνια ήταν εξαιρετικά διαδεδομένο το πολυγωνικό σύστημα τοιχοδομίας και περισσότερο μία συγκεκριμένη εκδοχή του, που ονομάστηκε λεσβιακή, εξαιτίας των καλύτερα σωζόμενων δειγμάτων της από την ακρόπολη της Λέσβου.
Στην πραγματικότητα η Λεσβιακή τοιχοδομία ήταν σε χρήση στα Μικρασιατικά παράλια και σε μέρος της νησιωτικής και ηπειρωτικής Ελλάδας, καθ’ όλον τον 7ο και για μεγάλο μέρος του 6ου αιώνα π.Χ. Και σε αυτήν οι δόμοι είναι πολύγωνοι, αλλά μερικές από τις ακμές τους είναι καμπυλόγραμμες. Στην Αττική η πολυγωνική τοιχοδομία έφτασε στο απόγειό της στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. και οδήγησε στην επινόηση ενός άλλου συστήματος, του ισοδομικού, το οποίο άρχισε να επικρατεί στο τέλος της Αρχαϊκής εποχής και εξελίχτηκε σε ποικίλες μορφές.
Ε. Δωρικός Ρυθμός
Οι διαφορές μεταξύ των δύο ρυθμών, Δωρικού και Ιωνικού, εντοπίζονται κυρίως στους κίονες και στο διάζωμα. Ο Δωρικός κίονας εδράζεται απευθείας στο στυλοβάτη και οι καθ’ ύψος ραβδώσεις του χωρίζονται μεταξύ τους με οξεία γωνία. Οι ραβδώσεις, όπως και ολόκληρος ο κίονας, στενεύουν βαθμηδόν προς την κορυφή. Το κιονόκρανο είναι συνήθως λαξευμένο σε ενιαίο λίθο μαζί με το άνω μέρος του κίονα. Αποτελείται από ένα καμπύλο μέλος -τον εχίνο- ο οποίος εφάπτεται σε μία τετράγωνη πλίνθο, τον άβακα. Στην αρχή μία και αργότερα περισσότερες κοίλες γλυφές αποτελούν τη σύνδεση του εχίνου με τον κορυφαίο σπόνδυλο.
Το επιστύλιο αφήνεται κατά κανόνα ακόσμητο, εκτός από μία ταινία στην κορυφή του διακοσμημένη κατά σταθερά διαστήματα με κανόνα, από τον οποίο εκφύονται έξι μικρές αποφύσεις, οι σταγόνες. Στους κίονες των πρώιμων Δωρικών ναών η διάμετρος της κορυφής είναι σχεδόν η μισή από τη διάμετρο της βάσης του και ο εχίνος των κιονοκράνων παρουσιάζει έντονη καμπυλότητα. Τα στοιχεία αυτά μαζί με τα τρίγλυφα φανερώνουν την απομίμηση πρακτικών που εφαρμόζονταν ήδη στη δόμηση με ξύλο. Το Δωρικό διάζωμα αποτελείται από στενά μέλη με κάθετες αυλακώσεις -τα τρίγλυφα- και από πλατύτερες επιφάνειες που φέρουν συχνά γλυπτές ή γραπτές παραστάσεις, τις μετόπες.
Τρίγλυφα και μετόπες εναλλάσσονται κανονικά και υπάρχουν τρίγλυφα πάνω από τον κάθε κίονα, πάνω από το μέσο κάθε μετακιόνιου διαστήματος και στις γωνίες. Η τοποθέτησή τους αυτή σχετίζεται με το λεγόμενο πρόβλημα της γωνιακής μετόπης (η οποία εμφανιζόταν μεγαλύτερη) και οδήγησε σε ποικίλες λύσεις, όπως στη βαθμιαία αλλαγή του πλάτους των μετακιονίων. Πάνω από το διάζωμα υπάρχει ένα γείσο, με μία ελαφρά κλίση προς τα έξω για προστασία από τα όμβρια ύδατα, το οποίο αποτελείται από απλό κυμάτιο και στεφάνη. Στο κάτω μέρος του γείσου και ακριβώς πάνω από κάθε τρίγλυφο και κάθε μετόπη υπάρχει μία ορθογώνια πλάκα, ο πρόμοχθος, διακοσμημένη με σειρές σταγόνων.
Επιπλέον, ο χώρος του αετώματος προστατεύεται από το λοξό γείσο, το καλούμενο καταιέτιο. Όσον αφορά το σχεδιασμό των δωρικών ναών, η σημαντικότερη εξέλιξή τους σχετίζεται με την αναλογία του μήκους ως προς το πλάτος. Οι πρώιμοι Δωρικοί ναοί έχουν συχνά μήκος που ξεπερνάει τα 30 μέτρα (εκατόμπεδοι), ενώ το πλάτος τους είναι μικρότερο από 10 μέτρα. Σταδιακά η αναλογία αυτή γίνεται μικρότερη και τον 5ο αιώνα π.Χ. πλησιάζει το 2:1. Παρ’ όλα αυτά το συνολικό μέγεθος αυξάνει, και οι μεγαλύτεροι δωρικοί ναοί της Αρχαϊκής περιόδου ξεπερνούν σε μήκος τα 50 μέτρα. Ο αριθμός των κιόνων ποικίλλει από 5 έως 9 στις στενές, και από 11 μέχρι 18 στις μακριές πλευρές του.
Το συνηθέστερο όμως πλάνο Αρχαϊκού Δωρικού ναού είναι 6×13 ή 6×15 κίονες. Με την πάροδο του χρόνου μεγαλώνει επίσης το μετακιόνιο διάστημα, καθώς και το μέγεθος των κιόνων. Τέλος το προφίλ του εχίνου του κιονοκράνου, που αρχικά ήταν έντονα καμπυλόγραμμο, καταλήγει σταδιακά σε κωνικό.
– Ναοί Δωρικού Ρυθμού Ι
Ο Δωρικός ρυθμός αναπτύχθηκε στην Πελοπόννησο και την ηπειρωτική Ελλάδα κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. και εξαπλώθηκε σε ένα μέρος των νησιών, στη Σικελία και στη Μεγάλη Ελλάδα. Μερικοί από τους παλαιότερους Δωρικούς ναούς βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής της Κορίνθου και ανάγονται στο α’ μισό του 7ου αιώνα. Πρόκειται για το ναό του Απόλλωνα στην ίδια την Κόρινθο, το ναό του Ποσειδώνα στην Ισθμία, το πρώτο Ηραίο της Περαχώρας και το ναό του Απόλλωνα στο Θέρμο. Ο τελευταίος χρονολογείται γύρω στο 630 π.Χ. και είχε πήλινες ζωγραφιστές μετόπες, σίμη και υδρορρόες.
Οι αρχικά ξύλινοι κίονες αντικαταστάθηκαν σταδιακά από λίθινους. Ξύλινοι ήταν επίσης και οι κίονες του ναού του Ποσειδώνα στον Ισθμό. Η στέγη και των δύο αυτών ναών δεν κατέληγε στο χαρακτηριστικό τριγωνικό αέτωμα, αλλά ήταν μάλλον καμπυλωτή. Παρόμοια στέγαση πρέπει να είχαν και οι ναοί της Ήρας στο Άργος και στη Foce del Sele της Iταλίας, καθώς και του Απόλλωνα στους Δελφούς. Όλοι οι ναοί αυτής της περιόδου αντικαταστάθηκαν αργότερα από άλλους πιο εξελιγμένους αρχιτεκτονικά, γεγονός που περιορίζει τις γνώσεις μας για τα επιτεύγματα της συγκεκριμένης εποχής.
Από τις αρχές του 6ου αιώνα π.X. γνωρίζουμε ναούς κατασκευασμένους εξ ολοκλήρου από λίθο, εκτός από τη στέγη που παρέμεινε ξύλινη. Στο α’ τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. ανήκουν οι ναοί της Άρτεμης στην Κέρκυρα και της Ήρας (50×19 μέτρα) στην Ολυμπία με 8 και 6 κίονες στην πρόσοψη, αντίστοιχα. Ιδιαίτερα σημαντικός για την παρακολούθηση της εξέλιξης του Δωρικού ρυθμού είναι ο ναός του Απόλλωνα Οπλίτη που ανασκάφτηκε πρόσφατα στη Μητρόπολη της Θεσσαλίας και χρονολογείται στο β’ τέταρτο του 6ου αιώνα. Πρόκειται για εκατόμπεδο, του οποίου ο θριγκός είναι φτιαγμένος ακόμα από ξύλο και πηλό.
Η ιδιαιτερότητά του όμως έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι ολόκληρη η ορατή επιφάνεια του εχίνου των κιονοκράνων του διακοσμείται με ανάγλυφα φυτικά μοτίβα. Το μοναδικό ως τώρα γνωστό παράλληλό του χρονολογείται στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. και προέρχεται από τη “Bασιλική” της Ποσειδωνίας στην Ιταλία, όπου όμως τα φυτικά μοτίβα καλύπτουν ένα μόνο μέρος του εχίνου. Ο καλύτερα διατηρημένος αρχαϊκός ναός στην κυρίως Ελλάδα είναι του Απόλλωνα στην Κόρινθο. Οι επτά μονολιθικοί του κίονες, που έχουν σωθεί στη θέση τους, ανήκουν στην οικοδομική φάση γύρω στα 540 π.Χ. και αποτελούν μέρος του πτερού, το οποίο αρχικά είχε 6×15 κίονες.
Κατά 20 χρόνια νεότερός του είναι ο Αρχαϊκός ναός τη Αθηνάς στην Ακρόπολη, που τον κατέστρεψαν όμως οι Πέρσες. Την ίδια εποχή στην Αθήνα ξεκίνησε να οικοδομείται από τον Πεισίστρατο ο γιγαντιαίος ναός του Ολυμπίου Διός, ο οποίος και ολοκληρώθηκε μόλις στα Ρωμαϊκά χρόνια. Λίγο αργότερα ( 513 π.Χ.) μία εξόριστη Αθηναϊκή οικογένεια, οι Αλκμαιωνίδες, ανέλαβαν την κατασκευή του νέου ναού του Απόλλωνα στους Δελφούς. Παρόλο που η συμφωνία προέβλεπε τη χρήση τοπικού ασβεστόλιθου, εκείνοι κατασκεύασαν την πρόσοψή του από πάριο μάρμαρο με δικά τους έξοδα. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. ανήκουν και οι περισσότεροι ναόσχημοι θησαυροί των πανελλήνιων ιερών στους Δελφούς, την Ολυμπία και τη Δήλο.
– Ναοί Δωρικού Ρυθμού ΙΙ
Περισσότεροι και καλύτερα σωζόμενοι είναι οι Αρχαϊκοί Δωρικοί ναοί στη Σικελία και τη Μεγάλη Ελλάδα. Ο παλαιότερος διατηρημένος περίπτερος είναι ο ναός του Απόλλωνα στις Συρακούσες με 6×17 μονολιθικούς κίονες και αρκετές λεπτομέρειες που θυμίζουν ιωνικά στοιχεία. Στο Σελινούντα βρέθηκαν τα ερείπια τεσσάρων ναών, από τους οποίους ο λεγόμενος “C” είναι μάλλον ο αρχαιότερος, αφού ολοκληρώθηκε πριν τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Το πτερό στα πλάγια είναι βαθύτερο από το μετακιόνιο διάστημα της πρόσοψης, πράγμα που σημαίνει ότι είχε βρεθεί ικανοποιητική λύση για τη στέγαση μεγάλων αποστάσεων.
Το επιστήλιο και το διάζωμα ήταν υπερβολικά ψηλά, ίσα με το μισό ύψος των κιόνων. Ο ναός “F”, στην ίδια πόλη, είναι ψευδοπερίπτερος. Ένας τοίχος που έφτανε μέχρι τη μέση των κιόνων έκλεινε ολόκληρο το πτερό. Τέλος ο ναός “G”, που είναι ένας από τους μεγαλύτερους της αρχαιότητας (50×110 μέτρα, 8×17 κίονες), άρχισε να κατασκευάζεται στα τέλη του 6ου αιώνα και δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί το 409 π.Χ., όταν οι Καρχηδόνιοι κατέστρεψαν το Σελινούντα. Στο εσωτερικό του σηκού του υπάρχει ένα μικρό αυτόνομο άδυτο, που πιθανώς να προστέθηκε τον 5ο αιώνα. Δεν είναι εύκολο να περιγραφεί με ενιαία χαρακτηριστικά ο Δωρικός ρυθμός της Κάτω Ιταλίας.
Οι χρονολογήσεις είναι μόνο συγκριτικές και τα Δωρικού ρυθμού κτίσματα της μίας πόλης διαφέρουν έντονα από εκείνα κάποιας άλλης. Υπάρχουν πολλές καινοτομίες και δάνεια από τον Ιωνικό ρυθμό, αλλά και από την αρχιτεκτονική άλλων λαών. Ένας από τους πιο αξιοπρόσεκτους ναούς είναι του Απόλλωνα Αλαίου στην Κρίμισα με κεντρική κιονοστοιχία κατά μήκος του σηκού, διπλό καταιέτιο γείσο και ακροκέραμα σε όλη την περιφέρεια της στέγης. Από τα ελάχιστα στοιχεία που σώθηκαν, χρονολογείται στις αρχές του 6ου αιώνα. Στο Μεταπόντιο σώθηκαν οι δύο μακριές πλευρές του πτερού μέχρι το επιστύλιο από ένα ναό αφιερωμένο πιθανόν στον Ηρακλή.
Πολύ καλύτερα γνωρίζουμε τους δύο Αρχαϊκούς ναούς της Ποσειδωνίας. Παλαιότερος είναι ο επονομαζόμενος “Βασιλική”, ο οποίος αποδείχτηκε ότι ήταν αφιερωμένος στην Ήρα. Ο δεύτερος, αν και αρχικά αποδόθηκε στη ρωμαϊκή θεότητα Ceres, στην πραγματικότητα ανήκε στην Αθηνά. Ο ναός της Ήρας έχει ασυνήθιστο σχέδιο με 9×18 κίονες και βάθος πτερού ίσο με δύο μετακιόνια διαστήματα. Η εσωτερική του διαρρύθμιση δεν είναι εντελώς ξεκάθαρη, αλλά φαίνεται πως είχε κεντρική κιονοστοιχία και άδυτο. Ο πρόναός του ορίζεται από τρεις κίονες εν παραστάσι.
Η κάτω πλευρά του εχίνου σε ορισμένα κιονοκράνα φέρει ανάγλυφη διακόσμηση, ένα στοιχείο που το συναντάμε και στο ναό της Αθηνάς. Ο τελευταίος είναι κατά μία γενιά νεότερος και έχει την τυπική κάτοψη των 6×13 κιόνων. Ασυνήθιστο είναι όμως το χτίσιμο των τριγλύφων του μέσα στον τοίχο και το φαρδύ καταιέτιο γείσο, η κάτω πλευρά του οποίου διακοσμείται με φατνώματα.
ΣΤ. Ιωνικός Ρυθμός
Ο Ιωνικός ρυθμός διαμορφώθηκε και αυτός στη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου και η χρήση του εξαπλώθηκε από την Ιωνία -όπου πρωτοεμφανίστηκε- στις Κυκλάδες, την Αττική και σε ένα μέρος της Μακεδονίας, ενώ κατ’ εξαίρεση χρησιμοποιείται στην Ελληνική δύση. Η διαφορά του από το Δωρικό ρυθμό έγκειται κυρίως στη μορφή του κίονα και στη διάταξη του θριγκού. Υπάρχει και σε αυτόν ένα κρηπίδωμα τριών συνήθως βαθμίδων, οι οποίες φέρουν μία ελαφρά εσοχή στο κατώτερο τμήμα τους. O κίονας όμως δεν εδράζεται απ’ ευθείας στο στυλοβάτη, αλλά σε μία κυκλική βάση που ονομάζεται σπείρα.
Η βάση αυτή διακρίνεται σε δύο μέρη, το κοίλο, που λέγεται τροχίλος ή σκοτία, και το κυρτό, που λέγεται τόρος ή κυμάτιο. Μερικές φορές (κυρίως στη Μικρά Aσία) η βάση αυτή τοποθετείται πάνω σε μία τετράγωνη πλάκα, την πλίνθο. Ο Ιωνικός κίονας είναι λεπτότερος από το Δωρικό, αλλά έχει περισσότερες αριθμητικά (20 με 24) και βαθύτερες αύλακες, των οποίων μάλιστα οι ακμές δεν είναι οξείες αλλά επίπεδες. Σε ορισμένους ναούς της Ιωνίας (Έφεσος, Δίδυμα) ανάγλυφες παραστάσεις κοσμούν τον κατώτερο σπόνδυλο του κάθε κίονα. Ο κίονας επιστέφεται από ένα κιονόκρανο αποτελούμενο από ένα κυρτό τμήμα -τον εχίνο- δύο έλικες και μία τετραγωνική πλάκα, που ονομάζεται άβαξ.
Οι έλικες στην Αρχαϊκή περίοδο είναι ισοπαχείς σε όλο τους το μήκος, ενώ αργότερα στενεύουν στο μέσον της εξωτερικής πλευράς τους. Οι σπείρες των ελίκων κάποτε αντικαθίστανται από ρόδακες και ο εχίνος διακοσμείται με Ιωνικό ή Λέσβιο κύμα. Ενώ το Δωρικό κιονόκρανο είναι καθαρά Ελληνικό δημιούργημα, το Ιωνικό φαίνεται πως προσέλαβε στοιχεία ξενικά και τα μετέπλασε. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγούν και τα παλαιότερα από τα Ιωνικά κιονόκρανα, που έχουν βρεθεί στη Λέσβο και την Τρωάδα, και γι’ αυτό αποκαλούνται Αιολικά. Τα Αιολικά κιονόκρανα φέρουν δύο έλικες, μεταξύ των οποίων αναπτύσσεται ένα ανθέμιο, και στη βάση τους υπάρχει συνήθως φυλλωτό κόσμημα.
Οι διαφορές μεταξύ Ιωνικού και Δωρικού ρυθμού είναι φανερές και στο επιστύλιο, το οποίο δεν είναι ενιαίο, αλλά χωρίζεται σε τρεις επάλληλες και προεξέχουσες ταινίες. Στην Ιωνία, πάνω από το επιστύλιο συναντάμε μία διακοσμητική ζώνη με Λέσβιο κύμα και στηρίγματα του γείσου, που καλούνται οδόντες ή γεισίποδες. Στα νησιά και στην Αττική επικράτησε η χρήση ζωφόρου με ανάγλυφες και κάποτε με ζωγραφιστές παραστάσεις. Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός των Ιωνικών ναών δε διαφέρει σημαντικά από εκείνο των Δωρικών. Οι Ιωνικοί ναοί όμως είναι κατά κανόνα πολύ μεγαλύτεροι σε μέγεθος.
Η πρόσοψή τους έχει συνήθως 8 κίονες, το ύψος των οποίων μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 19 μέτρα (Ηραίο της Σάμου). Στην Ιωνία προκρίνεται ο τύπος του μεγαλοπρεπούς δίπτερου, ενώ στα νησιά, την Αττική και τους Δελφούς του δίστυλου εν παραστάσει και του τετράστυλου, που είναι καταλληλότεροι για μικρότερους ναούς και για θησαυρούς.
Ζ. Ναοί Ιωνικού Ρυθμού
Δύο από τους σημαντικότερους και μεγαλύτερους Αρχαϊκούς ναούς ήταν ο ναός της Άρτεμης στην Έφεσο και ο ναός της Ήρας στη Σάμο. Ο ναός της Εφέσου, που αναφερόταν και ως ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, χτίστηκε γύρω στο 560 π.Χ., κάηκε από τον Ηρόστρατο το 356 π.Χ. και ανοικοδομήθηκε την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου από τον αρχιτέκτονα Δεινοκράτη. Στην ανέγερση του Αρχαϊκού ναού συνέβαλε αποφασιστικά ο βασιλιάς Κροίσος της Λυδίας, ο οποίος χρηματοδότησε την κατασκευή των περισσοτέρων κιόνων του. Τόσο το Αρτεμίσιο όσο και το Ηραίο ήταν οι πρώτοι πραγματικά μεγάλοι ναοί με διπλό πτερό. Λέγεται ότι και στους δύο δούλεψε ο Σάμιος αρχιτέκτων Θεόδωρος.
Στο μεν Ηραίο σε συνεργασία με τον επίσης Σάμιο Ροίκο, στο δε Αρτεμίσιο με τον Κρητικό Χερσίφρωνα. Πυρκαγιά κατέστρεψε και το Ηραίο, περίπου 30 χρόνια μετά την οικοδόμησή του. Μεγάλο μέρος από το οικοδομικό υλικό και των δύο κτισμάτων χρησιμοποιήθηκε στην ανέγερση κατοπινών ναών στην ίδια θέση, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες για το σχεδιασμό και τα διακοσμητικά στοιχεία των αρχικών ναών. Φαίνεται όμως ότι και οι δύο είχαν 8 ή 9 κίονες στις στενές πλευρές τους και 21 στις μακριές. Το συνολικό μήκος του Aρτεμισίου πρέπει να ξεπερνούσε τα 100 μέτρα.
Το μετακιόνιο διάστημα των κεντρικών κιόνων της πρόσοψης έφτανε και στους δύο ναούς τα 8 περίπου μέτρα, αλλά μειωνόταν σταδιακά ανάμεσα στους κίονες των άκρων. Το νεότερο Ηραίο, που χτίστηκε στη θέση του παλιού μετά το 530 π.Χ., ήταν ο μεγαλύτερος ναός του αρχαίου Ελληνικού κόσμου με περίπου 110 μέτρα μήκος και 50 μέτρα πλάτος. Ο πρόναος και ο σηκός χωρίζονταν με δύο κιονοστοιχίες σε τρία κλίτη. Το αρχιτεκτονικό του σχέδιο, που έμοιαζε σε εκείνο του παλαιότερου ναού, είχε διπλό πτερό και 24 κίονες στις μακριές πλευρές, 8 στην πρόσοψη και 9 στην πίσω πλευρά.
Ο τρίτος μεγάλος ναός της Αρχαϊκής Ιωνίας, ο ναός του Απόλλωνα στα Δίδυμα, κατασκευάστηκε μεταξύ του 540 και 520 π.Χ. και καταστράφηκε από τους Πέρσες το 494 π.Χ. Σύμφωνα με το αποκατεστημένο πλάνο του ήταν δίπτερος με 21×8 κίονες. Είχε ανάγλυφες μορφές στη βάση των κιόνων και ολόγλυφες σφίγγες στις τέσσερις γωνίες του επιστυλίου. Το εσωτερικό του ήταν αστέγαστο και περιέκλειε ένα δεύτερο ιερό που είχε τη μορφή μικρού πρόστυλου εν παραστάσι ναού. Το σύνολο ανακατασκευάστηκε με πολλές προσθήκες στα Ελληνιστικά χρόνια.
Ένα από τα παλαιότερα δείγματα του Ιωνικού ρυθμού στις Κυκλάδες αποτελεί ο εκατόμπεδος στα Ύρια της Νάξου, που κατασκευάστηκε γύρω στα 580 με 570 π.Χ., ήταν πρόστυλος τετράστυλος και είχε ένα άδυτο για την τέλεση της μυστηριακής λατρείας. Από κάποιους άλλους ναούς της Νάξου και της Πάρου σώζονται τα μαρμάρινα περίθυρα με ύψος έως και 6 μέτρα.
Γλυπτική
Όλα σχεδόν τα μεγάλα έργα της Αρχαϊκής γλυπτικής εξυπηρετούσαν λατρευτικές ή γενικότερα πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων. Ωστόσο, συχνά παρείσδυαν στοιχεία κοσμικού χαρακτήρα, όπως οι υπογραφές των γλυπτών, τα ταφικά επιγράμματα και το όνομα του αναθέτη. Η ανάπτυξη στην αρχαϊκή περίοδο της μεγάλης γλυπτικής και πλαστικής οφείλεται εν μέρει στη εξέλιξη των τεχνικών επεξεργασίας του μετάλλου, όπως είναι για παράδειγμα η σφυρηλάτηση και η χύτευση. Η τελευταία αποδόθηκε, ήδη από την αρχαιότητα, στους Σάμιους καλλιτέχνες Ροίκο και Θεόδωρο, αλλά το μόνο για το οποίο μπορούμε να μιλήσουμε με σχετική βεβαιότητα είναι για το σημαντικό ρόλο του Σαμιακού εργαστηρίου στις αρχές της χαλκοπλαστικής.
Αντίθετα, η γλυπτική σε πέτρα ή μάρμαρο αναπτύχθηκε αρχικά στην Κρήτη, προσλαμβάνοντας ένα ξεχωριστό μορφικό ιδίωμα, γνωστό ως Δαιδαλικό ρυθμό. Έπειτα, αναπτύχθηκαν δύο βασικοί γλυπτικοί τύποι: ο Κούρος και η Κόρη. Οι τύποι αυτοί εμφανίζονται σχεδόν ως συνέχεια των Δαιδαλικών μορφών και η εξέλιξή τους οδηγεί στην αυστηρορυθμική γλυπτική. Υπήρξαν πολλά τοπικά εργαστήρια από την Ιωνία ως τη δυτική Ελλάδα. Σημαντική ανάπτυξη γνώρισε και η αρχιτεκτονική γλυπτική, εφόσον η κατασκευή μεγάλων πέτρινων ναών επέτρεπε τη διακόσμησή τους με αντίστοιχου μεγέθους γλυπτά. Τέλος, η επιτύμβια γλυπτική εμπνεύστηκε συχνά από τις μορφές ζώων και τεράτων.
Α. Δαιδαλικός Ρυθμός
Οι αρχές της Ελληνικής γλυπτικής χάνονται μέσα στο μύθο, καθώς η παράδοση αναφέρει ότι οι πρώτοι γλύπτες ήταν δαίμονες (οι Τελχίνες) και τα πρώτα γλυπτά είχαν μαγικές ιδιότητες ή ζωντάνευαν. Στο μυθικό τεχνίτη Δαίδαλο αποδίδονται πολλοί νεοτερισμοί, μεταξύ των οποίων και η κατασκευή των πρώτων γλυπτών μνημειακού χαρακτήρα. Τα επιτεύγματά του συνδέθηκαν με τη μαθητεία του στην Αίγυπτο και οι αρχαίες πηγές απέδωσαν την καταγωγή του, άλλοτε στην Αθήνα και άλλοτε στην Κρήτη. Με το επίθετο “Δαίδαλα”, ωστόσο, αποκαλούσαν στην αρχαιότητα τα ξύλινα ξόανα.
Τελικά ο όρος “Δαιδαλικός” χρησιμοποιήθηκε από τη σύγχρονη αρχαιολογία, για να δηλωθεί μία συγκεκριμένη τεχνοτροπία, η οποία αναπτύχθηκε κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. και εφαρμόστηκε τόσο στη μεγάλη γλυπτική όσο και στη μικροτεχνία. Η τεχνοτροπία αυτή, αν και βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στη δωρική Ελλάδα (Κρήτη, Πελοπόννησος, Μήλος, Θήρα, Ρόδος), εντοπίζεται και σε άλλες περιοχές, όπως στη Θήβα, τα Μέγαρα, την Αθήνα και τους Δελφούς. Ο Δαιδαλικός ρυθμός είναι κατ’ εξοχήν διακοσμητικός. Οι μορφές δηλαδή ακολουθούν τα γεωμετρικά πρότυπα, αν και τα γωνιώδη στοιχεία στρογγυλεύουν ελαφρά, οι όγκοι αποδίδονται ορθότερα και εγκαταλείπονται οι υπερβολές στο μέγεθος των χαρακτηριστικών του προσώπου.
Παρ’ όλα αυτά δεν υπάρχει ακόμη πραγματικά ρεαλιστική απόδοση, ούτε βελτίωση της ανατομικής ακρίβειας. Η Δαιδαλική τεχνοτροπία διακρίνεται για τη συντηρητική αντίληψη της μορφής και τον εξαιρετικά αργό ρυθμό εξέλιξής της. Η Κρήτη ήταν προφανώς το σημαντικότερο κέντρο και από εκεί προέρχονται τα περισσότερα λίθινα γλυπτά Δαιδαλικής τεxνοτροπίας. Σε αντίθεση με τα έργα που επηρεάστηκαν άμεσα από ανατολικά πρότυπα, τα Δαιδαλικά γλυπτά απεικονίζουν κυρίως ντυμένες γυναικείες μορφές.
Χαρακτηρίζονται από απόλυτη μετωπικότητα, παριστάνονται με τα χέρια κολλημένα στους μηρούς, με τα μαλλιά χτενισμένα σε οριζόντιες ζώνες που θεωρήθηκαν περούκες -οι λεγόμενες οροφωτές φαινάκες- με το κεφάλι τους συνήθως αρκετά πεπλατυσμένο και με ενδύματα χωρίς πτυχώσεις. Τα στοιχεία αυτά διακρίνονται στη λεγόμενη “Κυρία της Auxerre”, η οποία φοράει τη χαρακτηριστική φαρδιά ζώνη και τα ρούχα της κοσμούνται με εγχάρακτα και ζωγραφισμένα γεωμετρικά μοτίβα. Ανάλογα χαρακτηριστικά εμφανίζονται και στις καθιστές “θεές” από τη Γόρτυνα, τον Πρινιά, το Αστρίτσι και την Ελεύθερνα.
Εκτός Κρήτης, τα χαρακτηριστικά του Δαιδαλικού ρυθμού συνδυάζονται με άλλα τοπικά ή ανατολικά στοιχεία και εφαρμόζονται τόσο στις δημιουργίες της Πρωτοκορινθιακής κεραμικής, όσο και στα διάφορα εργαστήρια μικροπλαστικής σε χαλκό. Παράλληλα, ενσωματώνονται στο ρεπερτόριο της χρυσοχοΐας και της γλυπτικής σε ελεφαντοστό και ξύλο. Τα σημαντικότερα λίθινα Δαιδαλικά γλυπτά -εκτός Κρήτης- προέρχονται από τη Δήλο, τις Μυκήνες και τη Βοιωτία. Ο Δαιδαλικός ρυθμός, του οποίου η ακμή τοποθετείται στο β’ μισό του 7ου αιώνα π.X., σβήνει σταδιακά στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. με την εμφάνιση των τοπικών σχολών της Αρχαϊκής γλυπτικής.
Β. Κούροι και Κόρες (Εξέλιξη)
Τα αγάλματα με τη μορφή νεαρών ανδρών και κοριτσιών, που ονομάζονται κούροι και κόρες, ήταν επιτύμβια μνημεία ή αναθήματα σε ιερά. Oι κούροι εμφανίζονται σε “ηρωική γυμνότητα” και συνδέονται συχνά με τον Απόλλωνα, από ιερά του οποίου προέρχονται ολόκληρες σειρές (Δίδυμα, Δήλος, Πτώον). Ωστόσο, δε λείπουν και οι εξαιρέσεις, όπως στην περίπτωση των κούρων του Σουνίου, οι οποίοι συνδέονται με τον Ποσειδώνα. Οι κόρες εμφανίζονται πάντοτε ντυμένες, κυρίως στα ιερά γυναικείων Θεοτήτων, όπως στο Ηραίο της Σάμου και στην Αθηναϊκή Ακρόπολη. Και οι δύο τύποι φέρουν αφιερωματικές επιγραφές και πολλές φορές την υπογραφή του δημιουργού τους.
Αντίστοιχα, όταν έχουν χρησιμοποιηθεί ως επιτύμβια μνημεία φέρουν επιγράμματα σχετικά με το νεκρό ή τη νεκρή, που απεικονίζονται πάντα σε νεανική ηλικία. Μολονότι αντρικοί και γυναικείοι τύποι ήταν ήδη γνωστοί από το Δαιδαλικό ρυθμό και από τα άλλα πρώιμα αγάλματα με τις ανατολικές επιδράσεις, οι τύποι του κούρου και της κόρης -που διαμορφώθηκαν στις αρχές του 6ου αιώνα π.X.- ξεχωρίζουν από πολλές απόψεις. Η στροφή προς τη ρεαλιστική απεικόνιση έγινε σαφής. Τα μέλη του σώματος αποδίδονταν με πιο σωστές αναλογίες και με περισσότερη ακρίβεια. Οι μύες απέκτησαν όγκο, πλαστικότητα και φυσικότητα.
Ένα μειδίαμα, που προσέδιδε ζωντάνια και παράλληλα εξυπηρετούσε τεχνικούς σκοπούς, επιλέχτηκε ως η στερεότυπη έκφραση του προσώπου. Ενώ είναι βέβαιο ότι για ορισμένους από τους πρώιμους κούρους -όπως στον κούρο της Νέας Υόρκης- χρησιμοποιήθηκε ο λεγόμενος “Αιγυπτιακός κανόνας” με τα 21 τετράγωνα που ορίζουν τις καθ’ ύψος διαστάσεις της μορφής, στους περισσότερους ακολουθήθηκε ένα διαφορετικό μετρικό σύστημα. Αυτό βασιζόταν στις πραγματικές διαστάσεις του ανθρώπινου σώματος και χρησιμοποιούσε ως μέτρο το μήκος από το πέλμα του ποδιού. Πολλοί από τους κούρους υπερφυσικού μεγέθους δεν είχαν τις σωστές αναλογίες.
Τελικά, η φυσική αναλογία 7 προς 1 επικράτησε στη σχέση του συνολικού ύψους προς το ύψος του κεφαλιού. Άλλες βελτιώσεις συμβατικών στοιχείων περιελάμβαναν την απόδοση του στομαχιού με δύο σειρές μυών (αντί για 3 ή 4 παλιότερα), καθώς και τη φυσική δυσαναλογία των μυών πάνω από το γόνατο, το σωστό μοίρασμα του βάρους στα δύο πόδια και τη στροφή των πήχεων -που παλαιότερα παριστάνονταν μετωπικές- προς τους μηρούς . Τόσο οι κούροι όσο και οι κόρες σκαλίζονταν μαζί με την πλίνθο, με τη βάση δηλαδή που ήταν συμφυής με το άγαλμα και ακολουθούσε το περίγραμμα των ποδιών του.
Η πλίνθος με τη σειρά της στερεωνόταν μέσα σε μια μεγαλύτερη τετράγωνη βάση. Αν για τους κούρους τα ανατομικά χαρακτηριστικά είναι ο κυριότερος μίτος της εξέλιξής τους, τη θέση αυτή επέχει στις κόρες η πτυχολογία των ενδυμάτων. Όλα τα ενδύματα ήταν ορθογώνια κομμάτια υφάσματος που στερεώνονταν με κουμπιά, πόρπες και περόνες. Τα συνηθέστερα ήταν ο ιωνικός χιτώνας που συνδυαζόταν συχνά με το λοξό ιμάτιο, το επίβλημα (πανωφόρι) και ο πέπλος. Ο τελευταίος εμφανίστηκε ήδη από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., αλλά αντικατέστησε το χιτώνα μόλις στη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ.
Τα ενδύματα κίνησαν το ενδιαφέρον των καλλιτεχνών και έπαψαν να παριστάνονται σαν μια επίπεδη επιφάνεια, απέκτησαν βάθος και πλαστικότητα, επηρεάζοντας έτσι το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς. Oι εξελίξεις αυτές συνέβησαν πιθανόν σε διάφορα εργαστήρια, αλλά η κινητικότητα των καλλιτεχνών, η δημόσια έκθεση των έργων τους σε ιερά και σε νεκροταφεία, η διάδοση νέων εργαλείων και η ανταλλαγή εμπειρίας μεταξύ των γλυπτών που συγκεντρώνονταν στις πηγές του μαρμάρου συνέβαλαν στο συγχρονισμό της εξέλιξης στα διάφορα τοπικά κέντρα.
Γ. Κούροι και Κόρες (Εργαστήρια και Τύποι)
Γνωρίζουμε ένα πολύ μικρό αριθμό κούρων από την ανατολική Ελλάδα, με μόνη εξαίρεση τη Σάμο, όπου βρέθηκαν μερικές ικανοποιητικές σειρές. Οι γλύπτες της Ιωνικής καλλιτεχνικής σφαίρας δημιουργούν μορφές με ρέοντα περιγράμματα και με σχηματική ως διακοσμητική την απόδοση της ανατομίας τους. Τα κεφάλια είναι έντονα σφαιρικά, οι κομμώσεις στερεότυπες προς τα πίσω και τα μάτια σχιστά. Τα στοιχεία αυτά είχαν μάλλον ανατολική προέλευση και μεταλαμπαδεύτηκαν στο εικαστικό ιδίωμα της Δύσης (Ετρουρία, Μεγάλη Ελλάδα) μέσα από τις αποικίες της Φώκαιας.
Οι ανδρικές μορφές στην Ιωνία συναντώνται συχνά ντυμένες, ενώ μεγάλη διάδοση γνωρίζει ο καθήμενος τύπος (ανδρών και γυναικών), γνωστός ήδη από τη Δαιδαλική τεχνοτροπία. Το χαλαρό ενδιαφέρον για την ανατομία, αντισταθμίστηκε με την ιδιαίτερη ευαισθησία στην απόδοση των ενδυμάτων των κορών. Τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα προέρχονται από τη Χίο, τη Σάμο και τη Μίλητο. Το περίφημο σύνταγμα του Γενέλεω από τη Σάμο περιλαμβάνει μία καθιστή και μία ξαπλωμένη μορφή δίπλα σε μερικές τυπικές κόρες με κυλινδρικό σώμα, το οποίο αποτελεί φανερή επιρροή της παλιάς ανατολίτικης τεχνικής του σκαλίσματος σε κορμό δέντρου.
Στις Κυκλάδες οι γνωστοί κούροι προέρχονται από τη Θήρα, τη Μήλο, τη Δήλο, την Πάρο και τη Νάξο. Μόνο για τα δύο τελευταία νησιά μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι είχαν τα δικά τους εργαστήρια. Οι Κυκλαδικοί κούροι διαφέρουν από εκείνους της Ιωνίας, τόσο στο κεφάλι, όσο και στα ραδινά περιγράμματα και τις χαρίεσσες μορφές. Επίσης ορισμένες από τις κόρες της Ακρόπολης συνδέονται πιθανότατα με το ναξιακό εργαστήριο, ενώ μία συγγενική παράδοση διαφαίνεται στις κόρες – Καρυάτιδες του θησαυρού των Σιφνίων στους Δελφούς. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το άγαλμα φτερωτής Νίκης σε στάση “εν γούνασι δρόμου”.
Βρέθηκε στη Δήλο και αποδίδεται στο Χίο γλύπτη Άρχερμο, ο οποίος εργάστηκε και στην Αθήνα. Στην Αττική οι κούροι ήταν πολύ διαδεδομένοι ως ταφικά σήματα. Οι παλαιότεροι από αυτούς, όπως η κεφαλή του Διπύλου και ο κούρος του Σουνίου, ανήκουν ακόμα στο τέλος του 7ου ή στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. Ακολουθούν τύποι με τα κεφάλια κάπως πεπλατυσμένα και τα μαλλιά χτενισμένα σε φλογωτούς βοστρύχους πάνω από το μέτωπο (κούρος της Βολομάνδρας). Ο κούρος της Μερέντας -που βρέθηκε μαζί με την κόρη Φρασίκλεια- έχει χυτό εφηβικό σώμα και βρίσκεται πιο κοντά στα πρότυπα των κυκλαδικών εργαστηρίων.
Δεν αποκλείεται να είναι έργο του ίδιου πάριου γλύπτη που λάξευσε και τη Φρασίκλεια. Αντίθετα, ο Κροίσος που βρέθηκε στην Ανάβυσσο έχει ρωμαλέο και μυώδες κορμί, χαρακτηριστικό της Αττικής γλυπτικής στο β’ μισό του 6ου αιώνα π.Χ. Εκτός από τη Φρασίκλεια ως επιτύμβια αναγνωρίζεται επίσης και η λεγόμενη κόρη (άλλοτε “θεά”) του Βερολίνου με τα αδρά, σχεδόν διακοσμητικά χαρακτηριστικά της. Οι αναθηματικές κόρες της Ακρόπολης φορούν συχνά χιτώνα και ιμάτιο. Τα ενδύματα αυτά σχηματίζουν πλούσιες πτυχώσεις στην μπροστινή πλευρά του κορμού, εφαρμόζουν όμως στην πίσω πλευρά του.
Καθώς πολλοί ξένοι γλύπτες εργάστηκαν στα αφιερώματα της Ακρόπολης, δεν είναι πάντα εύκολο να διακριθούν τα Αττικά χαρακτηριστικά, τα οποία συγκροτούν ένα σαφές ιδίωμα κατά το τελευταίο τρίτο του 6ου αιώνα π.X. Μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα δείγματα αυτής της περιόδου είναι η “Πεπλοφόρος”, η “κόρη του Αντήνορα” και η λεγόμενη “κόρη Botticelli”. Πολύ λιγότερα γνωρίζουμε για τα άλλα τοπικά εργαστήρια, όπως της Kορίνθου, όπου ανήκει ο λεπτοκαμωμένος κούρος της Τενέας, του Άργους με τις στιβαρές μορφές των Κλέοβη και Βίτωνα και του Πτώου, που παρουσιάζει αρκετά κοινά στοιχεία με την Αττική παράδοση.
Δ. Αρχιτεκτονική Γλυπτική
Στους Αρχαϊκούς χρόνους η σημαντικότερη αρχιτεκτονική ήταν θρησκευτική. Έτσι η γλυπτή διακόσμηση κτηρίων συναντάται κυρίως σε ναούς, θησαυρούς και βωμούς. Μόνο προς το τέλος της περιόδου, τα κοσμικά κτήρια άρχισαν ν’ ανταγωνίζονται τα θρησκευτικά. Η ανάπτυξη των δύο αρχιτεκτονικών ρυθμών, του Δωρικού και του Ιωνικού, στο β’ μισό του 7ου αιώνα π.Χ. συνέδεσε τη χρήση της γλυπτής διακόσμησης με συγκεκριμένα μέρη του ναού. Υπάρχουν βέβαια κάποια δείγματα και από πρώιμα κτήρια στην Κρήτη, αλλά εκεί ο γλυπτός διάκοσμος δεν ακολουθεί τους κανόνες των παραπάνω ρυθμών.
Στο ναό του Πρινιά, για παράδειγμα, δύο καθιστές μορφές -σχεδόν ολόγλυφες- βρίσκονται πάνω από μια ζωφόρο με επαναλαμβανόμενο θέμα. Στο Δωρικό ρυθμό οι μετόπες -που παλιότερα ήταν ζωγραφιστές- φέρουν ανάγλυφες παραστάσεις, ενώ το τριγωνικό αέτωμα είναι κοσμημένο αρχικά με ανάγλυφες μορφές και αργότερα με ολόγλυφες αφηγηματικές συνθέσεις. Στον Ιωνικό ρυθμό, αντίθετα, επικρατεί η ζωφόρος με διακοσμητικό και κατόπιν με αφηγηματικό περιεχόμενο. Επίσης, οι κίονες πολλές φορές φέρουν ανάγλυφες μορφές και τα κιονόκρανα προτομές ζώων ή μυθολογικών όντων.
Γενικά, η χρήση των γλυπτών στον Ιωνικό ρυθμό είναι λιγότερο προκαθορισμένη απ’ ότι στο Δωρικό. Οι κίονες της πρόστασης κάποια στιγμή αντικαθίστανται από γυναικείες μορφές (καρυάτιδες), μια καινοτομία σαφώς ανατολικής προέλευσης. Και στους δύο αρχιτεκτονικούς ρυθμούς διακοσμούνται με ολόγλυφες μορφές οι γωνίες του αετώματος (ακρωτήρια), ενώ κεφαλές ανθρώπων ή ζώων καλύπτουν τους κρουνούς απορροής των υδάτων γύρω από τη στέγη (ακροκέραμοι και υδρορρόες). Tα μέλη αυτά στους παλαιότερους ναούς ήταν φτιαγμένα από πηλό.
– Αρχιτεκτονική Γλυπτική στην Κεντρική Ελλάδα
Αθήνα:
Στην Ακρόπολη βρέθηκαν αρκετά αρχαϊκά αρχιτεκτονικά γλυπτά από πώρο, τα οποία συνήθως φέρουν γύψινο ζωγραφισμένο επίχρισμα. Αν και η χρονολογία καταστροφής τους δεν είναι επιβεβαιωμένη, θεωρείται πιθανό να μη συμπίπτει με την περσική λεηλασία του Ιερού βράχου, αλλά με την απομάκρυνση -μετά την πτώση της τυραννίδας (510 π.Χ.)- των γλυπτών που φτιάχτηκαν την εποχή του Πεισίστρατου. Από τα τμήματα των αετωμάτων που σώθηκαν διακρίνουμε το κεφάλι της Γοργούς, δύο λιοντάρια που κατασπαράζουν ταύρο, έναν τρισώματο δαίμονα, τη γέννηση της Αθηνάς και την υποδοχή του Ηρακλή στον Όλυμπο.
Τα αετώματα αυτά -που χρονολογούνται στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ.- πιθανότατα να προέρχονται από τον εκατόμπεδο ναό, του οποίου οι βάσεις σώζονται ανάμεσα στον Παρθενώνα και στο Ερέχθειο. Γύρω στο 520 π.Χ. αντικαταστάθηκαν από μαρμάρινα γλυπτά, από τα οποία σώζονται μία Αθηνά και δύο γίγαντες σε παράσταση γιγαντομαχίας. Πρόκειται οπωσδήποτε για έργα μεγάλου γλύπτη, ο οποίος επιχείρησε να λύσει κάποια από τα προβλήματα που θέτουν οι μορφές, όταν αποδίδονται σε ζωηρή κίνηση.
Δελφοί:
Στους Δελφούς ο ναός του Απόλλωνα χτίστηκε με εργολαβία, που είχε πάρει από το ιερό η Αθηναϊκή οικογένεια των Αλκμαιονιδών. Σώζονται ελάχιστα τμήματα, μεταξύ των οποίων και μία Νίκη σε “εν γούνασι δρόμο”, η οποία αποτελούσε το κεντρικό ακρωτήριο του ανατολικού αετώματος. Στο αέτωμα αυτό οι μορφές βρίσκονταν σε ασύνδετη παρατακτική διάταξη και ήταν μαρμάρινες. Στο δυτικό αέτωμα, που ήταν πώρινο, εικονιζόταν παράσταση γιγαντομαχίας με κεντρικό θέμα το τέθριππο άρμα του Δία. Η χρήση παριανού μαρμάρου για την πρόσοψη του ναού ήταν μια προσφορά των Αλκμαιονιδών στον Απόλλωνα, η οποία δε συμπεριλαμβανόταν στη συμφωνία που είχε προηγηθεί.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα γλυπτά από τους θησαυρούς του ιερού. Από το θησαυρό των Σιφνίων σώζεται ένα μέρος του ανατολικού αετώματος, σχεδόν ολόκληρη η ζωφόρος και τμήματα από τις δύο καρυάτιδες της πρόστασης. Οι Σίφνιοι είχαν πλουτίσει χάρις στα ορυχεία του νησιού και ο θησαυρός ήταν δεκάτη από τον πλούτο τους. Τα γλυπτά αυτού του θησαυρού -που χρονολογείται γύρω στο 525 π.Χ.- αποτελούν την κορύφωση της Αρχαϊκής αρχιτεκτονικής γλυπτικής και δίνουν λύση στο πρόβλημα της απεικόνισης σε χαμηλό ανάγλυφο περίπλοκων σκηνών δράσης με πολλά επίπεδα.
Θα πρέπει να ήταν εντυπωσιακά, καθώς ήταν επιζωγραφισμένα και έφεραν μετάλλινες προσθήκες, κυρίως κοσμήματα και όπλα. Αρκετά νεότερες, αλλά και πιο προχωρημένες στην τεχνική είναι οι μετόπες του θησαυρού των Αθηναίων, στις οποίες απεικονίζονται άθλοι του Ηρακλή και του Θησέα.
Αίγινα:
Ο μεγάλος ναός της Αφαίας στην Αίγινα χτίστηκε γύρω στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. Τα δύο αετώματά του απέχουν χρονολογικά μία περίπου δεκαετία. Οι διαφορές ωστόσο είναι αρκετά έντονες, γιατί την περίοδο αυτή η γλυπτική εξελισσόταν με γοργούς ρυθμούς. Και στα δύο βλέπουμε σκηνές μυθολογικής μάχης (πιθανόν τους Έλληνες στην Τροία) με δεσπόζουσα τη μορφή της Αθηνάς. Tο ένα από τα δύο έχει αποδοθεί από ορισμένους ερευνητές στο ντόπιο γλύπτη Ονάτα.
Διακρίνονται σημαντικές πρόοδοι στην απόδοση των πεσμένων και συστρεφόμενων μορφών, αλλά παράλληλα και αρκετές επιρροές από τη χαλκοπλαστική, όπως είναι οι καθαρές γραμμές, οι οξείες γωνίες, η σαφήνεια των λεπτομερειών και τα μετάλλινα εξαρτήματα. Τα γλυπτά αυτά αγοράστηκαν το 1811 από το Λουδοβίκο της Βαυαρίας και σήμερα φυλάσσονται στο Μόναχο.
– Αρχιτεκτονική Γλυπτική στην Περιφέρεια
Κέρκυρα:
Στη ζώνη επιρροής της Κορινθιακής τέχνης εμφανίζονται συχνά τα πήλινα ακροκέραμα, η εφεύρεση των οποίων αποδίδεται στο Σικυώνιο γλύπτη Βουτάδη. O Δωρικός ναός της Άρτεμης στην Κέρκυρα αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα. Στο ναό αυτό το τύμπανο του αετώματος είναι διακοσμημένο με πώρινο ανάγλυφο. Στο κέντρο του απεικονίζεται η Γοργόνα Μέδουσα πλαισιωμένη από τον Πήγασο, το Χρυσάωρα, καθώς και από δύο λεοπαρδάλεις. Παρ’ ότι οι μορφές είναι ακόμα χοντροκομμένες, ήδη στο έργο αυτό -που χρονολογείται γύρω στο 580 π.Χ.- ο γλύπτης έχει αρχίσει να λαμβάνει υπόψη του τη γωνία υπό την οποία το βλέπουν οι προσερχόμενοι στο ναό.
Ανατολική Ελλάδα:
Ο ναός της Αθηνάς στην αιολική Άσσο είναι ένα σπάνιο παράδειγμα Δωρικού κτίσματος από τη Μικρά Ασία. Έφερε μετόπες και ζωφόρο αλλά όχι γλυπτά στο αέτωμα. Από τη ζωφόρο σώζονται μία σκηνή συμποσίου και μερικοί άθλοι του Ηρακλή. Tα ανάγλυφα αυτά χρονολογούνται ανάμεσα στο 540 και 520 π.Χ., και είναι ακόμη προσκολλημένα στα ανατολικά πρότυπα. Ανάγλυφες μορφές από κίονες προέρχονται από το ναό της Άρτεμης στην Έφεσο, του Απόλλωνα στα Δίδυμα, καθώς και από την Κύζικο. Στη Θάσο, τέλος, συναντάμε ανάγλυφη διακόσμηση με μορφή σατύρου σε μία από τις πύλες της πόλης -συνήθεια γνωστή από τη Χεττιτική παράδοση- καθώς και κιονόκρανα με μορφή πήγασου, Αχαιμενιδικής ίσως έμπνευσης.
Ε. Άλλα Αρχαϊκά Γλυπτά
Ένα ιδιαίτερο στυλ γλυπτικής είχε ήδη αναπτυχθεί στην Κρήτη στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ., το οποίο όφειλε αρκετά στοιχεία του σε ανατολικές επιρροές. Ταυτόχρονα όμως η δόμηση των όγκων του ανθρώπινου σώματος απλευθερωνόταν σιγά σιγά από τη σχηματικότητα και προσέγγιζε μία πιο φυσιοκρατική αντίληψη. Η τάση αυτή εκφράστηκε μέσα από μία νέα τεχνική, τη σφυρηλάτηση. Χαρακτηριστικά δείγματα του τέλους αυτής της περιόδου είναι τρία αγάλματα από το Δρηρό, ένα αντρικό και δύο γυναικεία, που ταυτίζονται συνήθως με την απολλώνια τριάδα.
Φτιάχτηκαν από σφυρηλατημένα φύλλα ορείχαλκου, που είχαν στερεωθεί με καρφιά πάνω σε ξύλινο σκελετό, και αποτελούσαν προφανώς τα λατρευτικά αγάλματα του ναού του Δρηρού. Την ίδια εποχή, μία ανάλογη τεχνοτροπία εντοπίζεται σε ανθρωπόμορφα αγγεία από το Ιδαίο άντρο και σε χυτά αγαλματίδια από την Κνωσό, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι η εξέλιξη αυτή ήταν γηγενής. Με μικτή τεχνική (χύτευση και σφυρηλάτηση) κατασκευάστηκε προφανώς ένα άλλο λατρευτικό άγαλμα του Απόλλωνα Οπλίτη, το οποίο βρέθηκε πρόσφατα σε ναό της αρχαίας Μητρόπολης, στη δυτική Θεσσαλία.
Αν και αρκετά νεότερο -χρονολογείται στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ.- φαίνεται ωστόσο πως συνδέεται με την ίδια παράδοση, από την οποία προήλθε και η προτομή μιας Νίκης από την Ολυμπία. Ορισμένα κεφάλια γρυπών και λεόντων, επίσης από την Ολυμπία, φέρουν εντονότερες τις Ιωνικές επιδράσεις. Η χαλκοπλαστική μεγάλων αγαλμάτων έδωσε εξαίρετα έργα, κυρίως στην ύστερη αρχαϊκή περίοδο. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Απόλλωνας του Πειραιά (530 – 520 π.Χ.), που κατά καιρούς θεωρήθηκε λανθασμένα ρωμαϊκό αντίγραφο, και ο Ποσειδώνας από την Κρεύση της Βοιωτίας.
Ένας άλλος τύπος αγάλματος, διαδεδομένος κατά την Αρχαϊκή περίοδο, ήταν η μορφή του έφιππου άνδρα. Τα καλύτερα δείγματα προέρχονται από την Ακρόπολη των Αθηνών. Ο λεγόμενος “ιππέας Rampin” χρονολογείται στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. και ο γλύπτης του είχε κατασκευάσει και άλλα αναθήματα στον Αθηναϊκό βράχο. Το εμπρόσθιο τμήμα ενός αλόγου με τον αναβάτη του μας φανερώνει τις προόδους που πραγματοποιήθηκαν στη μελέτη της ανατομίας των ζώων. Ωστόσο, οι γλύπτες της Αρχαϊκής περιόδου έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση στην απεικόνιση του λιονταριού.
Ένα από τα πρωιμότερα προέρχεται από την Ολυμπία, ενώ κάποια άλλα Κορινθιανίζουσας τεχνοτροπίας έχουν ως τόπο προέλευσής τους την Κέρκυρα, την Περαχώρα και το Λουτράκι. Μία σειρά λιονταριών παραταγμένων κατά τον Αιγυπτιακό τρόπο είχε αφιερωθεί από τους Ναξίους στη Δήλο. Σήμερα είναι όλα πολύ κατεστραμμένα, για να διακρίνει κανείς το στυλ τους. Ένα μάλιστα από αυτά, αφού στόλισε για κάμποσα χρόνια το λιμάνι του Πειραιά -απ’ όπου προήλθε και το όνομα Πόρτο Λεόνε- μεταφέρθηκε στο Αρσενείο της Βενετίας.
Τέλος, οι Σφίγγες αποτελούσαν το αγαπημένο θέμα των γλυπτών στα επιτύμβια μνημεία, από το β’ τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. και ύστερα. Συναντώνται προπάντων στην Αττική, αλλά και στην Κόρινθο και σε άλλες περιοχές του Ελληνικού κόσμου και βρίσκονται κατά κανόνα τοποθετημένες στην κορυφή στηλών με φυτική επίστεψη. Τα αναθηματικά ανάγλυφα του 6ου αιώνα π.Χ. απεικονίζουν συχνότερα ήρωες και αφηρωισμένους νεκρούς, παρά θεούς. Στα ανάγλυφα αυτά είναι συχνή η απεικόνιση και του αναθέτη, του οποίου η φιγούρα είναι σε μέγεθος μικρότερη συνήθως από εκείνη των ηρώων.
Κεραμική
Στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας το πέρασμα από τη Γεωμετρική κεραμική παράδοση στη νέα ανατολίζουσα διάθεση και στη συνέχεια η ανάπτυξη των τοπικών Αρχαϊκών εργαστηρίων συνέβη ομαλά. Στην Ανατολική Ελλάδα αναπτύχθηκαν πολλά τοπικά εργαστήρια, με ξεχωριστά εκείνα της Μιλήτου και των Κλαζομενών, τα έργα των οποίων εξαπλώθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας, ενώ παράλληλα έδωσαν πνοή και στις δημιουργίες των Ιώνων αποίκων στην Ιταλία.
Το σημαντικότερο όμως κέντρο κεραμικής, σχεδόν για ολόκληρο τον 7ο αιώνα π.Χ., ήταν η Κόρινθος, η οποία με την ανακάλυψη της μελανόμορφης τεχνικής έδωσε τα μέσα για την ανάπτυξη της ακρίβειας και της εκφραστικότητας στην αγγειογραφία. Τα στοιχεία αυτά επεξεργάστηκαν οι Αθηναίοι κεραμείς στον πρωτοαττικό ρυθμό, πράγμα που οδήγησε στη διαμόρφωση και ανάπτυξη του μελανόμορφου ρυθμού στην Αθήνα. Γύρω στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., τα αριστουργήματα της Αττικής κεραμικής είχαν ήδη επικρατήσει των ανταγωνιστών τους σε όλες τις αγορές. Η εμφάνιση τoυ ερυθρόμορφου ρυθμού, που ήταν μια καθαρά Αθηναϊκή έμπνευση, δε σήμανε το τέλος της παλιάς τεχνοτροπίας.
Μελανόμορφα αγγεία συνέχισαν να παράγονται για περίπου μισό αιώνα ακόμα, και οι Παναθηναϊκοί αμφορείς για πολύ περισσότερο. Από την κεραμική αυτής της περιόδου αντλούμε και τις πληροφορίες μας για τη μεγάλη ζωγραφική, καθώς γνωρίζουμε ελάχιστα μόνο δείγματά της. Εκτός από τις παραπάνω πόλεις, γραπτή κεραμική παράγονταν και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως στις Κυκλάδες, στο Άργος, στην Εύβοια, στη Λακωνία και στη Βοιωτία.
Α. Κεραμική Ανατολικής Ελλάδας
Το πέρασμα από την Υπογεωμετρική κεραμική σ’ εκείνη της Αρχαϊκής περιόδου φαίνεται καλύτερα στον τύπο των “κυλίκων με πουλιά ή ρόδακες”, όπως αποκαλούνται με βάση τη διακόσμησή τους. Θεωρείται ότι πρωτοεμφανίστηκαν στη Ρόδο στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. και στη συνέχεια παράγονταν σε περισσότερα κέντρα με σπουδαιότερο εκείνο της περιοχής των Κλαζομενών. Η παραγωγή τους σταμάτησε γύρω στα 600 π.Χ., αφού είχαν ήδη γνωρίσει σημαντική διάδοση στον Εύξεινο Πόντο και στη Μεγάλη Ελλάδα. Συναφή ομάδα αποτελούσαν και οι “κύλικες με οφθαλμούς”, των οποίων η παραγωγή εντοπίζεται μάλλον στη νότια Ιωνία στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ.
Ακόμη ένας τύπος αγγείων πόσης, οι λεγόμενες ιωνικές κύλικες, φαίνεται πως κατασκευάζονταν κυρίως στη Mίλητο και στη Σάμο από το τελευταίο τρίτο του 7ου αιώνα ως τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Ένας άλλος τύπος γραπτής κεραμικής από την ανατολική Ελλάδα είναι ο λεγόμενος “ρυθμός των αιγάγρων”, ο οποίος παραγόταν σε πολλά εργαστήρια μεταξύ του 650 και 550 π.Χ. Αναγνωρίζεται εύκολα από τις επάλληλες ζώνες με ζώα και φυτικά κοσμήματα. Οι μορφές σχεδιάζονταν με μελανό χρώμα πάνω σε υπόλευκο στρώμα που κάλυπτε όλη την επιφάνεια του αγγείου. Η επικρατέστερη ταξινόμηση διακρίνει μία πρώιμη, μία μέση (I, II και III) και μία ύστερη φάση.
Oι φάσεις αυτές δεν έχουν την ίδια διάρκεια σε όλες τις περιοχές, αλλά σε γενικές γραμμές αντιστοιχούν στη δεκαετία 650 – 640 π.Χ. η πρώιμη, στην περίοδο 640 – 580 π.Χ. η μέση και στην περίοδο 580 – 550 π.Χ. η ύστερη. Τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής βρίσκονταν στη Μίλητο, στις Κλαζομενές, στην Τέο, στη Χίο, στην Αιολίδα και στην ανατολική Δωρίδα. Η κεραμική του ρυθμού των αιγάγρων εξαπλώθηκε από την ανατολική Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο ως την Ιταλία και τη βόρεια Αφρική. Αυτό άλλωστε δικαιολογεί την ύπαρξη πολυάριθμων απομιμήσεων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν εκείνες της Καρίας, της Ετρουρίας και της Θάσου.
Κατά το πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ., η Χίος αποτέλεσε ένα σημαντικό κέντρο κεραμικής με ιδιόρρυθμα σχήματα -όπως οι περίφημοι χιακοί κάλυκες- και με ποικιλία “πειραματικών” ρυθμών, όπως ήταν ο μελανόμορφος. Ο μελανόμορφος ρυθμός όμως βρήκε σημαντικότερη εφαρμογή στα εργαστήρια των Κλαζομενών, τα οποία πιθανόν να εμπνέονταν από τα Αττικά πρότυπα. Παρήγαγαν κυρίως αγγεία μεγάλου σχήματος, όπως αμφορείς και κρατήρες, μεταξύ του 560 και 520 π.Χ. Εκτός από τα αγγεία, η τεχνική του μελανόμορφου ρυθμού εφαρμόστηκε και στις φημισμένες Κλαζομενιακές πήλινες σαρκοφάγους.
Στην ίδια περίοδο ακόμα τοποθετείται και η παραγωγή μιας ομάδας μικρογραφικών κυλίκων και κανθάρων που αποδίδονται σε Σαμιακό εργαστήριο, καθώς και εκείνη του “ρυθμού Φικελλούρα”, που ήταν προϊόν εργαστηρίου της Μιλήτου. Τα αγγεία του ρυθμού Φικελλούρα συνδυάζουν γεωμετρικά και φυτικά μοτίβα με εικονιστικές παραστάσεις, ενώ συχνά χαρακτηρίζονται από χιουμοριστική διάθεση και αφρόντιστο σχέδιο. Μεταξύ των υπόλοιπων εργαστηρίων ξεχωρίζουν εκείνα της Ρόδου, από τα οποία προέρχεται η “ομάδα της Βρουλιάς” με κόκκινα και λευκά φυτικά μοτίβα πάνω σε φαιομελανή επίστρωση.
Μερικές ομάδες αγγείων με πλούσιες παραστάσεις και φροντισμένο σχέδιο, που έχουν βρεθεί αποκλειστικά στην Ετρουρία, συνδυάστηκαν κατά καιρούς με εργαστήρια της ανατολικής Ελλάδας. Πρόκειται για τις Κερετανές υδρίες, και για τις ομάδες Northampton και Campana. Οι δύο τελευταίες ομάδες συνδέονται με τις Kλαζομενές, ενώ εκείνη των υδριών με τη Φώκαια. Tο πιθανότερο όμως είναι ότι όλα αυτά τα αγγεία φτιάχτηκαν από τεχνίτες που μετανάστευσαν στην Iταλία, πιθανώς την εποχή του μεταναστευτικού ρεύματος που δημιούργησε ηκατάκτηση της Ιωνίας από τους Πέρσες.
Β. Πρωτοκορινθιακή και Κορινθιακή Κεραμική
Το σημαντικότερο εργαστήριο κεραμικής κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. ήταν εκείνο της Κορίνθου, τόσο από την άποψη των νεoτερισμών και της ευρηματικότητας που επέδειξε, όσο και από την πλευρά της διάδοσης των αγγείων του, και συνεπώς της επιρροής που άσκησε στα άλλα κέντρα. Στην Κόρινθο η μετάβαση από τα γεωμετρικά προς τα ανατολίζοντα πρότυπα έγινε πολύ νωρίς, προφανώς γιατί η πόλη είχε αναπτυγμένες εμπορικές δραστηριότητες και μεγάλη εξοικείωση με την ανατολική μικροτεχνία. Η επικράτηση των φυσιοκρατικών τάσεων βρήκε πρόσφορο έδαφος στην καλλιεργημένη αίσθηση μικρογραφικής ακρίβειας των Κορίνθιων αγγειογράφων.
H τεχνική που επέτρεψε τη διακόσμηση μικρών αγγείων -όπως ήταν οι σφαιρικοί αρύβαλλοι και οι κοτύλες- ήταν μια εφεύρεση των Κορίνθιων αγγειογράφων και ονομάστηκε μελανόμορφη τεχνική. Σ’ αυτήν η μορφή σχεδιαζόταν σαν σκιαγραφία, αλλά πριν από το ψήσιμο του αγγείου οι λεπτομέρειες χαράσσονταν με ένα αιχμηρό εργαλείο αφαιρώντας ταυτόχρονα μία λεπτή λουρίδα βερνικιού. H παραγωγή στον Κορινθιακό Κεραμεικό χωρίζεται σε δύο μεγάλες περιόδους με αρκετές υποκατηγορίες. H κάθε περίοδος διήρκεσε περίπου έναν αιώνα: η Πρωτοκορινθιακή από το 720 έως το 625 π.Χ. και η Κορινθιακή από το 625 μέχρι το 535 π.Χ.
– Πρωτοκορινθιακή
-
Πρώιμη Πρωτοκορινθιακή ή περίοδος των σφαιρικών αρυβάλλων, 720 – 690 π.Χ. Αρύβαλλοι και κοτύλες διακοσμούνταν με ζώα και φυτά -πραγματικά ή φανταστικά- συχνά ζωντανεμένα με επίθετα χρώματα.
-
Μέση πρωτοκορινθιακή I ή περίοδος των ωοειδών αρυβάλλων I, ή περίοδος του Α’ μελανόμορφου ρυθμού, 690 – 670 π.Χ. Μαζί με το νέο τύπο αρυβάλλων εμφανίζεται και μια ριζική στροφή στο θεματολόγιο. Τα φυτικά μοτίβα και τα ζώα υποχωρούν σε δευτερεύουσες ζώνες, παραχωρώντας την κυρίως επιφάνεια του αγγείου σε αφηγηματικές σκηνές.
-
Μέση πρωτοκορινθιακή II ή περίοδος των ωοειδών αρυβάλλων, ή περίοδος του Β’ μελανόμορφου ρυθμού, 670-650 π.Χ. Η περίοδος αυτή αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα της πρωτοκορινθιακής αγγειογραφίας. Οι αναλογίες των μορφών απέκτησαν φυσικότητα, οι μορφές που αλληλοεπικαλύπτονταν αποδόθηκαν πιστά με μια αίσθηση βάθους και η μικρογραφική δεξιοτεχνία κατέκτησε τη σχολαστική ακρίβεια. Ένα ωραίο δείγμα αυτών των επιτευγμάτων είναι ο αρύβαλλος Mac-Millan.
-
Ύστερη πρωτοκορινθιακή ή περίοδος των απιόσχημων αρυβάλλων, 650 – 625 π.Χ. Στην τελευταία φάση του ο πρωτοκορινθιακός μελανόμορφος ρυθμός πειραματίστηκε αρκετά με τα επίθετα χρώματα, δημιουργώντας μια ιδιότυπη πολυχρωμία. Στην περίοδο αυτή ανήκουν εξαίρετα αγγεία, όπως η όλπη Chigi, που εμφανίζουν την τάση ν’ αποδίδουν φυσιοκρατικά τις μορφές, ενώ απουσιάζουν σχεδόν τελείως τα διακοσμητικά μοτίβα.
– Κορινθιακή
-
Μεταβατική, 625 – 610 π.Χ. Κατά την περίοδο αυτή συνεχίστηκαν αρκετά από τα στοιχεία της προηγούμενης, με φανερά ωστόσο τα σημάδια κάποιας σχηματοποίησης και άψυχης επανάληψης.
-
Πρώιμη κορινθιακή, 610 – 580 π.Χ. Παράλληλα με τις γνωστές ζωφόρους ζώων, που σε αυτή τη φάση γεμίζονταν με διάφορα παραπληρωματικά μοτίβα και κυρίως με ρόδακες, τα μεγάλα αγγεία -όπως ο κιονωτός κρατήρας- εξακολούθησαν να κοσμούνται με διηγηματικές σκηνές, συνήθως απλουστευμένες και αφρόντιστες.
-
Μέση κορινθιακή, 580 – 555 π.Χ. Στη φάση αυτή τα σώματα των ζώων επιμηκύνονταν, για να γεμίζουν εύκολα τις ζωφόρους, ενώ ακόμα και οι ρόδακες μετασχηματίστηκαν σταδιακά σε απλές κουκκίδες.
-
Ύστερη κορινθιακή, 555 – 535 π.Χ. Οι Κορίνθιοι κεραμείς και αγγειογράφοι, προκειμένου να συναγωνιστούν τους Αθηναίους, μιμήθηκαν το σχήμα του ενιαίου αμφορέα και τη διακόσμηση “σε μετόπες”. Ορισμένοι ζωγράφοι επεξεργάστηκαν κάποιες ενδιαφέρουσες παραστάσεις με χρήση επίθετου λευκού και κόκκινου χρώματος. Αυτά ήταν και τα τελευταία έργα που είχαν να επιδείξουν κάποιες αξιώσεις. Ό,τι ακολούθησε μετά το 535 π.Χ., ήταν ασήμαντα -συνήθως μικρού μεγέθους- έργα για τοπική κυρίως κατανάλωση.



Αφήστε μια απάντηση